Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

"Πάρε, ανοιχτά είναι..."


φωτό από εδώ
 Ξημέρωμα Κυριακής. Ο "Πλαστήρας" ήρθε κατά τις εννιά. Ήταν ο βαφέας της κουζίνας.
-Τι χρώμα θα τη βάψουμε, μάνα;
-Ε, τι χρώμα... άσπρο, θα φέρει ο "Πλαστήρας" χρώμα, του 'χω παραγγείλει.
Την πίστεψα, έτσι όπως είχα έρθει με το καράβι αποβραδίς, χωρίς καλά καλά να καταλάβω πού βρισκόμουν.
Τα 'βγαλα σχεδόν όλα τα έπιπλα από την κουζίνα και τα συμπράγκαλα, σκέπασα και με νάιλον όσα δε μετακινούνταν εύκολα, τα συγκέντρωσα όλα μαζί σ' ένα σωρό, τεράστιο, και περίμενα.
Ήρθε κατά τις εννιά. Του άρεσε ο "με ολίγη". Έβγαλα καρέκλες στην αυλή, είπαμε τα νέα των άλλων, είπαμε τα νέα τα δικά μας, ήθελε πλήρης περιγραφή, γελάσαμε, κουνήσαμε το κεφάλι, κάναμε πως λυπόμασταν με τα δυσάρεστα, κάναμε πως γελάγαμε με τ' άλλα... Βασικά περιμέναμε.
Άρχισα να υποψιάζομαι κοιτώντας τη βούρτσα που 'χε έρθει μοναχή, είχε ακουμπήσει στον τοίχο και περίμενε κι αυτή τις εξελίξεις.
Το πλοίο θα έφευγε το βραδάκι. Έπρεπε να τελειώσει το μπογιάτισμα, να μπουν όλα στη θέση τους, να 'τοιμαστούν τα απαραίτητα για την πόλη... Αυγά σε μεταλλικό κουτί, σύκα ξερά, κόκορας κατεψυγμένος, λίγοι μανίτες από τη σοδειά του χειμώνα.
Μην τα πολυλογούμε, πέρασε καμιά ώρα και βάλε.
Κάποια στιγμή, σηκώνεται, με κοιτάζει με τα μεγάλα του μάτια...
-Πάμε τώρα στο Χάμπα για να πάρουμε μπογιά, α, με πας, ε;
Κλείνω τα δικά μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα.
-Εννοείς πώς δεν έφερες μπογιές, δηλαδή;
-Μονάχος μου να φέρω; Μα ήλεα πως α με πας.
-Ε, να σε πάω, μα γρήγορα γιατί θα φύγω το βραδάκι, πρέπει να 'χουμε τελειώσει.
-Έλα, Παναγία μου, σε δυο-τρεις ωρίτσες θα 'μαστε έτοιμοι.
Παίρνω τα κλειδιά, του ρίχνω μια κάπως αυστηρή ματιά.
-Πάμε.
Κάνει να σηκωθεί, το μετανιώνει.
Ξανακάθεται. Βάζει τα χέρια του στο μέτωπο.
-Βρε, να που ησάστισα. Ο Χάμπας έχει σήμερα μνημόσυνο. Ανοιχτός είναι την Κυριακή πάντα, μα σήμερα... Πώς δεν το σκέφτηκα; Σήμερα έχει το μνημόσυνο. Παιδιά, τη βάψαμε.
Γυρνάει την κούπα, ρίχνει μια τσαχπίνικη ματιά στη μάνα μου, που άρχισε να αφρίζει και άλλη μια στον πατέρα μου που δε θα τον χάλαγε λίγη κουβέντα ακόμη.
-Γιαννάκη, σκούρα τα πράματα, την πατήσαμε, θαρρώ.
Ύστερα, αναγκαστικά, γυρνάει σε μένα που 'χω μείνει με τα κλειδιά στο χέρι και τα κουνάω εκνευριστικά, κοιτώντας τον επίμονα.
-Τι εννοείς, "την πατήσαμε"; Είναι τα πράματα όλα έξω, ήρθα από την Αθήνα, για να βάψουμε και μόνο...
-Βρε, ηθύμωσε το μικρό. Ε, καλά, πάμε τον Εύδηλο, άμα βιάζεσαι. Θα τα πάρουμε από το "Φαγιέρα".

Έτερος μεγαλέμπορος, μα τις Κυριακές, δε θυμόμουν να τον είδα ανοιχτό ποτέ.
-Ας είναι. Πάμε.
Το χωριό σα να 'χε πέσει σε χειμερία νάρκη. Δέκα και μισή σχεδόν, μα κι ο περιπτεράς ακόμη, κοιμόταν. Φτάνουμε στο μαγαζί. Κλειστό, εννοείται.
-Ορίστε, κλειστός, τι κάνουμε τώρα;
-Ε, άμα είναι κλειστός, α τον ανοίξομε εμείς...
Γελά, ανασηκώνει το κεφάλι προς το μπαλκόνι του δύστυχου "Φαγιέρα" κι αρχίζει, χωρίς ίχνος ενδοιασμού.
-Μίιιιιμη, ε, Μίιιιιμηη....
Φροντίζω να κρατώ αποστάσεις.
-Σσσσσσ, θα τους ξυπνήσεις όλους...!
-Ε, ώρα τους είναι.... Μίιιιιιμη , ε, Μίιιιιιμηηηη!
Φεύγω με μάγουλα κατακόκκινα.
Βρίσκω μια γωνιά κάτω από τη σκάλα του Στέλιου και κρύβομαι. Σα να 'μουν ξανά παιδάκι που ήθελε ν' αποφύγει την τιμωρία.
Με τα πολλά, εμφανίζεται η φιγούρα του μεγαλέμπορου, αγουροξυπνημένος με πιτζάμες και μάτι θολό.
-Εεεεε, λέει μόνο με σιγανή φωνή. Ήντα θέλεις;
-Κατέβα ν' ανοίξεις. Θέλω μπογιές κι η μαντάμ βιάζεται να φύγει.
Ρεζίλι. Λέω από μέσα μου, τώρα θα αρχίσει ο Μίμης τα γαμωσταυρίδια, τη βάψαμε όντως.

Αλίμονο, δεν είχα συνειδητοποιήσει την αλλαγή του τόπου, βλέπετε.
Γυρνά, με βλέπει να κρυφοκοιτάζω κάτω από τη σκάλα, μου ρίχνει ένα χαμόγελο...
-Ε, πάρε, ανοιχτά είναι.
Και γυρίζει την πλάτη με κατεύθυνση προς τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα.

Ο "Πλαστήρας" γυρνά το πόμολο.
-Βρε, για δες, ανοιχτά ήτανε, κι εμένα μου βγήκε το λαρύγγι τόση ώρα...
Μπήκαμε μέσα, διαλέξαμε, πήραμε και πινέλα, βρήκαμε κι ένα ωραίο σκαφάκι.
Τέλειωσε το βάψιμο.
Τον συναντώ μετά από καιρό.
Αγχωμένη.
-Το Μίμη, τον πλήρωσες;
-Ε, θαρρώ πως ηπέρασα μια μέρα και του τα 'δωκα. Ε, άμε, πρέπει να του τα 'δωκα. Έχουμε νταλιβέρια, εν πάση περιπτώσει. Τι αγχώνεσαι, εσύ;

Η κουζίνα έγινε ωραία. Ο ύπνος του Μίμη δε χάλασε παρά μόνο για δυο λεπτά.
Εγώ θυμήθηκα πoύ βρισκόμουν.
Και δε αγχώνομαι πια. Θα ΄χουμε νταλιβέρια από δω και πέρα.


(Αφορμή  για τη χαριτωμένη ανάμνηση το χτεσινό, διόλου χαριτωμένο, επεισόδιο στο φούρνο. Μπαίνει νομοταγής γείτονας. Ανοίγει ψυγεία, παίρνει ψωμιά, διαλέγει κουλουράκια και καλημερίζει. "Δεν έχω μία, καλημέρα σας."
 Η φουρνάρισσα άλαλη στα πρόθυρα εγκεφαλικού.
"Τι κάνουμε τώρα; Παιδιά, τη βάψαμε", γυρνά και μας λέει μες τον πανικό της.)

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Tο Τσιμπουνάρι

  Είναι ένας στέρεος βράχος στη μέση του ορεινού χωριού, λες κι ο κατασκευαστής του χώρου δεν ήθελε να στερήσει από μας, της πάνω γειτονιάς, τη θέα προς τη θάλασσα.
Πίεσε, θαρρείς, με τα δυο του χέρια και να! Έκαμε ένα εξόγκωμα σαν μια κορώνα, θα ΄λεγες, του τόπου. Όχι, βέβαια, από χρυσό, μα από μάρμαρο, γυφτόπετρα, που λένε οι ντόπιοι.
Τριγύρω από τη βάση της φύτεψε φασκόμηλα και πρίνα.
Έσπειρε και γαριφαλιές άγριες που ξεφυτρώνουν στα πιο απίθανα σημεία, ίσα για να μην τις φτάνει ανθρώπου χέρι, μα μόνο μάτια να τις χαίρονται και να τις καμαρώνουν...
Απάνω στην κορώνα αυτή μπορείς ν' ανέβεις και ν΄ αγναντέψεις το πέλαγος με την ησυχία σου. Σκαρφαλώνοντας σχεδόν. Ο πιο ευκίνητος ανεβαίνει πρώτος κι απλώνει το χέρι σε όσους ακολουθούν. Ύστερα περπατούν πλάι-πλάι σ' ένα φυσικό επίπεδο μπαλκόνι.
Μένεις και ξυπόλητος, αν θες ν' απολαύσεις τη ζέστα απ' την ηλιοκαμένη πέτρα.
Ο καθένας επιλέγει ελεύθερα. Όποιος αγαπά τη θάλασσα, πάει προς την κάτω μεριά και χαζεύει τη σοροκάδα ή τη μπουνάτσα. Αν είναι τυχερός, και τη θέα των πλοίων που αράζουν στον Εύδηλο.
Όποιος αγαπά τα βουνά, πάει προς το νότο και χαζεύει το πράσινο στις πλαγιές του Αθέρα, τον Τσολιά, την Αρέθουσα, το Φοίνικα, τ' Αγρέλια, την πάνω Κάμπα, το Περιβολάκι...
Αν όμως πας απόγευμα και πετύχεις την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να δύει, δεν έχεις άλλη επιλογή. Μαγεμένος θα στραφείς προς την Πέρα Μεριά.
Ο ήλιος πλησιάζει προς τα εκεί φορώντας πάντα τα καλά του, άλλοτε τυλιγμένος με τα ροζ κι άλλοτε ολόγυμνος, αναψοκοκκινισμένος από ντροπή. Ακόμη κι όταν χαθεί, μένεις αποσβολωμένος από το θέαμα, κοιτάς τ' απομεινάρια του, κάτι χαρούμενες πορτοκαλί λωρίδες. Ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά.
Δεν λες τίποτε, ή λες παραπάνω απ' όσα θα 'πρεπε, σ' όποιον τυχαίνει να 'ναι δίπλα σου.

Όταν πέσει η νύχτα δε μπορείς μήτε χωριά να δεις, μήτε πέλαγος, μήτε ηλιοβασίλεμα...

Μα τότε ξυπνούν οι αναμνήσεις. Έρχονται μες τη νύχτα και σε παίρνουν από το χέρι και σβήνουν από τα πρόσωπα τις ρυτίδες της έγνοιας. Κι είναι πάλι όλοι εκεί...

Οι γονείς κοιμούνται για τα καλά. Έχουμε αναπτήρες και μερικά κλεμμένα τσιγάρα. Μαζεύουμε κλαδιά, τα κάνουμε σωρό και χαζεύουμε τις πρώτες φλόγες. Οι σπίθες, τα γέλια και τα ψιθυρίσματα, ανταμώνουν τ' αστέρια, γίνονται ένα. Δεν υπάρχουν τοπία τριγύρω, ούτε τοίχοι. Μονάχα εμείς και το γλέντι τ' ουρανού. Τ΄αστεράκια μας βλέπουν και πολλαπλασιάζονται. Φωνάζουν θείες, ξαδέρφια και μικρανίψια και στήνουν το χορό.
Συχνά τσακώνονται και διώχνουν κάτι ενοχλητικά. Τα βλέπεις πως κουτρουβαλούν τη ράχη του ουρανού και βιάζεσαι να προλάβεις την ευχή.
Λένε πως πιάνει.
Μα δεν κάνει να μετρήσεις ποτέ τους καλεσμένους. Είναι μεγάλη αγένεια.

Κάποιος αγενής όμως, έβγαλε στ' όμορφο μπαλκόνι μας ένα παράξενο όνομα. Τσιμπουνάρι.
Θυμίζει τσιμπούρι.
Σίγουρα, όχι.
Θα ΄ναι μάλλον, επειδή τσίμπησε ο Θεός τη γη για να φυτρώσει.
 Ή από τα τσιμπήματα της ψυχής μας, κείνα που νιώθουμε κάθε φορά που ξεπερνάμε τα εμπόδια και καταφέρνουμε ν' ανέβουμε στη μαγική του κορυφή.
Κάθε φορά που έρχεται η νύχτα και κρατά από το χέρι τις αναμνήσεις με τα εφηβικά ψιθυρίσματα και τις ευχές που δεν πρόλαβαν, δυστυχώς, ν' ακούσουν τα πεφταστέρια.




Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Λίγα φθινοπωρινά

Ει, σε σένα τα στέλνω.
 Επειδή δεν πρόλαβες το καράβι ή επειδή δε σκέφτηκες καν να το πάρεις μια και σου φαίνεται λίγο το διήμερο. Επειδή μένεις πια πολύ μακριά. Επειδή λιώνεις από νοσταλγία ή επειδή έχεις αρχίσει να ξεχνάς πια. Επειδή είσαι απ' αλλού και αναβάλλεις συνεχώς την επίσκεψη στα μέρη μας. Επειδή είσαι εκεί, αλλά δεν έχεις χρόνο ν' απολαύσεις τις στιγμούλες. 
 Παίρνω τα φθινοπωρινά που είδα, τα βάζω σε χάρτινο περιτύλιγμα από εφημερίδα για να μην ξεπαγώσουν στο ταξίδι, τα δένω σφιχτά  με σπάγκο και στα στέλνω δίχως όνομα παραλήπτη.
Θα σε βρουν εύκολα.
 Όχι πολλά, με πονά η μέση μου και δε μπορώ να σηκώνω.

Να, δυο ελίτσες...
















Ένα κλωνάρι ανθισμένης κουμαριάς
















Ένα σκιερό μοναπάτι με πορτοκαλί βουλίτσα, αγγελικό, φαντάζομαι...




















Ένα "σκυλομανίτη", μα όμορφο, που να 'χει ανάγκασμα,




λίγη σιωπή μετά το μάζεμα
















κι ένα μπουκέτο κυκλάμινα.
















Κίτρινα πλατανόφυλλα που κολυμπούν αμέριμνα
















και ξένοιαστες παρέες





















στου ήλιου τα χαϊδέματα!










Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Κάτω απ'τα χρυσοπράσινα φύλλα (συνέχεια)


 Το μάζεμα της ελιάς ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία, όπως έχουμε πει και πιο παλιά, μα και δύσκολη. Δύσκολη, γιατί γίνονταν μια εποχή με πολύ κρύο και υγρασία. Τα δάχτυλα πάγωναν και γέμιζαν γδαρσίματα. Τα πρόσωπα ξεραίνονταν απ' τον παγωμένο αέρα. Το σώμα ολάκερο, στο τέλος της μέρας, απέμενε παράλυτο από την κούραση. Μα τα παιδιά σ' όλα βρίσκουν μια ευκαιρία για παιχνίδι. Είτε παραβγαίνοντας το 'να με τ' άλλο ποιο θα γεμίσει πρώτο τους κουβάδες είτε σκαρφαλώνοντας στους ψηλότερους κλώνους. Εμείς, το καλύτερο παιχνίδι το παίζαμε όταν πηγαίναμε για ελιές σ' ένα ξένο χωράφι, στην Ξανθή. Απαραίτητη προϋπόθεση να κάνει πολύ κρύο το προηγούμενο βράδυ, χατήρι που συνήθως γίνονταν. Περπατούσαμε με τα πρησμένα από τον ύπνο ματάκια μας κούτσα-κούτσα ως την Πλατανωπή, το δεύτερο ρέμα που συναντούσαμε στη διαδρομή. Λίγο πριν το γεφυράκι του παλιού μονοπατιού είχε ένα μεγάλο λείο βράχο. Καθώς βρέχονταν από τα νερά όλη μέρα το βράδυ πάγωνε, έκανε γλίστρα, όπως έλεγαν, και να, είχαμε ένα μίνι παγοδρόμιο, όλο δικό μας. Τα ματάκια μας ζωήρευαν τότε, κυλούσαμε χωρίς δισταγμό ένα-ένα πάνω στη γλίστρα και σκάγαμε στα γέλια. Πολλές φορές σκάγαμε και κάτω αλλά αυτό δε μας πτοούσε καθόλου. Τα χαχανητά ανακατεύονταν με τις τσιρίδες της μάνας και τ' αγριοκάτσικα σκορπίζονταν με θόρυβο στους πρόποδες της Κεφάλας τρομαγμένα από την ξαφνική φασαρία και τους αλλόκοτους επισκέπτες. Παρά την τόση κούραση, το βράδυ, στην επιστροφή, μας περίμενε ένα ακόμη παιχνίδι. Απαραίτητη προϋπόθεση, τώρα, να μην έχει φεγγάρι.
Κατεβαίνοντας τον πλακόστρωτο δρόμο προς την Αλάμα πέφταμε στην πιο σκοτεινή αγκαλιά. Η Αλάμα και το πέρασμα της τη νύχτα χωρίς φεγγάρι ήταν ένα κατόρθωμα για τους κατοίκους της περιοχής. Έχει μια σπηλιά εκεί, παράξενη, κλειστή με σίδερα, απ' όπου ξεχύνεται ένας χείμαρρος μέσα από τα σπλάχνα του βουνού και γύρω-γύρω θεόρατα πλατάνια που σκιάζουν ακόμη και το λιγοστό φως των αστεριών. Καραδοκούσαν εκεί, πέρα από τους κινδύνους που κρύβει το ορμητικό νερό, οι θρύλοι για καλομοίρες κι ανθρώπους που άφησαν στη σπηλιά τα κόκαλά τους προσπαθώντας να την εξερευνήσουν.
Το μόνο που μπορούσε να μας σώσει τη δύσκολη εκείνη στιγμή του φόβου που γεννά το πηχτό σκοτάδι ήταν το μουλάρι μας, ο Μάρκος! Καθόλου μη γελάτε.
Ο πατέρας μου παραδίνονταν σ' εκείνον, άφηνε το σκοινί και το ζώο ανελάμβανε ρόλο διασώστη. Δεν του δίνονταν καμία εντολή. Κανείς μας έτσι κι αλλιώς δεν έβγαζε κουβέντα. Η οικογένεια όλη ακολουθούσε πίσω του, παραδομένη, μουδιασμένη και τυφλή. Ο πατέρας κρατούσε την ουρά, η μάνα εκείνον, η αδερφή μου τη μάνα μου, ο αδερφός μου την αδερφή μου κι εγώ στο τέλος. Χωρίς μάτια πια, παρέα με το βρυχηθμό απ' το νερό που έτρεχε ανάμεσα στα πόδια μας, ακολουθούσα δίχως άλλη επιλογή,  μαντεύοντας τις πατημασιές των άλλων στα βραχάκια με τρέμουλο, βεβαίως, μα πιο πολύ με απορία για την παράξενη επιχείρηση. "Κι αν κάνει λάθος ο Μάρκος;"
-Δεν κάνουνε λάθος τα ζώα,... μου εξηγούσε με απίστευτη σιγουριά ο πατέρας μου, αφού πια είχαμε βγει από το θεοσκότεινο, εφιαλτικό πέρασμα- νικητές δίχως έπαθλο- κι είχαμε το κουράγιο να μιλήσουμε ξανά.
....ετούτα βλέπουν καλύτερα στο σκοτάδι και, κυρίως, έχουν ένστικτο, δεν είναι σαν εμάς τους ανθρώπους.

Την άλλη μέρα η ίδια διαδρομή. Τα ίδια παιχνίδια. Η τσουλήθρα και το τρενάκι του τρόμου.
Η παρ' άλλη ήταν Δευτέρα. Έπρεπε να πάμε στο σχολειό, να διαβάσουμε.
Να προοδεύσουμε, να μη χρειάζεται πια να μαζεύουμε τις ελιές. Να μπορούμε να τις αγοράσουμε. Σε βάζο με ετικέτα.
Να γίνουμε άνθρωποι. Να πάψουν οι κόποι, να ερημώσουν τα σκοτεινά περάσματα, να ξεχαστεί το ένστικτο. Τι να το κάνεις πια. Δε βαριέσαι...







Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει


Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κ’ έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν — Ιησού Χριστέ! — θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν’ επιεικής,
λίαν επιεικής. Aλλ’ οι περί αυτόν; αλλ’ ο στρατός;—
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας —
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Aνδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κ’ οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδια της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες.

Κ.Π.Καβάφης

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)








Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Σκυλίσια ζωή



Ναι.
Ή όχι;
Ή ναι, αν...
ή όχι, μα...
Ίσως;
Δεν απαντώ;
Αναλόγως;
Ή να κάμουμε το σταυρό μας...
ή άμετε στ' ανάθεμα!
Μπαρμπούτσαλα
ή κουραφέξαλα;
Έμπνευση ενός βλάκα;
Μέρος ενός σχεδίου έξυπνου;
Λόγος του πολίτη
ή παραλογισμός του θύτη;
Α, δεν...
θα κάτσω στον ήλιο και θα ψηφίσω ένα ναι και όχι με μπόλικες φουσκάλες.


Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Αυλές και άδειες κάμαρες






















Το σπίτι είναι μικρό. Φαγωμένα απ' τη βροχή παράθυρα, κουρτίνες που λείπουν, πόρτες που τρίζουν στ' άνοιγμα τους.
Τα κρεβάτια στη θέση τους, με τις ίδιες κουβέρτες. Τα μπαούλα γεμάτα με παιδικά ρουχαλάκια που φαγώθηκαν από το σκόρο και με προικιά που δε δόθηκαν ποτέ.
Τα φλυτζάνια, τα βάζα, το κουτί από τη ζάχαρη, όλα εκεί. Αχρησιμοποίητα εδώ και χρόνια,.
Η ζάχαρη κρυσταλλωμένη, το γλυκό στο βάζο γέμισε μαμούνια, τα πιάτα γέμισαν ρωγμές, από το κρασί στο ντουλάπι αναδύεται μια παράξενη, βαριά μυρωδιά.
Τα πλένω ένα- ένα προσεκτικά, μη σπάσει κάποιο και χαθεί για πάντα η μυρωδιά από το φαγητό της μαμάς, τ' αγγίγματα των χειλιών, τα ακουμπήματα από τα χέρια μας.
Ύστερα, ασβεστώνω τους τοίχους. Ο ασβέστης, λένε, κάνει καλό, διώχνει τη μούχλα, φρεσκάρει, δίνει ζωή.
Έπειτα βγαίνω στην αυλή. Βγάζω ένα-ένα τ΄αγριόχορτα απ΄τους τοίχους και τις γλάστρες, βάζω χώμα καινούριο, κλαδεύω και ποτίζω τις τριανταφυλλιές και τα ζιράνια.

Α, και το γιασεμί. Να το δεις, έχει γίνει τεράστιο, απλώθηκε παντού.
Μα εγώ πρέπει να το κόβω κάθε χρόνο...
Έτσι, για να μη μοιάζει το σπίτι ακατοίκητο.


Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ανάσες στην Πλατανωπή



το ρέμα της Πλατανωπής
Τα πολύ παλιά χρόνια, αρχές του 1700, υπολογίζω, μπορεί και πιο νωρίς, ήρθε ο πατέρας στο νησί.  Νεαρός, μεγαλόσωμος, δίχως ρούχο, ναυαγός. Έσπασε το καϊκάκι του στον Πλαταμώνα της Πλαγιάς, πήρε ν' ανηφορίζει το βουνό και κρύφτηκε στα χωράφια του Αθέρα καταντροπιασμένος για τη γύμνια του. Έτρωγε από κει ό,τι έβρισκε, θαρρούσαν πως ήταν λαγός και παραφύλαξαν να τον πιάσουν. Τον τσάκωσε ένας από την Ακαμάτρα, ιερέας, λένε πως ήταν Λυγερής, και τον επήρε σπίτι του. Η παπαδιά σαν τον είδε να μπαίνει στο κατώι, τρόμαξε από το μέγεθός του κι αναφώνησε.
-Αυτός δα ήταν ο λαγός; Μα αυτός είναι λέφας! Ελέφαντας δηλαδή.
Και του 'μεινε. Και τ΄όνομα κι η νέα του πατρίδα. Ο Λέφας. Έτσι τον ήξεραν όλοι. Κάποιοι λένε πως κατάγονταν από την Κεφαλλονιά. Κάποιοι άλλοι πως ήταν πειρατής. Δεν έχει σημασία. Το σίγουρο είναι πως ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Σοφός. Κάποιοι λένε πως έγινε κι αυτός παπάς, κάποιοι άλλοι απλά πως ήταν θρήσκος πολύ κι έχτιζε ξωκκλήσια γύρω- γύρω. Πάντως κι η εκκλησιά του χωριού πήρε κείνο το παράξενο όνομα. Η Παναγιά η Λέφαινα, η ξακουστή.
Τρεις γιους έκαμε.
Και σαν μεγάλωσαν, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια, ήρθε η ώρα να μοιράσει την περιουσία. Τα μέρη γύρω απ' το χωριό δηλαδή, γιατί τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπήρχαν τότε στον τόπο εκείνο τον έρημο.
Τους πήρε λοιπόν μια μέρα, τους πήγε στην άκρη του χωριού και τους είπε:
-Εσύ, κι έδειξε το Γιώργη, θα πας απέναντι, βλέπεις πάνω στο βουνό, έχει ρουμάνια κι ήλιο και νερό ωφέλιμο. Θα γίνεις βοσκός, μια και τόσο αγαπάς τα ζώα.
Εσύ, είπε στο μεσαίο, που σου αρέσει τόσο να σκαλίζεις τα ξύλα, θα πας ανάμεσα, στο μεγάλο ποτάμι, που ΄χει πλατάνια με γερούς κορμούς και θα γίνεις ξυλουργός.
Κι εσύ, είπε στο μεγαλύτερο, θα κάτσεις εδώ στα πατρικά, πλάι μου, θα φροντίζεις τα ξωκκλήσια και το σπίτι.
Έτσι κι έγινε.
Ο Γιώργης, ο μελαχρινός κι ο ατίθασος, πήγε στο Δρούτσουλα, έτσι τ' ονόμασε το μέρος γιατί είχε πολλούς δρύδες, βελανιδιές δηλαδή, κι έγινε από Λέφας Μαυρογιώργης, κι έτσι σώθηκε και τ΄όνομά του στους επόμενους αιώνες. Ακόμα οι απόγονοί του με τα ζώα ασχολούνται και  κάποιοι που κληρονόμησαν την ευστροφία του πάππου τους έγιναν γραμματιζούμενοι και καλλιτέχνες.
Ο άλλος, πήγε στο ποτάμι που τ΄ονόμασε Πλατανωπή, μια και είχε πολλά πλατάνια, όπως είπαμε, και έγινε ο καλύτερος ξυλουργός της περιοχής. Οι απόγονοί του, οι Ξενιάδες, ίσως και να τον έλεγαν Ξένο λοιπόν, εξακολουθούσαν για πολλά πολλά χρόνια να ασχολούνται με το ίδιο επάγγελμα.
Ο μεγάλος, έμεινε στο χωριό, την Ακαμάτρα κι έκαμε ότι του 'πε ο πατέρας του. Κι έτσι το χωριό εκείνο έχει τις πιότερες εκκλησιές και τα ομορφότερα σπίτια.

Κι έτσι έμειναν δυο χωριά απέναντι να χαιρετιούνται οι συγγενείς.
Μα ανάμεσα, σε κείνο το ποτάμι του μοναχικού ξυλουργού, δεν απόμεινε τίποτα, παιδιά. Δεν έγινε άλλο σπίτι. Μοναχά κείνου του γιου του Λέφα, του μεσαίου. Οι απόγονοι γύρισαν πίσω ή προτίμησαν άλλους τόπους. Και λίγοι πια τον θυμούνται. Τη φήμη του δηλαδή. Από τ' αντικείμενα που πρόλαβαν να δουν που τα 'χε φτιάξει με τα χέρια του και κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά. Σκάφες, αμπάρες, πινακωτές, καφκιά (οι κατσαρόλες με τις οποίες μετρούσαν τον καρπό που έδιναν στα ζώα), κουμιά (πιθάρια για την αποθήκευση δημητριακών και όχι μόνο), μπαγκέτες (σκαμνιά για το τζάκι). Όλα μονόξυλα, μια και καρφιά δεν υπήρχαν κείνα τα χρόνια, κι ως εκ τούτου αθάνατα.
 Έπαιρνε τον κορμό και του 'δινε το σχήμα που ήθελε, όπως με το μάρμαρο φτιάχναν οι τεχνίτες τ' αγάλματα. Μονάχα για τις αμπάρες, λέει, τα τεράστια μπαούλα που ήταν καναπέδες μαζί και χώρος αποθήκευσης, κούφωνε τον κορμό κι έπειτα έφτιαχνε απ' άλλο ξύλο το καπάκι ίσα να εφαρμόζει, χωρίς μεντεσέδες, φυσικά.
Δε χτίστηκε λοιπόν άλλο σπίτι. Μα και το παλιό, δεν το 'βλεπε κανείς, καθώς το μονοπάτι πέρναγε πολύ παρακάτω κι έτσι η πρόσβαση ήταν δύσκολη κι ανώφελη άλλωστε.

Ήρθε έπειτα, παιδιά, ο πιο ανόητος δρόμος που μπορείτε να φανταστείτε, άξαφνα από την Ευρώπη, μήτε τον είχε φανταστεί κανείς κι ήταν λέει για τα ποδήλατα. Μη γελάτε, ναι, ποδήλατο σε κείνα τ΄ άγρια μέρη.
Μα έκαμε κι ένα καλό, φάνηκε μες στο ποτάμι κείνο το κτήμα το παλιό κι είναι εύκολο τώρα, αν πας με κάποιο γέροντα και σε κατατοπίσει όπως πρέπει, και δεν αγριευτείς από την απότομη ανηφόρα, είναι εύκολο να το βρεις, ναι, το σπίτι εκείνο, ύστερα από τόσους αιώνες, πώς στέκει αδερφωμένο με τα βρύχα και τα ερπετά και τους τζίτζικες. Κι είναι εύκολο να πατήσεις στα χαλάσματα, να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς τους ανθρώπους να γελούν στην αυλή, να ζυμώνουν, να σκαλίζουν τους κορμούς. Και μην τρομάξετε αν μια ανάσα έρθει και σας φιλήσει το μάγουλο, απομένουν ετούτες, μην το πείτε πουθενά, μα υπάρχουν ακόμη ανάσες στην Πλατανωπή.

Και γυρίστε τις σελίδες να δείτε εικονίτσες και να με πιστέψετε...


η κοίτη του χειμάρρου με τη στέρνα αριστερά...

οι καλοχτισμένοι τοίχοι δίπλα στην κοίτη

τα σκαλάκια όπως τότε
στην ανηφόρα καθώς προβάλλει ο ήλιος


και να το, τριγυρισμένο από τοίχο όπως όλα τα σπίτια της εποχής
δίχωρο

 κι ορθοκατέβατο, χωρίς πυργάρι
με θυρίδες για τη στάμνα και τα κιούπια

με το τζάκι στη γωνιά της κουζίνας...


....και με πεζούλα στην αυλή για τους επισκέπτες.


Να πάτε, έχει ακόμη φρέσκο αέρα και υπέροχη θέα. Και δωρεάν ταξιδάκια στα παλιά.


Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Λίγο ροζ απαλό







Εγώ να σας τα δείξω ήθελα, να τα διασώσω για πάντα πριν μαραθούν από το σορόκο... Δυο ωραία καδράκια κρεμασμένα στο μπλογκάκι μου. Τίποτ' άλλο.

Εντούτοις, πιστοί στο πνεύμα των ένδοξων προγόνων και των σοφών συμπατριωτών, όλα -και τα πιο απλά του κόσμου τούτου- μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για φιλοσοφικές αναζητήσεις και αποφθέγματα του τύπου:

-Έχει και το φθινόπωρο τις ομορφιές του.
-Και τα πιο σκληρά αγκάθια, κάποια στιγμή ανθίζουν.
-Τα ωραιότερα άνθη δεν έχουν άρωμα, απλά γιατί δεν το χρειάζονται.
-Υπάρχει ομορφιά ακόμη κι εκεί που δεν το περιμένεις.
-Τα νησιά έχουν το καλύτερο χώμα και τον καλύτερο ήλιο, γιατί στις πόλεις ποτέ δε βλέπεις τέτοιο θέαμα μ' όλα τα φυτοφάρμακα και τις βιταμίνες που κυκλοφορούν.
-Ό,τι φροντίζεις πολύ, απλά κακομαθαίνει, ό,τι παρατάς μονάχο, αναπτύσσεται παραδόξως θεαματικά.
-Πριν το τέλος, όλα σ' αυτό τον κόσμο επιθυμούν να εντυπωσιάσουν μπας και τα λυπηθεί κάποιος ή έστω μπας και τα θυμάται με την τελειότερη μορφή τους (έτοιμη ήταν η μάνα μου να την πετάξει τη γλάστρα).
-Η ανάγκη για αναπαραγωγή μπορεί να προκαλέσει σ΄έναν οργανισμό έως και την ολική του μεταμόρφωση ή ακόμη και ρίγη συγκίνησης.
-Ο αληθινός κόσμος, παρ' όλες τις εντυπώσεις που μας έχουν δημιουργηθεί τελευταία, δεν επηρεάζεται καθόλου μα καθόλου από τις εξελίξεις στην οικονομία.
-Τριαντάφυλλα δεν κάνουν μόνο οι τριανταφυλλιές.
-Το ροζ ταιριάζει πολύ με το πράσινο, αν και δεν το συνηθίζουμε στην ένδυση.

Τι άλλο; Εεεεε....Δε μου 'ρχεται κάτι.
Καληνύχτα...
Φύετε αφ' τις αυλές, ήβαλε κρύο.
Βάλτε τα ροζ πουλοβεράκια
 ή απλά...
κουκουλωθείτε ν΄αντέξουμε.





Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Είναι δικός μας, τελικά!


    Ο Σεπτέμβης είναι ωραίος στο νησί πάντα. Δεν έχει φίλο κανένα σχεδόν. Μα έχει μπουνάτσα, συνήθως, και πατέρα και μάνα και αδέρφια. Και χρόνο πολύ για όσα αφήνεις ατέλειωτα τον Αύγουστο. Και τρέχεις να προλάβεις. Προτού έρθει ξανά το κυριακάτικο βράδυ που το Μύκονος θα φανεί απ' τη Σάμο. Και λαχανιάζεις μες τα βουνά και τις ραχούλες, μες τα δωμάτια  που 'χουν ακόμη τα βατραχοπέδιλα στη γωνία και τις μπουμπουνιέρες απ' τον τελευταίο γάμο στο ράφι ξεχασμένες...
Κι ο πατέρας περιμένει εναγωνίως.
-Έλα, ίσα που προλαβαίνουμε. Του χρόνου θα 'μαι ογδόντα τέσσερα. Σιγά να μην μπορώ να σου δείξω το κτήμα.
-Ποιο κτήμα, καλέ; Α, κατάλαβα, κείνο που δεν το ξέρει κανείς...
-Ε, και τι θα γίνει; Πρέπει να στο δείξω. Και συ να το δείξεις στα παιδιά. Ο αδερφός σου δεν αδειάζει. Ίσα που προλαβαίνουμε, σου λέω.
-Ε, καλά, θα πάμε.
Και το μεσημέρι της Κυριακής, δεν κατάλαβα το πώς ακριβώς. Αυτή η φράση μάλλον που 'χει μείνει στο υποσυνείδητο όλων μας σχεδόν: "Ή τώρα ή ποτέ". Πατάω φρένο στον επαρχιακό δρόμο που χωρίζει το Δρούτσουλα από το Κεραμέ. Για άλλες δουλειές είχαμε πάει στο χωριό. Το "καλά, θα πάμε" του το 'χα πει ατέλειωτες φορές, χωρίς να το εννοώ.
-Έλα, πάμε τώρα. Μπορείς;
Είχα φροντίσει να 'χω μαζί μπογιά και πινέλο. Μια απόφαση είναι όλα.
-Α, επιτέλους!  Μα είναι το πιο μεγάλο κτήμα που έχουμε. Θα 'φευγα με τον καημό. Παλιά σπέρναμε κιόλας. Το λέγαμε "στο Λαιμό". Κι ύστερα πέρασε ο δρόμος, μα δεν το πείραξε. Μας άφησε μάλιστα και πρόσοψη καλή.
-Πού είναι η πρόσοψη;
-Αυτουδά που σταμάτησες.
-Ε; Είναι δικό μας αυτό;
-Άμε, ακολούθα....
Και πιάνουμε την ανηφόρα. Άντρακλες και ακισαριές, μπλεγμένα ένα κουβάρι και πεύκα κι ανάμματα. Κυρίως όμως βράχια.
Μα αυτός είχε τόσο ενθουσιαστεί που ξέχασε τα χρόνια κι έβαζε το μπαστούνι σε κάθε σχίσμα, σε κάθε γωνιά χωματένια και προχωρούσε ακάθεκτος.
-Εδώ κι εδώ. Και πιο πέρα. Ακολούθα. Βάζε σημάδια. Το 'χω από τον πάππου μου. Τ' αρχικά μου βάλε, να το βρεις εύκολα μετά. Χάθηκαν οι οροί μες τα κλαδιά.
Ορούς λέμε τις όρθιες πέτρες, τους ατσίρους, που βοηθούν στην οριοθέτηση των χωραφιών και στη σηματοδότηση των μονοπατιών που χάνονται.
-Μα πού, εδώ σπέρνατε; Εδώ είναι ο γκρεμός...
-Ο γκρεμός δικός μας είναι. Να, εδώ, στην άκρη. Βάλε σημάδια.
 Έτρεξα να τον προλάβω. Στην άκρη του γκρεμού φοβάμαι. Για τους άλλους, κυρίως. Αφήνω τη φωτογραφική και του πιάνω με πανικό την άκρη απ' το μανίκι.
-Ήντα φοβάσαι; Εδωνά ηπέρασα τα νιάτα μου μεταδένοντας και ξαναμεταδένοντας, από μικρό παιδάκι εδωνά 'μαι... Άσε με εμένα και βάζε σημάδια.

  Κι είμαι εκεί ξαφνικά στην άκρη του γκρεμού που πάντα αγαπούσα, από την αρχή του στη δεξαμενή ως το τέλειωμα στον Άσπρο Λούρο. Εκεί έφερνα και τα μικρά για να τους δείξω τις παραξενιές της φύσης και τη μεγαλοπρέπεια του τοπίου της πατρίδας τους.
-Καλέ μπαμπά, έλα στα συγκαλά σου. Είναι δικός μας ο γκρεμός;
-Δικός μας. Βάλε τα αρχικά.


Μένω με το πινέλο στο χέρι. Τι νόημα έχει;
-Μπαμπά, ντρέπομαι. Οι γκρεμοί, θαρρώ δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Κι αν ναι, ανήκουν σ΄όλους. Θα βάλω καμιά ζωγραφιά, αν θες, μα αρχικά δεν μπορώ, λυπήσου με.
-Καλά, βάλε ένα λουλουδάκι. Μόνο να ξέρουν τα παιδιά και να το 'βρουνε. Ας είναι και λουλούδι. Και μια τελεία ακόμη, ας είναι. Να ξέρουν μόνο πως ο γκρεμός ετούτος είναι δικός μας.

Ύστερα βρήκαμε και πιο στρωτά μέρη. Και μέρη που βγαίνουνε μανίτες το χειμώνα. Και μέρη μες τις φυλλωσιές που όντως μπορείς να σπείρεις, αν είναι τόσο δύσκολα τα χρόνια. Κι έβαλα κι αρχικά. Θεέ μου, συχώρα με...
Μα το γκρεμό, λυπηθείτε με, αδέρφια, το γκρεμό και την άκρη του τους άφησα με το λουλουδάκι. Άμα το βρείτε κάποτε, να με θυμηθείτε. Και να δείτε το τοπίο. Αξίζει. Να στέκεσαι σ' ενός γκρεμού την άκρη.
Άσε που έχει κι εναλλακτικές...

Να ξαπλώνεις στο μάρμαρο ή να στέκεσαι όρθιος εννοώ, κρατώντας σου κάποιος το μανίκι. Όχι, μην πάει ο νους σας στο κακό.




Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Πεντάμορφο δηλητήριο

                            Colchicum variegatum
 "Βγαίνουνε κάτω απ' τις ελιές κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη. Είδες τα τι όμορφα;"
Αυτό μονάχα. Βγάζεις βιαστικά τη μηχανή. 
"Ένα λεπτό, έρχομαι..." και τ' απαθανατίζεις, λες κι είναι σπάνια. Μα δεν είναι. Τα 'χεις δει χιλιάδες φορές τέτοιο μήνα σαν ήσουν παιδί. Ένα ροζ που σε ζαλίζει ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα και τους ίσκιους του φθινοπώρου. Φιδίσιο δέρμα, ανέγγιχτο. Ποτέ δεν τόλμησες ν' αγγίξεις ένα από δαύτα. Φοβάσαι μη χαλάσεις την ομορφιά ετούτη.  Ύστερα γυρνάς στην πόλη και τα καμαρώνεις.  Ψάχνεις τα γκουγκλ, πατάς πλήκτρα και τα βρίσκεις επιτέλους. Τα ξέρουν καμπόσοι κι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Άλλοι τα καμαρώνουν κι άλλοι τα χρησιμοποιούν. Δεν είναι όμορφα μονάχα. Έχουν και δηλητήριο, δηλαδή δύναμη ανίκητη. Έχουν ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Μοναδικότητα, όχι.
Ξεχωριστά, ναι.
Πεντάμορφα, ναι.
Ενδιαφέροντα, επίσης.
Καριώτικα, βεβαίως, αν και όχι μόνο.
Εν τέλει κρινάκια του φθινοπώρου.
Και διαβάζεις. Αντιγραφή και επικόλληση. Ο κλέψας του κλέψαντος.
Ιδού τα κλοπιμαία:

Η άνθηση των κολχικών σηματοδοτεί τον ερχομό του φθινοπώρου. Τα μελτέμια σταματάνε, η θερμοκρασία του αέρα πέφτει, η μέρα μικραίνει και το φως γίνεται απαλό. Αυτά είναι τα σημάδια που περιμένουν οι βολβοί των κολχικών, κάτω από το έδαφος, για να ξεπροβάλουν στην επιφάνεια τα κρινάκια τους.
Τα κολχικά είναι δηλητηριώδη φυτά. Όλα τα μέρη τους περιέχουν την κολχικίνη, που είναι δραστικό δηλητήριο. Με ένα τέτοιο δηλητήριο υποτίθεται ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά ονομάστηκαν κολχικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 20 είδη.

Κι απ' αλλού:

Τα κολχικά μαζί με τα κυκλάμινα, και τις ουργινέες, ανθίζουν νωρίς το φθινόπωρο, αρκετές φορές πριν ακόμη να βρέξει.

Είναι όμορφα κρινάκια από την οικογένεια των Λιλιιδών, και μοιάζουν πολύ με τους κρόκους αν και δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους αφού οι κρόκοι ανήκουν στην οικογένεια των Ιριδιδών.

Από το βολβό του εκφύεται σωληνοειδής βλαστός που περιβάλλεται από σπάθη. Στην άκρη του σωλήνα αναπτύσσεται το άνθος με 6 πέταλα. Τα φύλλα συνήθως παρουσιάζονται αργότερα μετά την άνθιση.

Είναι δηλητηριώδες φυτό σε όλα τα μέρη του που περιέχουν το δραστικό δηλητήριο κολχικίνη. Θεωρείται από τα φυτά της μάγισσας Εκάτης, μητέρας ή αδελφής της Μήδειας, και μυθολογείται πως με αυτό η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της.

Την ονομασία τους την οφείλουν στην Κολχίδα από την οποία και θεωρείται ότι ήλθαν. Το κολχικό του Σφήκα είναι νανώδες φυτό με ύψος που φθάνει τα 10 εκατοστά και τα άνθη του είναι ρόδινα και μερικές φορές σχεδόν λευκά.


Αυτά. Μη σκεφτείτε να τα κόψετε. Αυτό κατάλαβα. Μονάχα για κλικ και καμαρώματα. 

Καλό φθινόπωρο να 'χουμε!


  

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το "ναι" κι η συνταγή που χάθηκε.


στης αυλής τα λούλουδα
  Ήτανε πάντα περήφανη κι αξιοπρεπής. Με την οικογένεια, τον άντρα της και τα τρία της παιδιά, ύστερα από χρόνια με τα εγγόνια και με τον παππού κατάκοιτο σχεδόν. Απόκτησε τότε το πιο μικρό παιδί της και τον έλουζε, τον χτένιζε, τον καμάρωνε. Δεν είχε χρόνο μήτε για βόλτες, μήτε για πολλές κουβέντες. Μα σαν ένιωθε πως πνίγονταν από τις έννοιες, τους άφηνε για μισή ώρα το πολύ κι ερχόταν στην αυλή.
Με το χαμόγελο και με λέξεις χιλιάδες να στέκουνε στα χείλη. Βιάζονταν όμως να βγουν κι έρχονταν κουτρουβαλιστές.
Κατάγονταν, βλέπετε, η γυναίκα ετούτη απ' άλλα μέρη, βορειοελλαδίτικα, και μιλάνε αλλιώτικα εκεί. Περιφρονούν τα φωνήεντα -που εμείς τα 'χουμε σε μεγάλη υπόληψη- κι αμολούν κάτι σύμφωνα στη σειρά κι άνοιγα τα μάτια και τ' αυτιά ν' ακούσω τίποτα, να καταλάβω. Η προσπάθεια ήταν εξοντωτική και θα τα παράταγα. Κι εγώ κι όλοι μας. Μα έλα που 'κανε και κάτι κινήσεις όμορφες με τα δυο χέρια κι εσηκώνουνταν και μας παραστούσε τον έναν και τον άλλο, το γιο, τη συμπεθέρα, τη γειτόνισσα.
 Και πού να την αφήσεις τέτοια απόλαυση, μοναδική!
 Και τον εαυτό της παρίστανε κι εγελούσε και είχε και φράσεις σοφές να μας παρηγορούν στα δύσκολα ή να μας προβληματίζουν στα εύκολα... Μ' αυτές δε βιάζονταν να τις πει. Όχι, τόνισε μία μία λέξη ξεχωριστά, σα να 'ταν συνταγές πολύτιμες που έπρεπε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να μπουν μες το μυαλό μας όμορφα, με τάξη, να σφηνωθούν εκεί, να μη χαθούν ποτέ.

Μα ύστερα εκείνος πέθανε και πήρε μαζί του εκτός απ' την αγάπη τους και κάτι άλλο πολύτιμο.
Πήρε τις αναμνήσεις όλες.
Δεν άφησε μήτε συμβάντα, μήτε ονόματα, μήτε το χρόνο, τίποτα!
Μια γόμα και σβηστήκαν όλα.
Όχι όλα, σχεδόν όλα.

Ένα απόγευμα αυγουστιάτικο εμφανίστηκε στην αυλή σκαστή σχεδόν.
Έκατσε σε μια καρέκλα της αυλής, δε θυμόταν νέο κανένα. Μονάχα όσα άκουσε τα τελευταία λεπτά.
Ούτε κι εμάς μας θυμόταν, μοναχά τη φιγούρα της μάνας μου που μοιραζόταν μαζί της πολλά και για πολλά-πολλά χρόνια κι ένιωθε οικειότητα.
-Κι όπως κατέβαινα, αν έχεις το Θεό σου, ακούω λέει πως χώρισε ένα ζευγάρι. Δε θυμάμαι ονόματα. Μα χωρίζουν τα ζευγάρια; ρωτάει με αφοπλιστική αφέλεια μικρού παιδιού.
-Ε, χωρίζουνε καμιά φορά, της απαντά η μάνα μου με μούδιασμα για τα πρόσφατα τότε καμώματα της κόρης της.
-Και γιατί να χωρίσει ένα ζευγάρι; συνεχίζει απτόητη. Ε, αυτό ούτε το πιστεύω ούτε και το καταλαβαίνω... και κούναε το κεφάλι.
-Ε, να, συνέχισε η μάνα μου, είναι που δε συμφωνούνε και τσακώνονται κι άμα δε συμφωνούνε πιο καλά είναι να χωρίσουνε (της είχα πλασάρει εγώ το επιχείρημα την προηγούμενη μέρα, όχι πως το πίστευε).
-Τι θα πει δε συμφωνούν; ρωτά με γουρλωμένα μάτια. Αφού είναι ζευγάρι, γίνεται να μη συμφωνούν;
-Ε, μα καμιά φορά να, ο ένας λέει έτσι, ο άλλος λέει αλλιώς... Διαφορετικές απόψεις έχουνε, ε, κι οι καβγάδες εν είναι καλό πράμα..
-Έλα Παναγιά μου, βάζει τις φωνές, κι είναι λόγος αυτός, μωρέ να χωρίσει ένα ζευγάρι;  Άποψη, λέει. Βρε είχαμε εμείς άποψη; Θυμάσαι να 'χαμε άποψη; ρωτάει στους ίδιους υψηλούς τόνους.
Σα να 'ταν χτες και να τα θυμόταν όλα.
-Κείνο που νομίζαμε σωστό κάναμε, μα στις κουβέντες... συμφωνούσαμε πάντα. Θυμάσαι εσύ άλλα; Μια απόφαση είχα πάρει κι ό,τι κι αν άκουγα ένα "ναι"έλεγα και όλα τελειώναν όμορφα  Μια λέξη είναι το"ναι"...  Λέγε "ναι"!  Σιγά το δύσκολο.
Η μάνα μου είδε τα φώτα απ' τ΄αμάξι των παιδιών που 'ρθαν να την πάρουν, την έπιασε απ' το μπράτσο τρυφερά.
-Μα ναι, έτσε δά είναι που τα λες. Μα ποιος ακούει. Ακούν κανένα; Βρε, διάολο εν ακούν.
Κι ύστερα μπαίνοντας στο σπίτι...
-Την ήκουσες; Μη γελάς καθόλου. Πιότερο μυαλό είχαμε τότε. Κι αυτή την είδες;  Πιότερο έχει από σένα.



Ύστερα το σκέφτηκα καλύτερα. Βρε, μπας είχε δίκιο; Από τρελό κι από μικρό...
Κι έπιασα να διαδώσω τη συνταγή μπας κι είναι γιατρικό. Για τους άλλους βέβαια, γιατί εγώ έχω ασθένεια ανίατη. Και την έδωσα στη φιλενάδα την πιο καλή και την πιο παραδοσιακή, ας πούμε, για να μην τσακώνεται με τον καλό της. Δεν τσακώθηκε, μα αν το συνέχιζε θα χώριζε κατευθείαν.
Κόντεψε να τον τρελάνει τον κακόμοιρο.
"Βούιζε το κεφάλι μου, μου 'λεγε μετά ο σύζυγος, ο οποίος δεν είχε υποψιαστεί πως εγώ ήμουν η αιτία της ξαφνικής μετάλλαξης της γυναίκας του. Δεν μπορείς να φανταστείς. Ό,τι και να της λέω, να μου απαντάει:


-Ναι, ναι, ναι...
-Τι ναι; 
-Ναι, αγάπη μου, ναι ,ναι. 
-Βρε, με δουλεύεις; Γιατί σιγά μη συμφωνείς.
-Ναι, αγάπη μου. Εεε, όχι αγάπη μου, δε σε δουλεύω. Τα λες πολύ σωστά όλα. Κι εγώ μαζί σου.


Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πήγε να μου στρίψει. Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα...."

Ε, την έπιασα ξανά με τρόπο.
-'Αστο, κορίτσι μου, δεν πιάνει. Μην παιδευόμαστε άδικα. Πάει τη χάσαμε τη συνταγή. 
Ζωή κι αυτή!



Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

αλλά τα βράδια ...

Στο χωριό... Αύγουστος 2011
















Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δως μου το χέρι σου...
Δως μου το χέρι σου


(Τάσος Λειβαδίτης, 
από τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», 1953)


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

"Βρε, πιο καλά..."

Στα ουζερί του λιμένος - καλοκαίρι 2011
Ένας παράξενος Ιούλιος ήταν ο φετινός. Μια ατέλειωτη μπουνάτσα, μήτε μια μέρα δεν έκαμε να ρυτιδιάσει η θάλασσα. Παραδεισένιος καιρός. Μα οι ψυχές όλων σε μια αγωνία. Τι θα γίνει, πού θα πάει η κατάσταση, από Σεπτέβρη θα 'ρχονταν λέει νέα μέτρα, μπορεί και το τέλος της κυβέρνησης, μπορεί και το τέλος της χώρας. Μα κάποιοι δεν αγωνιούσαν πια. Τέλειωσαν νωρίτερα...
Τι 'τανε κείνο! Αν όχι κάθε μέρα, τουλάχιστον μέρα παρά μέρα άκουγες για τον ξαφνικό θάνατο κάποιου, πνιγμοί, εγκεφαλικά, μέχρι και αυτοκτονία. Πάνε και οι διεθνούς ακτινοβολίας ευοίωνες προοπτικές μιας αιωνόβιας ζωής, πάνε και οι θεωρίες περί "αειζωίας", πάνε και τα πανηγύρια που αναβάλλονταν το ένα μετά το άλλο... Μια κατήφεια γενική. "Τι μήνας κι αυτός!" "Να πάει και να μην ξανάρθει..."  Κι άλλα τέτοια άκουγες συνέχεια.
Στο λιμάνι ένας δυο γνωστοί. Όλοι γνωστοί δηλαδή, πού τουρίστας κείνο το μήνα, μα ε, δε μιλάμε όλοι μεταξύ μας. Ο σερβιτόρος μεσήλικας. Φίλος των γνωστών μου από την Αθήνα...
-Πώς πάνε οι διακοπούλες; του λέει ο Μάνος που μόλις είχε έρθει από τον Πειραιά.
Καλά; Καλά;
Τι 'τανε να του πει τέτοια λόγια και να χαμογελά κιόλας;
Ακουμπά κάτω το δίσκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι αλλιώς, απ' ότι κατάλαβα μετά, εθελοντικά έκανε το σερβιτόρο, σε άδεια ήταν ο άνθρωπος... Παίρνει την καρέκλα αποφασιστικά στο μέρος του, κάθεται με το 'να πόδι έτοιμο να ξεκινήσει πάλι.
-Βρε, με δουλεύεις; Ε ντρέπεσαι; Εδώ βρε χάνεται ο κόσμος!  Ηπελάγωσα από τη μέρα που 'ρθα... Κηδείες, μνημόσυνα, κόλλυβα, εδωνά ο αδερφός μου ζορισμένος, τα βράδια ξενυχτάω πήγαιν' έλα να σερβέρω, τη μέρα να συνεφέρω τις πεζούλες, το σπίτι είν' έτοιμο να πέσει,  τα γραμμάτια κάτω τρέχουνε σαν παλαβά, δουλειά αμφιβάλλω αν θα 'χω- ο διάολος λέει πως α το κλείσει το ρημάδι.... Δηλαδή, χάλια, χάλια, που πιο χάλια ε γίνεται, έλεγε κουνώντας με νεύρα και τα δυο του χέρια. Άκου διακοπούλες...
-Βρε παράτα τα και ξεκουράσου λίγο... απαντά κάπως μουδιασμένος ο Μάνος.
Εκείνος πιάνει το μέτωπο, γυρνά το κεφάλι δεξιά κοιτώτας προς τα κάτω, σηκώνεται, του δείχνει την παλάμη του τη βρεμένη.
-Βρε, αυτο δά το βλέπεις; Το δες; Ίδρως είναι. Τ' ακούς; Ίδρως. Ετσεδά θα τρέχει μέχρι το πρωί. Παράτα τα, λέει... Λες να μη θέλω;. Μπορώ όμως, ε; Πε μου. Μπορώ;
Ο Μάνος παραιτείται και τον κοιτά με οίκτο πια.
Πάει, μας το χάλασε το κέφι.
Μιλιά δε βγάζει κανείς.

Μα ξαφνικά, λίγο πριν μπει μέσα στο μαγαζί, μια αναλαμπή!
Δε βλέπω το πρόσωπο, μα δείχνει κάτι να σκέφτεται. Σταματά κι αμέσως μετά μια όπισθεν σχεδόν.
Ο Μάνος ξαφνιάζεται. Σα να τον φοβάται πια μετά από τόση κατσάδα που άκουσε.
Αλλά το ύφος του είναι εντελώς διαφορετικό. Παιχνιδιάρικο. Με τσαχπινιά θα μπορούσε να πει κανείς. Σαν να' ναι κάποιος άλλος τώρα...Τον αγγίζει στον ώμο με τη γνώριμη ζεστασιά των Ικαριωτών. Η φωνή του έχει γλυκάνει παράξενα κι ακούγεται ψιθυριστή σχεδόν σα να συνωμοτούσαμε για κάτι...
-Ε, μα να σου πω... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, πιο καλά. Τι λέτε κι εσείς, παιδιά, ε; Συφωνούμε; Σιγά τα βάσανα... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, καλύτερα...
Θυμήθηκε φαίνεται το θανατικό, ήρθε στη θέση τους, του φάνηκε αχαριστία τόση γκρίνια για τα βάσανα τα επίγεια, το 'δε αλλιώς, σε μια στιγμή μονάχα... Ε, και το γύρισε.
Έτσι κι αλλιώς πόση ώρα αντέχουν οι Καριώτες τη γκρίνια;
Είτε την ακούν, είτε την εκφράζουν. Όχι, το γυρίζουν εύκολα.
Βρε, πιο καλά...


Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κόρες του γιαλού

Βλέμμα ναζιάρικο, πείσμα κι οργή που ανάβει και φουντώνει απότομα, όρεξη γι' αγκαλιές και χαμόγελα, κάνει μόνο όσα θέλει και για τ' άλλα.... προσποιείται για λίγο κι ύστερα κάνα δυο κοπλιμέντα, δυο τρία στριφογυρίσματα προσποιητά κι έπειτα στον αρχικό της στόχο.
Αγαπά τα χάδια και γουργουρίζει γατίσια.
Κάποιες φορές σουφρώνει τα δυο της φρυδάκια και κάνει ξανά πως είναι μωρό κι αμέσως μετά υψώνει τη φωνή και θέλει να τη λογαριάσουμε για μεγάλη.
Διεκδικεί κάθε δικαίωμα από τη ζωή άφοβα με τρόπο που δε σε θυμώνει ποτέ, έστω κι αν πρέπει να καμωθούμε πως μας θύμωσε.
Βάζει στα μαλλιά κοκαλάκια και φτιάχνει τέλειες πλεξουδίτσες. Νωρίς νωρίς εγκαταλείπει τα φουστάνια και προτιμά τα τζην και τα παράξενα βραχιόλια, τα σκούρα μπλουζάκια, τις αλυσιδίτσες στο πόδι, το αεράτο βάδισμα.
Αργεί πάντα να ετοιμαστεί και αργεί επίσης να επιστρέψει.
Ξέρει καλά να γέρνει με τρόπο το κεφαλάκι και να σου κάνει νοήματα πίσω από την πλάτη των άλλων σα γνήσιο θηλυκό. Σχολιάζει έτσι τις αντιδράσεις τους που ποτέ μα ποτέ δεν παίρνει στα σοβαρά.
Δεν φοβάται τίποτα ακόμα κι όταν εμείς ουρλιάζουμε σχεδόν όταν ανακαλύπτουμε  τα επικίνδυνα καμώματα που σκαρφίζεται.
Της μοίρας τα ταρακουνήματα που κερνά αρρώστιες και κακοτυχίες ξέρει να τα πιάνει από τα μαλλιά. Κι όλα τότε υποκύπτουν στη δική της θέληση. Μ' ένα μαγικό τρόπο σκύβουν το κεφάλι και χάνονται. Κι εμείς που τη χάσαμε πια ετούτη τη δύναμη με τα χρόνια, λέμε μοναχά "θυμάσαι τότε;" και τρέμουμε σε κάθε παραστράτημα κι απομένουμε αδύναμες να θυμηθούμε στ' αλήθεια εκείνο το κουράγιο και τη θέληση... Απομένουμε μονάχα να χαζεύουμε ομοιότητες, κινήσεις και συνήθειες που μας θυμίζουν τα δικά μας δώδεκα ή τα δικά μας δεκατέσσερα, τη δική μας αέρινη ύπαρξη...

 Κείνη γελά δυνατά και μας κοιτά με τσαχπινιά, χαζεύοντας τον ήλιο που αχνοφαίνεται καθώς χαράζει μετά το πανηγύρι. Κι ανάγκη τότε, αλήθεια, δεν έχουν τις μανάδες οι κόρες του γιαλού, οι καριώτικες, του κόσμου όλου. Οι άτρωτες.

 Καλό ξημέρωμα, μικρές φιλεναδίτσες...





Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Οι καλομοίρες κι ο τρόμος του βασιλόφιδου

 Ο μύθος του χωριού κι ο τρόμος όλων δεν ήτανε τα φαντάσματα, οι καλομοίρες, όπως τα ονόμαζαν. Ετούτες ήτανε καλές, όπως μαρτυρά και τ΄όνομά τους κι η υποτιθέμενη παρουσία τους αποδεκτή απ' όλους.
Μονάχα εμάς τα παιδιά μπορούσαν να φοβίσουν. Για τους μεγάλους ήτανε η συντροφιά, τάχα, στα σκοτεινά περάσματα κι η εύκολη απάντηση για οτιδήποτε δε μπορούσαν να εξηγήσουν με τη λογική.

-Κι όπως ερχόμουνα, βρε παιδιά, λέγανε στο καφενείο, άξαφνα ακούω ένα γδούπο παράξενο.
-Ε, καλομοίρα, θά 'τονε, απαντούσαν οι σοφότεροι.
-Κι εκεδά που ανέβαινα απ΄τ΄Αλί Κασί, έλεγε άλλος την επόμενη βραδιά, δυο ξύλα ηπέσανε άξαφνα στα πόδια της γαϊδούρας...
-Ηφοβήθηκε το ζώο; ρωτούσαν οι ειδήμονες.
-Αν ηφοβήθηκε, λέει, ήρχισε κι ητσίναε κι ίσα να με ρίξει από κάτω...
-Ε, κι απέκειο, τις φοβούντε μαθές τις καλομοίρες τα ζωντανά... Κείνη δά θα τα 'ριξε τα ξύλα.
-Βρε, ε μ΄ένοιαζε, το ΄χα πναστεί κι από μονάχος μου... Μόνο που ηναγκάστηκα να κάμω από άλλο δρόμο, γι' αυτό δα κι ήργησα. Εν ηπέρναε τ΄αναθεματισμένο από κείνο δα το σημείο με τίποτα...
Οι πιο "γενναίοι" έκαναν και συζήτηση μαζί τους...
-Κάνω πως περνάω την Αλάμα και να σου μια καλομοίρα που ε κιοτούσε να με δει στα μάθκια παρά μου 'λεγε κάτι ζαβάδες που γρι εν ηκαταλάβαινα. Ε, μα εγώ, μαθές, τη γνώρισα. Ήτονε η κυρά- Ρήνη, η συχωρεμένη, κι ηθάρρου πως α με τρομάξει...
Μετά από τέτοιες διηγήσεις βέβαια ακολουθούσε σιωπή στον καφενέ. Μόνο κάνα κούνημα του κεφαλιού οι πιο ευγενικοί. Οι άλλοι συνέχιζαν την πρέφα χαμογελώντας πονηρά. Κι ήντα να πεις, μαθές, για τη φαντασία του καθενός...

Dolichophis caspius  (Caspian Whipsnake)
                      φωτό από εδώ 
        Tο βασιλόφιδο της Νικαριάς.
Αν και χωρίς την ..."κορώνα" του μύθου.
Εκείνο που 'κανε τα μάτια των χωρικών να γουρλώνουν, τα χέρια να παραλύουν και το στόμα ν΄ανοίγει διάπλατα ήτανε μόνο η εμφάνιση του βασιλόφιδου! Ζούσε λέγανε στα χωράφια του Αλί Κασί μα είχε κάνει την εμφάνιση του και σε κάτι νερά παρακάτω στην εκκλησιά του Αη Νικήτα...
-Αυτό το φίδι είναι του βασιλιά; ρωτάγαμε τον πατέρα μου σαν ήμαστε μικρά.
-Μωρέ του Θεού θα 'ναι, για να ζει σ' αυτό τον κόσμο. Μα το 'βγαλαν έτσι, γιατί στο κεφάλι του έχει ένα εξόγκωμα σαν κορώνα.
Αυτό μόνο. Κι ότι ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο. Ούτε ότι επιτέθηκε σε κάποιον ούτε ότι δάγκωσε ποτέ κανένα είχαμε ακουστά. Ξέραμε μόνο ότι ετούτο μόνο με τ΄όνομά του τους φόβιζε όλους. Ξέραμε ακόμη πως ήταν ένα. Ποτέ δεν έλεγαν τη λέξη στον πληθυντικό, μόνο "το βασιλόφιδο" έλεγαν. Με το "το" τονισμένο.
-Το 'δες ποτέ, μπαμπά;
-Θαρρώ. Μα πριν το δω το φοβόμουν γιατί μικρό σαν ήμουν είδα το Σταύρο πώς έγινε άμα το 'δε...
Ηνεβαίναμε το μονοπάτι κι ηκάτσαμε ν' αποσκιάσουμε. Άξαφνα ακούμε ένα θόρυβο μεγάλο πίσω μας μα ίσαμε να καταλάβουμε βλέπουμε το Σταύρο που ηκοίταε κατα κεί κι είχε σταθεί σα στήλη άλατος. Κάναμε να τον συνεφέρουμε μα ηκόντευε να μας μείνει στα χέρια. Πώς βλέπεις έναν πεθαμένο που στέκει ακόμη όρθιος δίχως ψυχή, χωρίς βλέμμα ζωντανό, χωρίς μιλιά; Ετσε δά τονε. Πιάνουμε και τον κουβαλάμε στο χωριό. Τον βλέπει η γιαγιά του και βάζει τις φωνές."Άχου, ήντα 'παθε το παιδί;" "Το και το..." "Παναγία μου, είδε το βασιλόφιδο, τρεχάτε να το συνεφέρουμε..."
-Και συνήλθε;
-Ύστερα από μέρες. Δεν ηκουνιούνταν, δεν ήβγαζε άχνα. Μόνο που 'νάσαινε.
-Κι ύστερα;
-Γρι. Είπε μόνο μια φορά πως το δε κι ύστερα δεν την ήθελε πια αυτη δα τη συζήτηση. Βρε, και μεγάλος που 'τονε, ηταράζοντο άμα ήπιανες να τον ρωτήσεις για το βασιλόφιδο.
Άκουσα κι άλλες ιστορίες αργότερα. Άλλος πως είναι τόσο χοντρό σαν το γαστρί για τις μέλισσες, άλλος πως έσπαγε κλαδιά στο πέρασμά του κι όποιος τα έβλεπε εξαφανίζονταν από την περιοχή για μέρες. Άλλος πως έχει την ικανότητα να μαγνητίζει εκπέμποντας ένα είδος ηλεκτρισμού. Ο πατέρας μου πάλι πως, όταν το 'δε τελικά, ηπέρναε από τον ένα βράχο στον άλλο δίχως ν΄ακουμπά στο έδαφος. "Απάνω από το μονοπάτι που απείχανε τα βράχια κάνα δυο μέτρα άξαφνα έκαμε σκιά κι αντί για σύννεφο ήτον εκείνο. Επάγωσα κι έμεινα με το σταμνί στα χέρια για ώρα πολύ." 
Το εξόγκωμα στο κεφάλι δεν το σιγούρεψα βέβαια. Άλυτο το μυστήριο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα χωράφια κείνα ρήμαξαν κι ο μύθος(;) ετούτος ξεχάστηκε σχεδόν.

Ο τρόμος της παραλυσίας, όχι.
Εκπέμπεται από άλλες πηγές σήμερα....

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

"Το βιβλίο και τα μάτια σας..."




..μας έλεγε η μάνα.
Τέτοια εποχή δεν περίμενα τίποτα άλλο με πιότερο ενθουσιασμό. Κι έτσι τη δεύτερη μέρα που ανοίγαν τα σχολειά- η πρώτη ήταν με τον παπά και την αγιαστούρα- καθόμουν φρόνιμα στο θρανίο και τα περίμενα. Όχι τόσο τις γνώσεις που κρύβαν.Την ύπαρξή τους κυρίως. Γινόμουν πλούσια σε μια μονάχα μέρα. Είχα πραμάτεια για το σπίτι. Όχι με άδεια χέρια. Όχι!
Είχα χρώματα να φέρω... Εξώφυλλα όμορφα, σελίδες πλούσιες, γράμματα που τ' άγγιζα και τ' αναγνώριζα.
Όλοι με κοιτούσαν με θαυμασμό. "Τι; Όλα τούτα θα τα μάθεις εφέτο; Μωρέ, μπράβο!"
Κι εγώ καμάρωνα σα σκεπάρνι, που λέγαμε, μεγάλωνα δυο πόντους τουλάχιστον εκείνη την ημέρα. "Άμε, θα δείτε, θα τα μάθω όλα!" κρυφογέλαγα όλο καμάρι.... Ύστερα κλεινόμουν στο δωμάτιο για το δικό μου το προσκύνημα. Δεν ήθελα να ξέρουν την αδυναμία μου...
 Τ' αγαπούσα τόσο, μα πιότερο αγαπούσα κείνο το ξεχωριστό που 'χαν.... Και δεν ήθελα να το ξέρουν μη τυχόν και με πάρουν στο ψιλό.
Να, θα σας τ΄ομολογήσω.
Τη μυρωδιά τους, τη μυρωδιά τους, πιο πολύ αυτή αγάπαγα, κείνη τη μοναδική, την απροσδιόριστη, τη δική μου. Μονάχα εγώ θα τις μύριζα ετούτες τις σελίδες.
Μμμμμ, καινουργίλα, φρεσκάδα...
Για μένα μόνο. Θα την εισέπνεα τους πρώτους μήνες κι ύστερα θα χάνονταν... Από την αφή των δικών μου δαχτύλων μονάχα... Αφού θα γύριζα όλες τις σελίδες μια μια, κι ύστερα πάλι από την αρχή, και ξανά και ξανά. Μέχρι τέλος του μήνα τα περισσότερα... Ύστερα έχαναν πια κείνη την οσμή για πάντα και γίνονταν προέκταση του εαυτού μου, των ματιών μου και των χεριών μου. Του χωριού γίνονταν πια. Έβρισκα ανάμεσά τους ξερά φυλλαράκια ελιάς, νεκρά εντομάκια, μουντζούρες που τους κάναν τα μικρότερα της γειτονιάς. Γίνονταν δικά μας... Και πάλι αγαπημένα.
Μα κείνη η πρώτη αίσθηση, αξέχαστη. Το πρώτο ξενύχτι, κάτω από τη λάμπα...
Λογοτεχνία κυρίως, να διαβάσω όλα τα κείμενα... Να τα ξέρω. Να τα λέει ο δάσκαλος κι εγώ να ξέρω ήδη. Μεγάλες προσδοκίες... Και τα κατάφερνα. Κάτι σκάμπαζα απ' όλα πριν καλά καλά ξεκινήσουν τα σχολειά.

Άφηνα βέβαια για το τέλος και κάτι να 'χω να περιμένω... Αφού τέλειωνε πια το σχολικό έτος, κι όλα μπαίναν σε κούτες, απέμενα το καλοκαίρι με το δικό μου άσο στο μανίκι. Τ' ανθολόγιο.
Χα, εδώ δεν τα διάβαζα ποτέ όλα. Άφηνα και σελίδες που δεν είχα γυρίσει ποτέ. Και τι καλά! Μοσχομύριζαν ακόμη! Και τι όμορφα! Είχα να διαβάσω... Χωρίς το βουητό της τάξης, μονάχη, στους γκρεμούς και στους ίσκιους... Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο!


Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, καθώς αφήνεις την τελευταία σου πνοή, λίγο πριν η σιδηρά κυρία βγάλει τη διχαλωτή γλωσσίτσα που κρύβει επιμελώς, κάμε κουράγιο...
Η οθόνη είναι παγωμένη, βαριά πολύ, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις στο κρεβάτι, δεν καμαρώνει κανείς που την απέκτησες, δεν θα μάθει κανείς αν την είχες δική σου , δε σου σκεπάζει το πρόσωπο πριν σε πάρει ο ύπνος, δεν υπάρχει στο φως της λάμπας, δεν αποκτά σημάδια από κανένα, δεν κυκλοφορεί στη γειτονιά, δε διαβάζεται... Πονά τα μάτια, έχει κουμπάκια πάνω πάνω σα διαβολάκια που σε καλούν σ' άλλα παιχνίδια, σαστίζει τους δασκάλους που δε ξέρουν ποτέ σε ποια σελίδα βρίσκεσαι στ' αλήθεια. 
Κάμε κουράγιο, καλό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, δεν έχει η οθόνη μυρωδιά, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις αγκαλιά, καλό μου. Κάμε κουράγιο.
 Οποιος     ... Έχει 
 Δεν ...          Βιβλία, είναι σίγουρα βλάκας....








Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Το μεθύσι



Ο ικαριώτικος, το μπάλο, τα φοξ-αγγλέ, η πριγκιπέσσα, οι ιαχές των χορευταράδων, τα σκούρα βλέμματα, τα όλο ενθουσιασμό, ο πόνος κι η χαρά, τ' ανταμώματα, οι θύμησες, ο πόνος του σώματος, η ανάπαυλα της ψυχής, το τώρα και το τότε, κείνα που πες και δε θυμάσαι, κείνα που θυμόσουν να πεις και δεν ξεστόμισες, οι αγκαλιές, οι επαναστατικές ιδέες, τ' άδεια μπουκάλια, τ' αγαπημένα πρόσωπα, τ' αστεία συμβάντα, τα κοινωνικά σχόλια, τ' αναπάντεχα χαμόγελα, η αγωνία για τα παιδιά που δεν ξέρεις σε ποια γωνιά ξαποσταίνουν, το καμάρι όταν τα βλέπεις να χορεύουν σε ρυθμούς που νόμιζες πως δε γνωρίζουν, οι καινούριοι φίλοι που τους ήξερες πάντα, μα δεν το 'ξερες, η άλλη όψη της πλατείας, το διαφορετικό φως, η ώρα που ξεχάστηκε απ' όλους, η παρουσία και η απουσία, οικεία πρόσωπα με ονόματα που ξεχάστηκαν, ιστορίες ανάκατες με "ώπα" ....
Ύστερα βγαίνει ο ήλιος, αρχινούν να μαζεύουν τα τραπέζια...

Κι έτσι, που λέτε, ετέλειωσε το πανηγύρι ετούτο.

Παναγιά μου, ημέθυσα μόνο που το θυμάμαι...



Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Λάθος εντυπώσεις...!

Εγώ, μια καθώς πρέπει κυρία, καθισμένη αναπαυτικά σε μια "αεροπορική" θέση. Τα παιδιά κάπου αλωνίζουν. Δε διαβάζω κανένα βιβλίο. Φέτος, είπα, θα γίνω σοφότερη μελετώντας ανθρώπους. Μπροστά μου ένα ζευγάρι Γάλλων, επίσης καθώς πρέπει. Με τα περιοδικάκια τους, τις τσαντούλες τους, τα νεράκια. Κάποια στιγμή σηκώνονται και πλησιάζουν το μπαρ. Για σαντουιτσάκι μάλλον. Δε μιλούν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Καθώς πρέπει είπαμε...
Ξαφνικά εμφανίζεται ένα νεαρό ζευγάρι, με κάπως ατημέλητο ντύσιμο, σχεδόν γκρούβαλοι, που λέμε στο νησί, αλλά από τους ντόπιους, τους χωρίς σκάνδαλα. Ψάχνουν με το βλέμμα τις θέσεις. Κάτι δεν τους αρέσει. Μάλλον επειδή είναι όλες πιασμένες. Κι έξω φυσάει. Δεν είναι για ρομάντζο. Καταλήγουν ακριβώς μπροστά μου στις αδειανές θέσεις του άλλου ζευγαριού.
Δε θα το τολμήσουν, σκέφτηκα. Είναι και τα περιοδικά, η πραμάτεια όλη που άφησαν μονάχη, αφού θα έλειπαν για λίγα μόνο λεπτά. Μα ο νεαρός φαίνεται αδίστακτος.
"Έλα, θα τα πάμε λίγο πιο κει και θα κάτσουμε", λέει στην κοπελιά, "ε, και μετά βλέπουμε..."
 Ωχ, δεν έχουν το Θεό τους, σκέφτηκα πάλι... Απόλαυσαν τα καθίσματα για αρκετή ώρα, καθώς τα σαντουιτσάκια σ' αυτό το πλοίο ζεσταίνονται σε ιδιαίτερα χαλαρούς ρυθμούς. Μετά από λίγο όμως εμφανίζονται οι Γάλλοι με φόρα. Βλέπουν το ζευγαράκι με τόση έκπληξη, σα να έβλεπαν τρομοκρατική επίθεση. Δεν προλαβαίνουν να αρθρώσουν λέξη...
"Α, εδώ κάθεστε; Μισό..., φεύγουμε", λέει ψελλίζοντας σχεδόν ο νεαρός ενώ παράλληλα σπρώχνει απαλά την κοπέλα που είχε αρχίσει να την ψιλοπαίρνει ο ύπνος. Οι Γάλλοι παρακολουθούν αποσβολωμένοι και κάθονται κάνοντας γκριμάτσες περιφρόνησης και αηδίας για το συμβάν.
Αμάν, γίναμε διεθνώς ρεζίλι, σκέφτηκα, τι θα λένε τώρα.... "οι νεοέλληνες, δε σέβονται μήτε κανονισμούς, μήτε δικαιώματα, τίποτα, ανάξιοι των ευγενών προγόνων...τσ τσ!".
Το δράμα δε σταματά εδώ, όμως. Το ζευγαράκι κάνει απλά μερικά βήματα και εντοπίζει πάλι δυο άδεια καθίσματα λίγο παραπέρα.
"Θα κάτσουμε εδώ και βλέπουμε μετά...", λέει πάλι ο νεαρός...
Ε, όχι σκέφτομαι ξανά, έλεος, ετούτοι θα φάνε ξύλο στο τέλος.
Σε λίγο καταφθάνουν οι νέοι δικαιούχοι των καθισμάτων. Δε θα ήτανε για σαντουιτσάκι ετούτοι...κι ήρθαν γρήγορα. Τους σηκώνουν με ευγένεια. Είναι δικοί μας και τολμούν να χαμογελούν συγκαταβατικά. Ο νεαρός ψελλίζει πάλι ένα "συγγνώμη" και σηκώνεται.
Κάνει δυο τρία βήματα με την κοπελιά του και καταλήγει σ' ένα άλλο ζευγάρι καθισμάτων στο οποίο όμως στρογγυλοκάθεται ένα επίσης καθώς πρέπει ζεύγος. Τους παρακολουθώ με περιέργεια.
Μα τι σκαρφίστηκαν; αναρωτιέμαι. Η εξέλιξη απροσδόκητη.

Στέκονται δυο τρία λεπτά από πάνω τους, σχεδόν πίσω τους, κοιτάζονται στα μάτια να πάρουν κουράγιο και τελικά ψελλίζουν. "Συγνώμη, μήπως θα μπορούσατε να σηκωθείτε; Ψάξαμε για κάτι άλλο αλλά μας έχουν σηκώσει δυο φορές... Είναι τα καθίσματά μας, ορίστε το εισιτήριο... Χίλια συγγνώμη..."
Οι καθώς πρέπει ψελλίζουν ένα "συγγνώμη" επίσης και σηκώνονται αμέσως.

Τους συνάντησα σ' έναν άλλο διάδρομο καθώς ψάχναμε για νέα θεσούλα. Με σήκωσαν κι εμένα μετά από λίγα λεπτά.
Κατάστρωμα κι εγώ, βλέπετε...

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Σκηνές και θέσεις...


Το σκηνικό... Λίγο αλλαγμένο, αλλά όμορφο εν τέλει. Άλλοι πρωταγωνιστούν στο κέντρο, άλλοι απόμερα, στο γωνιακό τραπεζάκι του Αυγά, στο μπαράκι της Ρηνιώς, στης Άννας το μεζεδοπωλείο...στη Χελιδόνα, που λικνίζεται πιο κει. Άλλοι γνωστοί από τα παλιά, άλλοι τουριστικού ενδιαφέροντος. 
Κάποιοι λέμε ένα "γεια", κάποιοι αγκαλιαζόμαστε, κάποιους προσπαθούμε να τους αποφύγουμε... 
Πιο πέρα η θέα των ονείρων που δεν κάναμε πραγματικότητα, εκείνων που κάναμε τελικά μα βγήκαν σκάρτα, εκείνων που ήρθαν κι έφυγαν κι εκείνων που δεν τολμήσαμε να ομολογήσουμε μήτε στους εαυτούς μας. 
Συνήθως πίνουμε κάτι. Πορτοκαλάδα ή καλύτερα μαντορινάδα καριώτικη για τις πρωινές ώρες κι  ενίοτε καφές ελληνικός, ουζάκι για τις δύσκολες.

Και κείνες, τις δύσκολες ώρες, κοιτάζοντας το βυθό ξεπηδούν τ' άλλα, οι αναμνήσεις, πανάθεμά τες, να τους δώσεις μια να παν στον πάτο, μα έχουν φελλό στα πόδια και ξεπηδούν στο φλοίσβο, σε ώρες που ο ήλιος ανατέλλει κι έχουν και κείνη την κατάρα να μη μοιράζονται, μονάχα πίνεις άλλο ένα και "στην υγειά μας" κι άλλα τέτοια κι αν είσαι ευλογημένος, κάποιος από την παρέα πιάνει το νόημα και σου χαμογελά για συμπαράσταση κι είναι που δε θέλεις τη λύπηση, μα τι να κάμεις, χαμογελάς κι εσύ και λες "ευχαριστώ" από μέσα σου... 
Ένα "ευχαριστώ" που δε χρειάζεται να το φωνάξεις γιατί μπορεί να τ' ακούσει, δίχως λόγια. Κι είναι τόσο ωραίο να σ' αγαπούν εκεί, δίχως να 'χεις προσφέρει τίποτα και δίχως τίποτε να καρτερείς. Αγάπη δίχως όνειρα και δίχως αναμνήσεις.
 Ύστερα η παράσταση τελειώνει, μένει το σκηνικό μονάχο... Μα και το χειροκρότημα που το ακούνε λίγοι. Ευλογημένοι...ε;
Καλό ταξίδι...






Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Κάτω απ' το μεγάλο πεύκο...

Ένα πρωινό του '55... o Γιάννης ξύπνησε νωρίς. Έπρεπε να κατέβει στον Εύδηλο για να συντάξει την αίτηση προς τη χωροφυλακή του Αγίου Κηρύκου. Ζητούσε άδεια για χρήση πετρομπάρουτου και φυτιλιού βραδείας καύσεως, για ν' ανατινάξει ένα κομμάτι βράχου. Είχε ασβεστοκάμινο την εποχή εκείνη. Θα τον βόλευε πιότερο η δυναμίτιδα μα ήταν εντελώς αδύνατο να την προμηθευτείς. Ο εμφύλιος είχε αφήσει ακόμη νωπές τις υποψίες. Είχε αφήσει ακόμη και μια ομάδα ανταρτών στο βουνό κι έτσι η κατάσταση παρέμενε σχεδόν εμπόλεμη, για το νησί τουλάχιστον.
Στην σύνταξη της αίτησης θα τον βοηθούσε ο Χουτρίδης που 'χε το καφενεδάκι στον πάνω Εύδηλο. Στο ισόγειο του δεύτερο σπιτιού μετά τον Αη Χαράλαμπο. Ο καφενετζής είχε κι αυτή την ιδιότητα. Του συντάκτη αιτήσεων.
Ήταν αρκετά νωρίς όταν έφτασε και στον καφενέ βρισκόταν μονάχα ο Μαρή-Λευτέρης. Κάθονταν με το χαρακτηριστικό του τρόπο στην καρέκλα, ανακούρκουδα, όπως ακριβώς οι ανατολίτες κάθονται απάνω στα μαξιλάρια. Φαίνεται πως και κείνος από κει κρατούσε, έτσι δείχνει το επώνυμό του αλλά όχι αυτό μόνο. Ήταν και η συνήθεια να φουμάρει ναργιλέ.
 Ήταν και το κόκκινο ζωνάρι που είχε πάντα τυλιγμένο στη μέση του, το οποίο έπαιζε συχνά το ρόλο του κομπολογιού. Πώς; Να, μια το τύλιγε, μια το άφηνε να κρέμεται τριγύρω από το κάτω μέρος του σώματός του, μια το δίπλωνε, μια το έσφιγγε...
Ο Μαρή-Λευτέρης ήταν οικογενειάρχης και με πολλά παιδιά μάλιστα, μα η γυναίκα του ήταν μανιακή με την καθαριότητα, του γκρίνιαζε συνεχώς  κι εκείνος για να βρει την ησυχία του επήγαινε από νωρίς στον καφενέ ή και ξώμενε στο γιατάκι του, το καταδικό του, που 'φτιαξε μονάχος δίπλα από το σπίτι του για ν' απολαμβάνει την ησυχία του. Του άρεσε το πιοτό και το γλέντι μα έπρεπε να 'ναι ολομόναχος.
Έπινε με την ησυχία του, χόρευε και τραγουδούσε.
 Μα στο καφενείο ή στην πλατεία κάθονταν πάντα σοβαρός, αμίλητος. Κουβέντα δεν του 'παιρνες.
Σήμερα, έτσι κι αλλιώς, η σύνταξη της αιτήσεως ήταν άκρως σοβαρή υπόθεση κι όλοι κάθονταν με περισυλλογή...
Μα ξάφνου, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Ζαχαριάδης, δικηγόρος σπουδαίος.
-Βρε, καλώς τον! Ήταν νέα μας φέρνεις; τον ρωτά ο καφενετζής.
-Σπουδαία νέα! Εν τα μάθατε; Ακούτε το, λοιπόν, με προσοχή.
 Εδιορίστηκε σήμερα η πρώτη γυναίκα ειρηνοδίκης!
-Μα σοβαρά; Το λες με τα σωστά σου; Μωρέ μπράβο! Να οι γυναίκες, τα 'δατε; έλεγε ο Χουτρίδης στο Γιάννη που χαμογελούσε κι αυτός με θαυμασμό.
Μα άξαφνα εγίνηκε κακό μεγάλο... Ο Μαρή-Λευτέρης σηκώνεται από την καρέκλα με βογγητά σχεδόν...
-Ωχ, Θεούλη μου, αμάν, αμάν...
Ίσαμε να καταλάβουν οι άλλοι τι έγινε, δίνει μια στο ναργιλέ, βουτάει με το 'να χέρι την καρέκλα κι αρχίζει να τη σέρνει προς τα έξω. Βγαίνει από το καφενείο με τον πανικό ζωγραφισμένο στα μάτια του, σα να μην τον έφτανε ο αέρας ν' ανασάνει, και βγαίνει στο πλακόστρωτο... Μα και πάλι δε σταματά, προχωρά προς το κενό κι από τη σύγχυση είναι έτοιμος να στελιώσει την καρέκλα με τα δυο μπροστινά πόδια στο κενό. Τα προστατευτικά καγκελάκια δεν υπήρχαν τότε. Μονάχα το πεύκο παραμένει το ίδιο. Τον προλαβαίνει ο Χουτρίδης...
-Βρε, έλα στα συγκαλά σου, ήντα 'παθες;
-Είμαστε χαμένοι, το κατάλαβες; και κάθεται συγχισμένος ανακούρκουδα πάλι στην καρέκλα που βρίσκονταν πια στην άκρη του πλακόστρωτου τυλίγοντας και ξετυλίγοντας το ζωνάρι με νεύρο. Είμαστε χαμένοι, παιδιά, επαναλαμβάνει προς τους άλλους δυο που 'χαν βγει ξοπίσω για να τον σώσουν.
Εδώ, βρε, δε μπορούμε να βρούμε το δίκιο μας στο σπίτι μας το ίδιο... Τώρα ούτε στο δικαστήριο; Ούτε στο δικαστήριο... Παιδιά, είμαστε χαμένοι...

Να, πέρναγα προχτές και τη θυμήθηκα την ιστορία, αν και γυναίκα, βέβαια, δε με συμφέρει... μα όσο να 'ναι η διάκριση εξουσιών παραμένει αναγκαία ε;. Ειδάλλως είμαστε χαμένοι, παιδιά...

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Από το γιο της Λουλουδιάς...



Η τελεία μοιάζει με τη στιγμή. Η τελεία μένει, η στιγμή δραπετεύει.
"Εσύ πού είσαι;"
"Εκεί που η θάλασσα δεν τελειώνει κι ο ουρανός δεν αρχίζει, υπάρχει μια γραμμή που ενώνει και χωρίζει.
Άναψε δυο κεριά για να με ψάξεις, ένα στην ανάμνηση κι ένα στην προσδοκία".

Λουδοβίκος των Ανωγείων

"Η εξομολόγηση μιας τελείας" εκδ. Λιβάνη

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Όταν ο χρόνος κάνει βόλτες...



Όταν τα κινητά έχουν χαλάσει, τάχα μου...
Όταν οι ειδήσεις λέγονται μονάχα από το γείτονα και δεν αφορούν παρά μονάχα τον άλλο γείτονα...
Όταν τα παιδιά δε σ' έχουν ανάγκη, αρκεί να 'χουν χαρτζιλίκι κι ελευθερία απεριόριστη...
Όταν ο Ιούλιος έχει τα κέφια του...
Όταν αρχίζεις να ξεχνάς ακόμη και ότι έχουμε Ιούλιο...
Όταν αρχίζεις ν' αφήνεις τα κλειδιά στη θέση τους, καθώς τίποτα πια δε σου ανήκει αποκλειστικά...

Τότε μπορείς να χωθείς μες το ηλιοβασίλεμα, το καλοκαιρινό, το διαφορετικό κάθε φορά, το ικαριώτικο, κι ύστερα, όταν χαθεί κι ετούτο, έχεις ακόμη το χρόνο- καθώς τα χρώματά του παίζουν ώρα πολύ με τον ορίζοντα- μ' ό,τι σου απέμεινε από ψυχή και σώμα, για φωτό κι αναρτησούλες κι άλλα τέτοια αστειάκια...




Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Στιχάκια


                            Η επιστροφή

Κι όμως, οι αγκαλιές
μεγαλώνουν.

Έσκυβες κάποτε, γονάτιζες σχεδόν
Κι εκείνα τεντώνονταν στα δυο τους ποδαράκια
Ντυμένα με πολύχρωμες καλτσούλες
Σ’ έπιαναν σφιχτά απ’ το λαιμό
Με τα μικροσκοπικά χεράκια
Μύριζαν γλειφιτζούρι, σαπούνι κι αθωότητα
«Ένα φιλάκι από δω κι ένα από κει,
μπράβο, αγαπούλα μου»
κι εσύ ένα στο μέτωπο
για καληνύχτα
κι όνειρα γλυκά
χωρίς κακούς, χωρίς εφιάλτες.

Κι αν κάτι πήγαινε στραβά
κι εκείνοι έρχονταν,
έσκυβες πάλι,
γονάτιζες δίπλα στο κρεβάτι
και ακουμπούσες στο μαξιλάρι
το κεφάλι
κι απλώνονταν τα δυο χεράκια
που έτρεμαν από τον κακό ύπνο
με τις δύσκολες θύμησες
να βρουν τη μεγάλη παλάμη
να στηριχτούν
να χαλαρώσουν πάλι
και να γείρουν τα βλέφαρα.
«Εδώ μείνε, μ’ ακούς;»
για να τα πάρει ο άλλος ύπνος, ο καλός
της σιγουριάς και της αγάπης.

Κι όμως, οι αγκαλιές
μεγαλώνουν.

Τα δάχτυλα μακραίνουν
Οι παλάμες γίνονται στέρεες
Οι ώμοι γεροί
Έρχονται και σε σφίγγουν
Σχεδόν λυγίζεις από το βάρος
Σχεδόν τα χάνεις
Είναι μεγάλη η αγάπη
Δεν αντέχεται
Όταν γυρίζει πίσω
Τόσο γενναία
Και τόσο όμορφη
Νιώθεις πως δε σου αξίζει,
καθώς μετράς…
Εκείνη που δεν έδωσες
όταν δεν είχες χρόνο…


Στον Κ. μου, που κλείνει τα δεκαπέντε του σήμερα...
Και στις άλλες αγαπούλες που δεν ξεχνώ ποτέ...