Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Πού καιρός....

     

Ο ξάδερφός μου πάει κι έρχεται με νευρικό βηματισμό από την πόρτα ως το παράθυρο και τούμπαλιν. Φτιάχνει σπίτι στο χωριό... Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τα νεύρα ανθρώπου. Άμα περιμένεις και την επόμενη δόση από το δάνειο, άστα...
-Έπρεπε να 'χει τελειώσει το χοντρό χέρι ο σοβατζής από μέρες, να περάσει ο ηλεκτρολόγος για τα καλώδια και μετά από μια βδομάδα, υπολόγιζα, να τελειώναμε. Να περάσουνε για τον έλεγχο, να ξελασπώσουμε... Με παίρνει ο ηλεκτρολόγος και μου λέει ότι δεν έχει κάμει ούτε το μισό. Τον παίρνω. Το σηκώνει μετά από εννιά κλήσεις.
-Έλα, μου λέει, τι νέα;
-Εγώ τι νέα; Δεν το τέλειωσες ακόμα; Πέρασε ο ηλεκτρολόγος κι έφυγε.
-Έλεγα πως θα τέλειωνα σήμερα, αλλά άκουσες για τον καιρό;
-Άστα αυτά κι έμαθα. Είναι χαρά Θεού. Λάμπει ο ήλιος μέρες.
-Ε, αυτό σου λέω κι εγώ. Καιρός για ψάρεμα. Πήρα τη βάρκα κι έμεινα μέσα ίσαμε τ' απόγευμα. Πού να τον ξανάβρεις τέτοιον καιρό; Έπιασα κάτι μελανούρια και κάτι....
Κάνω υπομονή.

Περνάει βδομάδα και...
Με ξαναπαίρνει ο ηλεκτρολόγος. Τίποτα. Εφτά κλήσεις...
-Έλα, τι νέα;
-Να σου πω... με δουλεύεις;
-Όχι, βρε, α πάω...
-Και μη μου πεις για τον καιρό πάλι, γιατί ρώτησα. Ρίχτει από νωρίς και κάνει ψόφο.
-Αύτο δα θα 'λεγα... Κρασόκαιρος... Είμαστε τώρα μες το τζάκι. Είναι οι μέρες, που λένε, για φίλους. Ήρτε κι ο Γιώργης... και ο... κι η... βάλαμε και μια συκωταριά... και... και...
Μου λεγε κάμποσα. Δεν άκουγα. Έψαχνα να βρω τοίχο να χτυπήσω το κεφάλι μου. Άμα βρει καιρό για σοβάτισμα, γράψε μου...

Καιρός για φίλους. Καλές γιορτές!


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο κόκορας


φωτό από εδώ

 Απίθανα χρυσές φτερούγες που έλαμπαν στον ήλιο κι ύφος περήφανο. Περπατούσε καμαρωτός ανάμεσα στις πουλάδες με λειρί κατακόκκινο. Περίμενε να φάνε πρώτα αυτές κι έπειτα έριχνε ένα βλέμμα τριγύρω, επιβεβαίωνε πως ήταν μόνος και μόνο τότε τολμούσε να ρίξει μια κουκουνιά στο κομμάτι από την κολοκύθα που είχε απομείνει.
 Εκείνη τους το κέρασε. Πήγε στον κήπο, μικρό κοριτσάκι πέντε ή έξι, και το 'φερε, το 'κοψε λωρίδες χοντρές για να διευκολύνει τα ζωντανά- τότε τα μικρά μπορούσαν ελεύθερα να χρησιμοποιούν μαχαίρια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα- τους το 'ριξε μες το κοτέτσι κι ύστερα χάζευε πάνω απ' το σύρμα τη συμπεριφορά τους. Να περάσει η ώρα.
Το γεύμα τέλειωσε, ο ήλιος έπιασε να γέρνει προς την πλαγιά...
-Να τους ανοίξω; ρώτησε τη μάνα της που έπλενε στην κάτω αυλή.
-Άνοιξε, να κάμουνε μια βόλτα πριν μπούνε για ύπνο. Άνοιξε.
 Τραβά το σύρτη, δίνει μια ώθηση στην ξύλινη πορτούλα και χαμογελά με την ομαδική φυγή προς την ελευθερία. Οι πουλάδες ξεχύνονται με γέλια κακαριστά. Άλλες προς την κουντουριδιά, άλλες κάτω από το πατητήρι, άλλες στη συκαμινιά για να πάρουν το γλυκάκι τους.
 Ο χρυσός βασιλιάς τους βγαίνει τελευταίος. Περπατησιά όλο σιγουριά και βλέμμα μοχθηρό. Ηγέτης αληθινός. Η μικρούλα έχει σταθεί τώρα κάτω από την αγγελική και τον χαζεύει. Τον θαυμάζει ίσως. Για λίγο της περνά από το μυαλό πως τον αγαπά. Για πολύ λίγο.
Τον βλέπει πως κατευθύνεται προς το μέρος της αργά, αποφασιστικά. Κάνει ασυναίσθητα δυο βήματα πίσω. Αγγίζουν τα ποδαράκια της το τοιχαλάκι της πεζούλας. Αν κάνει ένα βήμα ακόμη θα πέσει στο κενό. Την πλησιάζει κι άλλο. Απότομα ανοίγει τις φτερούγες του, κάνουν ένα βουητό πρωτοφανές, ανατριχιαστικό. Προσγειώνεται στο κεφαλάκι της. Η μικρή βάζει τις φωνές. Εκείνος αρχίζει να της χτυπά με τα φτερά το πρόσωπο. Δυνατά χαστούκια. Τα μάγουλά της κοκκινίζουν. Δεν μπορεί ν' αντιδράσει. Μένει ακίνητη και κλαίει. Εκείνος παίρνει κι άλλη δύναμη και με το ράμφος του της καταφέρνει απανωτές τσιμπιές στο μέτωπο. Την σώζει η μάνα της μ' ένα κλαδί. Την παίρνει ράκος, μια σταλίτσα θυματάκι, την πάει μες το σπίτι αγκαλιά.
 Δε συνήλθε ποτέ. Ούτε κι όταν είδε τις φτερούγες με σάλτσα κόκκινη και τη δύναμη ως λίπος πια ανάμεσα σε κόκκους ρυζιού. Έμεινε αδύναμη. Έχει εμμονή να ψάχνει το "γιατί". Τα χάνει πάντα όταν δεν βρίσκει την απάντηση. Ωστόσο συνεχίζει ν' ανοίγει τις πορτούλες...


Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ώμος, παλάμη κι ένα τσαφ!

 

Στο πανηγύρι του Χριστού.
-Χορεύουμε;
-Μπα, δεν έχω όρεξη τώρα…

Κάθισε λίγο πιο κει με σκυμμένο κεφάλι. Περασμένης ηλικίας μα ετοιμοπόλεμος.
Ξημέρωνε. Οι άλλοι ξενύχτηδες έπαιρναν δυο δυο τη θέση τους στην πίστα.
Τάρα ταρά τατατάμ… τάρα ταρά τατατάμ…
Μόνοι οι δυο μας σαν αναπληρωματικοί στον πάγκο. Πιάναμε τα πλαστικά ποτηράκια και αντλούσαμε ζωή οίνου ζαλισμένη παρέα με ρουφηξιές καπνού. Κοιτώντας μια προς την πίστα και μια προς το βουνό που είχε αρχίσει να λούζεται με τις πρώτες ακτίνες.
Αλλά κράτησε πολύ το τραγούδι. Δεν άντεξε τη σιωπή παραπάνω. Με πλησίασε.
-Και γιατί, παρακαλώ, δεν ήθελες να χορέψουμε;
«Γιατί δε σε ξέρω, δε με ξέρεις κι έχεις και θολό βλέμμα από νωρίς» πήγα να του απαντήσω, αλλά κρατήθηκα.
-Δεν είχα όρεξη εκείνη τη στιγμή. Δεν ήθελα να σε προσβάλω, απάντησα.
-Δεκτόν, είπε με σιγουριά. Κατανοώ απολύτως. Και τι είναι ο χορός; Ένα τσαφ! Μια έμπνευση που σου ‘ρχεται κείνη δα τη στιγμή που ακούς την πρώτη νότα. Ή όχι. Κι άμα δε σου ‘ρχεται, πιο καλά είναι να κάτσεις στο πάγκο από το να χορεύεις με το ζόρι.
Ήξερα ότι Καριώτης που κάθεται άπραγος θα φιλοσοφήσει στο πεντάλεπτο, αλλά μετά από τόσο κρασί φαντάστηκα πως θα λέει ασυναρτησίες. Ή μήπως όχι; Γιατί τα φέρνω στο μυαλό μου τα λόγια του πολλές φορές.
-Έτσι, που λες... Κάτι που αστράφτει στο μυαλό σου, μια λάμψη, εμπνέεσαι τότες και δε σε νοιάζει τίποτα. Ούτε με ποιον είσαι ούτε τι είσαι. Ακουμπάς σ’ έναν ώμο ανθρώπου και βουτάς και μια παλάμη, θες γεροντίστικη, θες νεαρού, παιδιού, κοριτσιού, αγοριού, σημασία δεν έχει, μόνο έναν ώμο κι ένα χέρι ανθρώπου και πας και στροβιλίζεσαι στην πίστα κι ο κόσμος όλος χάνεται κι εσύ νιώθεις πως πετάς κι ούτε να τελειώσει θέλεις ούτε και ν’ αρχίσει τίποτα. Είσαι κείνη την ώρα ευτυχισμένος. Αλλά άμα δε νιώσεις κείνο το τσαφ, κείνη την έμπνευση, που λέμε, το φως, πώς να στο πω, καλύτερα να κάτσεις στ’ αυγά σου. Και καλά ήκαμες και μου το ‘πες, γιατί χαμένα θα πηαίνανε τα βήματα…

Δημοσιεύτηκε στο ikariamag 10-12-12

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Α περάσει...


φωτό από εδώ
   
 Το ασθενοφόρο με τις σειρήνες να ουρλιάζουν πέρασε την είσοδο του "Σωτηρία", άνοιξε η πίσω πόρτα και έβγαλαν το φορείο με την καημένη την κυρα-Λευτερία σε άθλια κατάσταση.
Έτερος Καριώτης που παρευρισκόταν στο σκηνικό έτρεξε να δει τι γίνεται, μιας και τα πρόσωπα του φαινόταν κάπως γνωστά. Αφού συστήθηκαν, άρχισε τις ερωτήσεις.
-Και τι έπαθε η γυναίκα; ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον.
-Ξέρω 'γω; Πόνοι στο στήθος και στην πλάτη, δύσπνοια φοβερή και πίεση.
-Πολλή πίεση;
-Πολλή... απάντησε ο γαμπρός της γυναίκας σκεφτικός και με ζωγραφισμένη την ανησυχία στο πρόσωπο. Δίπλα η κόρη της ασθενούς, έτοιμη να λιποθυμήσει από την αγωνία.
-Δυνατός πόνος;
-Δυνατός. Δεν την άκουσες; Ουρλιάζει η γυναίκα.
-Και στην πλάτη και στο στήθος;
-Ναι, αυτό μ' ανησύχησε πιότερο.
-Και δύσπνοια;
-Ναι... Και δύσπνοια...
-Ίωση θα 'ναι, του λέει με σιγουριά. Μη στενοχωριέστε. Α περάσει...
Έπειτα τους χτύπησε την πλάτη με συμπάθεια και προχώρησε προς το προαύλιο.

-Κατάλαβες; μου λέει όλο αγανάκτηση η φιλενάδα μου. Να 'χω τη μάνα μου σε κρίση, να μην ξέρω αν έχει πάθει έμφραγμα, αν θα ζήσει και πόσο και να 'χω και τον παλαβό να μου λέει πως είναι ίωση και πως α περάσει...
Μόλις είχα ξυπνήσει κι είχα μια καθαρότητα στη σκέψη. Μπορεί και αφέλεια.
-Πέρασε;
-Πέρασε, αλλά πήγα να τρελαθώ...
-Έτσι θα περάσουμε τις κρίσεις, καλή μου. Και καλά ίωση. Χτύπημα στην πλάτη και αισιοδοξία. Κι εκείνο το "α περάσει..." κράτα το. Ίσως το πίστευε. Κι ίσως και να γίνεται, άμα το πιστεύεις.


Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Η ντροπή




φωτό από εδώ
 Τους ζητώ να κατατάξουν τα ουσιαστικά από το ασθενέστερο στο ισχυρότερο.
Συμπάθεια, αφοσίωση, αγάπη, λατρεία. Τα τακτοποιεί αμέσως. Και συμπληρώνει: "Εύκολο αυτό, το 'χω μάθει στο κέντρο αποτοξίνωσης. Εκεί έμαθα και ν' αγαπώ πραγματικά".
Γράφτηκε στο εσπερινό, όταν ο εργοδότης επισήμανε αυστηρά πως ένα απολυτήριο Λυκείου θα 'ταν απαραίτητο για να συνεχίσει να τον απασχολεί. Τρέχει κάθε απόγευμα από την άλλη άκρη της πόλης με την ψυχή στο στόμα για να προλάβει το κουδούνι. Στα σαρανταπέντε. Έχουν περάσει τρία χρόνια. Τώρα είναι στη Δ' τάξη. Βραχνή φωνή και τατουάζ παντού. Εν τω μεταξύ ο εργοδότης "βάρεσε κανόνι", όπως λέει. Ο αδερφός του και η νύφη του έμειναν επίσης άνεργοι. Κανένα απολυτήριο δεν έχει νόημα πια. Μένει σε σαράντα τεραγωνικά μαζί με το λοιπό συγγενολόι, σύνολο οχτώ άτομα. Ζουν με τη σύνταξη της μάνας. Δεν γουστάρει τη δημοκρατία. Ρίχνει εκεί το φταίξιμο όλο. Γουστάρει τις ερπίστριες. Θέλει να βάλουν τάξη, να τους στείλουν στα σπίτια τους ή και να τους λιώσουν. Δεν τον ενοχλεί η βία και δεν καταφέρνω να τον πείσω για το αντίθετο.

Με κοιτά στραβά. Νομίζει πως τον αντιπαθώ για τις ιδέες του. Κάποια βράδια τον πείθω πως αντιπαθώ τις ιδέες του, μα όχι τον ίδιο. Δεν μπορώ πάντα να τα βάζω σε σειρά. Μπερδεύω την αποστροφή, το μίσος, την απέχθεια, την αντιπάθεια. Μπαίνει ανάμεσα η κατανόηση σαν αστραπή και μου ρημάζει το μυαλό. Τη διώχνω γρήγορα και σβήνουν όλα. Μόνο η ντροπή μένει...