Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το φαϊ των παιδιών

Σα να ‘ταν χτες…
Η γυναίκα του τον παρακαλούσε ένα χρόνο σχεδόν. Από τότε που ήρθαν οι πρώτοι Ιταλοί στο νησί. Δεν τους είχε μείνει τίποτα πια. Μήτε σπόρος, μήτε ζωντανό. Είχε αρχίσει ο εφιάλτης της πείνας.
Οι βάρκες έφευγαν γεμάτες κόσμο κάθε νύχτα που το φεγγάρι έλειπε από τον ουρανό ή είχε σκεπαστεί με βαριά σύννεφα. Όλοι οι συγγενείς είχαν φύγει από καιρό, τουλάχιστον οι πιο νέοι. Οι γειτόνοι το ίδιο. Περνούσαν απέναντι, στις παραλίες του Κουσάντασι και κατέληγαν μετά από οδυνηρή πορεία στο Χαλέπι της Συρίας και στη Βηρυτό όπου τους υποδέχονταν  Άγγλοι και Γάλλοι στα στρατόπεδα υποδοχής προσφύγων.
Μα κείνος είχε πεισμώσει και δεν άφηνε τη Νικαριά με τίποτα.
-Εν έχουμε να πάμε πουθενά, γυναίκα… Α περάσει το κακό. Γύρευε να βρεις κι αυτοί που φύγαν τι τους περιμένει. Ε φεύγω από το σπίτι μου, σου λέω, πάρ’ το απόφαση…
Ήτανε λεβέντης ο Γιώργης, οικογενειάρχης άνθρωπος, νοικοκύρης. Νοιαζόταν για όλους και είχε μάθει να παλεύει από μικρό παιδί. Το φευγιό φαινόταν δειλία στα μάτια του.
Κείνο το μεσημέρι η γυναίκα του άναψε τη φωτιά κι έβαλε τσουκάλι. Μετά από καιρό. Οι Ιταλοί είχαν κάποια γιορτή και μοίρασαν σε κάθε οικογένεια μια μικρή ποσότητα καλαμποκάλευρου χοντραλεσμένου. Το ‘βρασε εκείνη όλο χαρά και το ‘καμε κουρκούτα να χορτάσει η οικογένεια. Εκείνη, ο Γιώργης και τα δυο τους παιδιά. Ύστερα το μοίρασε στα πιάτα να κρυώσει και βγήκε έξω να κάμει τη μπουγάδα.
Ο Γιώργης γύρισε νωρίτερα. Δούλευε από τα χαράματα στο χωράφι, μα γύριζε με άδεια χέρια. Πεινασμένος και κατάκοπος μπαίνει μέσα και βλέπει το φαγητό. Όλα τα κουλάντριζε ο Γιώργης, μα η πείνα του θόλωνε το μυαλό. Πιάνει το ένα πιάτο και το κάνει μια χαψιά. Δε χόρτασε. Χωρίς σκέψη, μόνο με μια λαχτάρα πρωτόγνωρη, πιάνει και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο.
Απομένει μπροστά στα άδεια πιάτα. Η λογική επανέρχεται. Συνειδητοποιεί την πράξη του και βγαίνει στην αυλή τρελαμένος.
Καταρρέει μπροστά στα μάτια της γυναίκας του. Πρώτη φορά τον έβλεπε να κλαίει.
- Ήντα ‘καμα, γυναίκα, ήντα ‘καμα…
Τον κοιτάζει αλαφιασμένη.
-Τι συμβαίνει; Τι έγινε;
-Συμβαίνει πως αρχίζεις τώρα να μαζεύεις τα ρούχα κι ό,τι άλλο θαρρείς πως α χρειαστούμε… Φεύγουμε το βράδυ.
-Φεύγουμε; Για πού; Απόψε;
-Απόψε, γυναίκα, πάμε απέναντι κι όπου μας βγάλει…
-Ηλωλάθηκες; Τόσο καιρό σε παρακαλάω, τι ήπαθες;

-Τι ήπαθα, τι ήπαθα… συνεχίζει μες τ’ αναφιλητά εκείνος. Ήφαα το φαΐ των παιδιών…αυτό δα ήπαθα. Καταλαβαίνεις, γυναίκα; Ήφαα το φαΐ των παιδιών. Το φαΐ των παιδιών… έλεγε και ξανάλεγε ο Γιώργης οργισμένος με τον εαυτό του, με την κατάντια, με τη δύναμη της πείνας που τον μεταμόρφωσε τόσο.

Έφυγαν, πέρασαν πολλά, αλλά επέζησαν κι επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια στο νησί.
Ήταν σίγουροι πως το κακό πέρασε πια...


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 20-4-2012)

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Απόβροχα

Ικαριώτες κι οι δυο, αλλά μόλις συστηθήκαμε. Μιλήσαμε λίγο για τα χωριά μας και μετά σωπάσαμε. Η Μαρία, κοινή μας φίλη, Αθηναία, που επισκέπτεται το νησί μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, μας έκανε τα γνωστά παράπονα για τους σκηνίτες που γέμισαν τις παραλίες φέτος και για το μποτιλιάρισμα στα πανηγύρια.
Ξαφνικά, εκείνος με κοιτάζει μ’ ένα ύφος κάπως συνομωτικό...
-Ήβγανε φέτος; με ρωτάει. Ήκουσες τίποτα;
-Εεεε; Μπα, εν ήβρεξε αρκετά ακόμα. Θα το μάθαινα.
-Ποιοι καλέ; ρωτάει η Μαρία. Με τη βροχή μπαίνουνε μέσα, δε βγαίνουνε.
Κοιταχτήκαμε ξανά και χαμογελάσαμε σα να γνωριζόμαστε χρόνια.
-Είσαι σίγουρη; Γιατί στις Ράχες βγαίνουνε νωρίς, μου λέει.
-Στις Ράχες; Από πότε, καλέ, βγαίνουνε νωρίς στις Ράχες; Άλλο πάλι κι αυτό! Θα με τρελάνετε; συνέχισε η φίλη μας όλο απορία.
-Ξέρω και γω... Πάντως σε μας δε φανήκανε, του απαντώ. Κάποιος θα με ειδοποιούσε. Εκτός και αν... Ίσως στο Πλακωτό;
-Κάτσε, θα πάρω τη θεια μου... Θα ξέρει σίγουρα.
Σχηματίζει τον αριθμό, περιμένει αρκετή ώρα... Ο λόγος του γίνεται ακόμη πιο αργόσυρτος.
-Εεεε, καλησπέρα.  Ίντα κάνετε; Καλά ούλοι; Εεεε, ο Νικόλας είμαι. Καλά, ναι. Ε, άμε... Για πες, ήβγανε εφέτος, για ακόμα; Γιατί μου λένε πως εν ήβρεξε και ηργήσανε να φανούνε. Αααα, ναι... Αααα, πάνω ψηλά... Έχε το νου σου άμα φανούνε και πιο κάτω, α μου κάμεις ένα τηλέφωνο για να μπω στο καράβι. Εεεε, καλά. Χαιρετισμούς να δώκεις. Α τα πούμε τότες από κοντά, άμα έβγουνε.
-Δηλαδή όταν βγαίνουνε αυτοί, εσύ παίρνεις το καράβι και πας κάτω; Τι γίνεται; βάζει τις φωνές η Μαρία.
-Τι σου ‘πε; Ηφάνηκε κανένας; ρωτάω με αγωνία τον Νικόλα.
-Λίγοι στις Βαθές. Ε, α κάμουμε υπομονή λίγο ακόμα κι ύστερα α κατέβουμε.
-Πας κι εσύ στο νησί για να βρεις αυτούς που εμφανίζονται μετά από τη βροχή; με ρωτά η φίλη μας μ’ ένα ύφος σα να έχει να κάνει με πανηλίθιους.
-Ανελλιπώς, κάθε χρόνο απόβροχα.
-Και τι κάνετε μ’ αυτούς, ρε παιδιά, και αξίζουν τόσες ώρες ταλαιπωρίας;
-Δε ξέρω ακριβώς. Έχει να κάνει με το γούστο του καθενός. Εγώ τους κάνω με αλεύρι στο τηγάνι. Ειδικά τους χοντρίτες.
-Τιιι;;; Ποιους;;
-Α, δεν έχεις δίκιο, μου λέει ο Νικόλας, στα κάρβουνα είν’ η νοστιμιά.
-Κι εγώ θα σας κάνω με τα κρεμμυδάκια, άμα δε μου εξηγήσετε...
-Μπράβο, ρε Μαρία. Και με τα κρεμμυδάκια είναι τέλειοι!
-Και ντοματούλα. Ναι, ρε συ, αλλά οι κουμαρίτες.
-Α, και τ΄ακισαριτάκια είναι καλά...
-Λοιπόν, πάω να βάλω λίγο κρασί, μπας και συνέλθω... Μου σπάσατε τα νεύρα!
-Αααα, και με κρασάκι πάνε τέλεια, λέμε με μια φωνή κι οι δύο.
Κάτι μας εκσφενδόνισε, δε θυμάμαι τι, ο νους μου ήταν ήδη στα ρουμάνια...


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 22-10-2014)

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Μύσταξ και παρατσούκλια



Εκείνος με το παρατσούκλι Ζούτουνας, λέει, είχε το καφενείο-χασάπικο-μαγειρείο αλλά και ψιλικατζίδικο στο πάλαι ποτέ εμπορικό στενό του Καραβοστάμου. Ένα εμπορικό στενό που πριν λίγες μέρες η θεία μου, καθώς πίναμε τον καφέ μας, το χαρακτήρισε ως την «Ερμού» της κωμόπολης που κάποτε υπήρξε το σημερινό πανέμορφο χωριουδάκι, τότε με 120 παιδιά στο δημοτικό, τώρα με είκοσι και αν…
Στο στενάκι ετούτο μαζεύονταν πριν χρόνια όλοι οι Ικαριώτες της περιοχής για τα ψώνια. Αυτοί που έρχονταν από το Γέροντος ή την Αρέθουσα είχαν μαζί και τα γαϊδούρια τους για τη μεταφορά των προϊόντων που θ’ αγόραζαν.

«Τρεις γαϊδουροσταθμούς είχαμε τότε στο χωριό» συνεχίζει η θεία μου με καμάρι. «Έναν στο ποτάμι, έναν άλλο στην "Ερμού" και έναν τρίτο κοντά στης Μεντούς».

Η Μεντού είχε «τη βιοτεχνία» -μισοβυθισμένο σπιτάκι τώρα απ’ τα χώματα και τα τσιμέντα- στο γιαλό, πλάι στον καφενέ του Μπατανιά, κι έφτιαχνε μέντες. Εξ ου και το παρατσούκλι... Μια τεράστια κατσαρόλα σιγόβραζε όλη μέρα και χάριζε ευωδιά και χαρά στην πιτσιρικαρία και όχι μόνο.

Ο Καμιλιέρης είχε επίσης στην "Ερμού" την ταβέρνα με το μοναδικό γραμμόφωνο του χωριού που έπαιζε μόνιμα το αγαπημένο του: «Αραπίνες, μαύρες, ερωτιάρες…..» Εξ ου και το παρατσούκλι…
Ο Τσικνιάς είχε το άλλο χασάπικο, ανταγωνιστής του Ζούτουνα. Κοντά τους κι ο Κανάρης με το ψιλικατζίδικο.
Στα σκαλάκια του σπιτιού της η Μπαρταδίνα παρακολουθούσε κάθε κίνηση της πελατείας.

Ο Λαλάγκος –επίσης παρατσούκλι, όπως και τα προηγούμενα- δεν είχε κατάστημα, ούτε ήταν παρατηρητής, ήταν φιλόλογος κι ερχόταν εκεί για τον καθημερινό του περίπατο.

Νάτος! Πλησιάζει με αυστηρότητα.

Ο Ζούτουνας ξελαρυγγιάζεται για να νικήσει τον ανταγωνιστή του, τον Τσικνιά.
-Να, να, να!! Εδώ ζυγούρι!! Ζυγούουουρι που λιγδώνει ο μούσταξ!!!

Ο Λαλάγκος, όλο αγανάκτηση, επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα για χιλιοστή φορά…
-Για τ’ όνομα του Θεού, Σιδερή, ο μύσταξ, όχι ο μούσταξ…

Ο διάλογος επαναλαμβάνεται καθημερινά, λένε, για χρόνια…

Για χρόνια...

Ταξιδεύουμε, ανοίγουν ξανά τα πατζούρια, γεμίζει ο τόπος πραμάτειες, γαϊδουράκια και μυρωδιές και τραγούδια, ξαναζεί κι η γιαγιά και γελάει μαζί με τη νύφη και το γιο της και τη μάνα. Κι όλοι μαζί, ζωντανοί και πεθαμένοι, κι οι κόρες κι οι εγγόνες και τα τρισέγγονα γελάμε με την εμμονή του ενός ανθρώπου στο σωστό και με την εμμονή του άλλου στο λάθος.


Μετά φωτογραφίζω το έρημο στενάκι με τα σκουριασμένα τσιγκέλια ακόμη στους τοίχους και μπαίνω στ’ αμάξι. Η Μπαρταδίνα στα σκαλάκια σα να με παρατηρεί από κάπου...