Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ξου, ξου! Όλοι μέσα!


Ας μου πει κάποιος...Τι απέγιναν;
Οι αγανακτισμένοι της πλατείας Συντάγματος. Η λαχτάρα για την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας. Οι ενθουσιώδεις γνωστοί που έκλειναν τα διόδια κάθε τρεις και λίγο.
Κρύφτηκαν πίσω από σημαίες κομμάτων;  Ξύρισαν τα κεφάλια; Ή κρύφτηκαν στα σπίτια τους; Κλαίνε; Αυτοκτονούν; Μουντζώνουν πίσω από το τζάμι του παραθύρου τους;

Μου έρχεται στο νου μια ιστοριούλα ακόμη. Εμφύλιος. Στο νησί.
Αρέθουσα, Δρούτσουλας και Γέροντος έχουν εκκενωθεί. Πρέπει να τηρηθεί η τάξις. Στο γιαλό του Καραβοστάμου, που σφύζει ακόμη από ζωή, μετά τις πέντε η κυκλοφορία απαγορεύεται αυστηρά.

Ο Χρήστος, χωροφύλαξ από την Καλαμάτα, άλλο τρόπο δεν έχει να ειδοποιήσει τους κατοίκους πως είναι πέντε παρά και πρέπει να μαζευτούν μάνι μάνι. Οι κάτοικοι -γνωστό αυτό- ρολόι δεν έχουν. Ο μόνος τρόπος είναι η στεντόρεια φωνή του χωροφύλακα.
-Ξου ξου! Όλοι μέσα! Ξου ξου! Ξου ξου!
Στις γειτονιές, στα χωράφια, στην πλατεία.  Και Ιούλιο και Αύγουστο. Να σκάει ο τζίτζικας.

-Και μπαίνατε; ρωτάω.
-Κι άμε… Ίντα θα κάναμε; Αφού ηφώναζε ο χωροφύλακας: «Ξου ξου…» Σαν τις κότες στο κοτέτσι ηπηαίναμε... Κι εμείς, τα παιδιά, που λαχταρούσαμε να τρέξουμε στους δρόμους. Κι οι μεγάλοι που ‘χαν δουλειές ακάμωτες και θυμό... Θυμό να δεις!

-Βρε, μπαίνατε όλοι; ξαναρωτάω.
-Ημπαίναμε, λέμε. Ε, όχι κι όλοι… Να, η τάδε, ξέρεις ποια μωρέ, που ‘χανε σπάσει τα νεύρα της από διάφορα που της είχανε τύχει, εν ήμπαινε… Ήπαιρε τη σκούπα, ηπήαινε ξοπίσω απ’ το χωροφύλακα κι ηφώναζε πιο δυνατά: «Άμε στο διάολο, καράβλαχε, που ήρθες στον τόπο μας να μας πεις πότε α πάμε στα σπίτια μας…». Μα ευτυχώς, εν της ήδινε σημασία κι έτσι τη γλύτωσε φτηνά. Άλλος κανείς. Γανιασμένοι από το φόβο… Εκείνος ηνικούσε τότες, παιδάκι μου. Ο φόβος! Κι από το θυμό δυνατότερος!