Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Δε με θέλει η αγάπη μου

 Ήταν ένα παράξενο ζευγάρι. Άτεκνο κι έτσι είχαν δώσει όλη την αγάπη τους ο ένας στον άλλο. Γιατί μοιράζεται η αγάπη, ψέματα λέει όποιος υποστηρίζει τ' αντίθετο. Κείνος ήτανε ένας φυσιολογικός άντρας, με τις δουλειές του και τη λογική του. Κείνη ήτανε κάπως αλλιώτικη. Έκανε σα μικρό παιδί και τον ταλαιπωρούσε. Σαν τα τρίχρονα που ταλαιπωρούν τους μπαμπάδες, σαν δεν τους κάνουν όλα τα χατίρια.
Τον αγάπαγε με τον δικό της τρόπο, μα δεν του το 'λεγε. Την αγαπάγε πιότερο και της το 'δειχνε κάθε μέρα. Τη βοηθούσε στις δουλειές, που δεν έκανε ποτέ μόνη της, γιατί της άρεσε πολύ να χουχουλιάζει. Της μαγείρευε και της καθάριζε, όσο μπορούσε ο καημένος. Γιατί είχε και το μεροκάματο. Και το σπίτι ήτανε αραχνιασμένο σχεδόν όλο το χρόνο κι επισκέπτης δεν πάταγε το πόδι του. Κι όσο δεν ερχότανε άνθρωπος, τόσο εκείνη έπαιρνε τη ρύμη και κατηφόριζε να βρει κάποιον για κουβέντα. Ααα, οι δουλειές δεν της άρεσαν, μα δίχως κουβέντα δεν μπορούσε να κάμει.
Ύστερα γέρασαν. Κι όσο γερνούσαν τόσο εκείνος την αγαπάγε πιότερο και τόσο εκείνη του έκανε νάζια. Κι ούτε πια μια δουλειά δεν έκαμνε, έτσι για το μάτι. Τίποτα. Κείνος αδυνατούσε μέρα με τη μέρα και κείνη έφευγε να βρει κουβέντα απ' το πρωί. Είδανε κι απόδανε, ήτανε δύσκολα πολύ τα πράματα, πήγανε στο γηροκομείο, να έχουνε ένα πιάτο με φαγητό τουλάχιστον, γιατί εκείνος δύναμη πια δεν είχε να μαγειρεύει και της το 'λεε, μα δεν τον άκουε. Το γηροκομείο της άρεσε στην αρχή, γιατί είχε κουβεντολόι εκεί. Μα τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Νέο κανένα.
Και τον πήρε από το χέρι και του 'πε πως θέλει να γυρίσει σπίτι. Δεν της χάλασε χατίρι. Μόνο που πήγανε στο δικό του σπίτι, όχι σ' αυτό που έζησαν όλα τα χρόνια, γιατί το χωριό το δικό της είχε σχεδόν ερημώσει πια. Μικρό σπιτάκι είχε, μα σε χωριό μεγάλο. Βρήκε εκείνη τους συγχωριανούς τους άντρα της και της άρεσε. Κάθε μέρα κι ένα νέο. Κι ήτανε χαρούμενη στην αρχή, μα το βλέμμα από το χρόνο που περνούσε όλο θόλωνε και θόλωνε. Ήξερε πόσο την αγάπαγε κι ήθελε ο αρρωστημένος νους να του κάμει τα τελευταία του καπρίτσια.
Κι ένα απόγευμα του λέει να φύγει.
-Πού να πάω;
-Όπου θες... Μόνο να φύγεις. Δε σε θέλω πια.
Και δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι κι έφυγε. Πήρε ταξί και πήγε στο δικό της το χωριό, στο σπίτι όπου έζησαν όλα τους τα χρόνια. Κι ήτανε μεσάνυχτα όταν έφτασε. Δεν μπορούσε ν' ανοίξει την πόρτα. Δεν άντεχε. Και πήγε στην ταράτσα του παλιού σχολείου και κοιμήθηκε στο τσιμέντο της. Κι ύστερα τον μάζεψαν κουρέλι. Πέθαναν σύντομα κι οι δυο. Χώρια.

Πήρα το ίδιο ταξί έν' απόγευμα Σαββάτου. Κι όταν είπα από πού είμαι, μου  είπε ο ταξιτζής πως κάποτε, χρόνια πριν, πήρε ένα γέρο για το ίδιο χωριό μεσάνυχτα κι όλο μυξόκλαιγε σα μικρό παιδί και μονολογούσε:
-Δε με θέλει η αγάπη μου, δε με θέλει η αγάπη μου...
Κι ύστερα μου 'πε ο ταξιτζής πως στεναχωρέθηκε, βέβαια, μα απ' την άλλη πήρε θάρρος που υπάρχουνε σ' αυτό τον κόσμο ογδοντάχρονοι που αντέχουν ν' αγαπούν με τόση δύναμη.
Κι εγώ κουβέντα δεν είπα.
Πάω μόνο στο σπίτι τους πού και πού και τραβώ φωτογραφίες. Αραχνιασμένο πάντα.