Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Τα μάγια του καφέ



   Στις καφετέριες προτιμώ το νες. Το ίδιο και στο σπίτι στην Αθήνα. Μα στο νησί δε χαλάω την παρέα. Ελληνικός καφές πάντα. Στην αυλή συνήθως. Βάζουμε τα φλιτζανάκια στο τραπέζι κι η θεία με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει μας σερβίρει. Πίνουμε αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, σπανίως της χώρας κι ακόμη πιο σπάνια τα προσωπικά μας. Τα τελευταία θα …αποκαλυφθούν έτσι κι αλλιώς στο τέλος. Όταν θα ‘ναι η ώρα για «τη μοίρα». Περιστρέφουμε με αργές κινήσεις το φλιτζάνι αδειάζοντας το σερμπέτι στο πιατάκι. Περιμένουμε ώσπου να στεγνώσει κουβεντιάζοντας ξανά. Μετά η θεία παίρνει ένα ένα τα αναποδογυρισμένα φλιτζάνια, παρατηρεί με προσοχή τα  καφετιά σχήματα που έχουν δημιουργηθεί και επιδεικνύει τη …μαντική της τέχνη. Οι άντρες συνήθως μας περιπαίζουν.

-Μην ξεχάσεις το «σταράτο», συμβουλεύει ο θείος τη γυναίκα του γελώντας. Και την «επιτυχία»…
Εκείνη κάνει πως θυμώνει.
-Να μην ανακατεύεσαι, τον μαλώνει και βάζει το δάχτυλο στα χείλη για να επικρατήσει η απαιτούμενη σιωπή που δίνει στη διαδικασία έναν κάπως επίσημο χαρακτήρα. Κανείς μας δεν έχει αγωνία. Χαλαρά περιμένουμε ν’ ακούσουμε το καθημερινό μας παραμύθι.
-Έχεις ένα μεγάλο Π. Ξέρεις κανέναν Πέτρο, Παύλο; Παναγιώτη; Όχι; Α, τότε θα ‘ναι πόρτα. Ναι, μια μεγάλη πόρτα. Επιτυχία. Πω πω… τεράστια! Τώρα, κοντά. Βλέπεις; Είναι πάνω πάνω, στο χείλος. Αν δε με πιστεύεις, δηλαδή… Θάλασσα δεν έχεις. Το σπίτι σου καθαρό. Αμάν! Ένας εχθρός, Παναγία μου, για δε τονε. Εδώ, εδώ πάνω… Πού πού να’χει ανάγκασμα! Κάτσε να ρίξουμε λίγο νερό. Ανακάτεψέ το ξανά. Ωραία. Καθάρισε. Όχι που θα τον αφήναμε… Ένα δώρο θα σου δώσουν. Βρε, τι ένα, πολλά πακέτα, να, κοντά στον πάτο. Θα περιμένεις λίγες μέρες. Κοίτα κι εδώ. Μια παρέα μεγάλη. Πού θα πας, μωρή; Σε καμιά πανήγυρη; Άχου, θα περάσεις ωραία... Να κι ένα σταράτο πρόσωπο! Τον βλέπεις; Εκείνος σε σκέφτεται από μακριά. Ωχ, γύρω του έχει έννοιες, σκοτούρες. Κοίτα τον κύκλο. Μα να, από δω ανοίγει. Θα φύγουνε γρήγορα και θα ησυχάσει. Όλα καλά! Ωραίο φλιτζάνι! Για να δω και το δικό σου, Μαρινάκι…
Όλοι εγκαταλείπουμε την αυλή χαμογελώντας. Οι εχθροί έχουν διαλυθεί με τις στάλες του νερού. Οι έννοιες έχουν χαθεί από το μικρό άνοιγμα του κύκλου από κατακάθι ελληνικού καφέ. Τόσο απλά. Όλο και κάποιο σταράτο πρόσωπο μας σκέφτεται. Όλο και μια μεγάλη παρέα μας περιμένει. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Κάπως έτσι ίσως να ζούμε και πιότερο, που λένε κι οι έρευνες. Δεν οφείλεται στο χαρμάνι. Είναι που φτιάχνουμε τη μοίρα μας όπως μας αρέσει… Με κουβέντα κι ονειροπολήματα.


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 28-3-2013)

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Λιθινομούσαινα


photo: Καριώτες πρόσφυγες επιστρέφουν στον τόπο τους. Στο βάθος το Καραβόσταμο.

Η ηρωίδα μας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Λιθί της Χίου. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έκανε οικογένεια, εκεί γέρασε. Όλα με δυσκολίες.  Ό,τι εμείς φέρνουμε στο μυαλό μας και τρέμουμε με τη σκέψη τους και μόνο, εκείνη τα ‘ζησε ένα ένα. Στερήσεις, πολέμους, κακουχίες, αποχωρισμούς… Χήρεψε νωρίς. Τα παιδιά της, μόλις στάθηκαν στα πόδια τους, την αποχαιρέτησαν. Αμερική. Δεν γύρισαν ποτέ… Όχι μόνο τα παιδιά, μα και πολλοί συγγενείς, φίλοι, γειτόνοι. Έμεινε μόνη σχεδόν στο χωριό. Κλείστηκε στους τέσσερις τοίχους αποκαρδιωμένη. Η μοίρα όμως είχε αφήσει κι υπόλοιπο. Ξεσπά ο δεύτερος παγκόσμιος. Έρχονται οι κατακτητές. Δεν απομένει μήτε σπόρος μήτε ζωντανό. Κατεβαίνει στη Χώρα, μαθαίνει για τη βάρκα, μπαίνει. Σαν υπνωτισμένη. Από τη Μικρά Ασία στη Βηρυτό.
Εκεί τη γνώρισε. Μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο. Μια τυραννισμένη γυναίκα όπως κι εκείνη. Την έλεγαν Μαρίκα και η καταγωγή της ήταν από το Καραβόσταμο της Νικαριάς. Η Μαρίκα είχε μαζί και τα μωρά. Και μια καλοσύνη που δεν είχε ξανασυναντήσει σε άνθρωπο. Η δικιά μας η ηρωίδα κόντευε να ξεχάσει τ’ όνομά της κι ούτε που την ένοιαζε. Έτσι που ‘χε γίνει μια μάζα με τους ξεριζωμένους Καριώτες αποδέχτηκε τον προσδιορισμό που την έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ήταν πια η Λιθινομούσαινα. Μια  «ξένη» που γρήγορα εγίνηκε δικός τους άνθρωπος. Γνώρισε τα έθιμα των Ικαριωτών, δανείστηκε το κέφι τους και τη ζωντάνια τους, πήγε σε γάμους και γλέντια που έγιναν στην ξένη χώρα, χόρεψε το «τούτη η γης που την πατούμε….», αγάπησε κι αγαπήθηκε από την αρχή. Με τη Μαρίκα φίλες και αδερφές. Κόρη και μάνα. Τα παιδιά της ‘γίναν τα εγγόνια που δεν είδε ποτέ από κοντά. Το ξενοδοχείο που τους φιλοξενούσε, ένα από τα καλύτερα της πόλης, γίνηκε το σπίτι της. Είχανε δική τους φουφού, τσάι ζεστό, κατσαρολικά γυαλισμένα, στρωσίδια καθαρά. Κι αγάπη. Ο ένας με τον άλλο και κυρίως η Μαρίκα, τα παιδιά κι η Λιθινομούσαινα. Μια γροθιά. Τόση ανέλπιστη χαρά μες τη δυστυχία… Σε χώρα του εξωτερικού, στο «Παρίσι της Ανατολής», για δες, με φίλους και δικούς, με γέλια και φωνές.
Μα κείνοι οι άτιμοι οι Καριώτες ησυχασμό δεν είχανε. Τους έτρωγε η νοσταλγία. Και μόλις κάμανε να φύγουν οι ξένοι, ακόμη δεν τα ‘χανε μαζέψει καλά καλά, πήγανε μια και δυο στην 9η Μεραρχία. Να παραπονεθούνε όλοι μαζί που ακόμη δεν είχε κανονιστεί το δρομολόγιο για το νησί.
Έμαθε για τη διαμαρτυρία, την κυρίευσε μια οργή πρωτόγνωρη, γύριζε όλη μέρα στους δρόμους της πόλης, τους πολύβουους, τους αρωματισμένους με ζωή και μπαχάρια. Σκεφτόταν τη σιωπή που την καρτερούσε πίσω. Το βραδάκι πήγε στο δωμάτιο με την τελευταία ελπίδα στη φιλενάδα που της είχε υποσχεθεί πως δε θα την αφήσει ποτέ ξανά μόνη. Σκύβει στο αυτί της καθώς λαγοκοιμότανε περιμένοντάς την.
-Πήγες κι εσύ, Μαρίκα, στην 9η;
-Πήγα.
 Ξαπλώνει, δεν κλείνει μάτι όλη νύχτα και την άλλη μέρα της απευθύνει την τελευταία κουβέντα.
-Μια τρύπα στο νερό κάματε, Μαρίκα. Να πάτε όπου θέλετε, εγώ θα μείνω εδώ να κάμω την προσφυγιά μου. Θα κάμω την προσφυγιά μου σαν άνθρωπος. Τ’ ακούς;
Το ίδιο έλεγε σ’ όλους από κει κι έπειτα. Λένε πως ήταν η μόνη που έκλαιγε όταν έφευγαν.  Η Μαρίκα δεν την είδε καν. Έβλεπε μόνο το γιαλό του Καραβοστάμου, τα σπίτια τα έρημα που θα ξαναγέμιζαν ζωή. Χαιρετούσε το όμορφο μέλλον. Δεν χωρούσε μέσα της καμιά θλίψη τώρα πια, όπως πριν δε χωρούσε καμιά χαρά. Δεν είδε ποτέ την προσφυγιά αλλιώς...

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12-3-2013 με τον τίτλο "Η προσφυγιά αλλιώς")

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Δυσκολονόητος ο κόσμος πια, παιδί μου

  Της μίλησα για την παλιά φωτογραφία από το '34 με τα ξυπόλητα παιδάκια του χωριού και το δάσκαλό τους.
-Δημοσιεύτηκε στο ίντερνετ, που λες, και την είδε ένας Ιταλός και μου 'γραψε ένα συγκινητικό μήνυμα. Αναγνώρισε τη μάνα του, που 'χει πεθάνει πια. Ήτανε η κόρη του Αλέξη, τη θυμάσαι... Άλλη φωτογραφία δεν έχει από τα παιδικά της χρόνια. Έμαθα πως είχατε πολύ καλές σχέσεις, οικογενειακές. Μήπως κρατούσε καμιά ο αδερφός σου; Η μάνα σου;
-Μα εχτές κιόλας μου 'φερε ο γαμπρός μου κάτι μουχλιασμένες από την υγρασία. "Του 'κοψε" και ενώ πέταξε τα πάντα σχεδόν από το σπίτι, αυτές τις έβαλε σε μια σακούλα και μου τις έφερε. Για να δούμε... Ο γιος της Αθηνάς θα 'ναι, ε;
Και βγάζει μια νάυλον σακούλα σούπερ μάρκετ, αραδιάζει πάνω στο τραπέζι καμιά εκατοστή ασπρόμαυρες κι αρχινά την αναζήτηση. Έγινε ένα τρομερό ταξίδι. Αδύνατο να σας το περιγράψω. Γάμοι ανθρώπων πεθαμένων από χρόνια, γλέντια, συναθροίσεις συγγενών, μωρά με ναυτικές στολές, στρατιώτες από τον Α' παγκόσμιο, άλλοι από τις μάχες στην Αφρική, κοπελίτσες στο Παρίσι με απίστευτα φορέματα, οικογενειακές από την Αλεξάνδρεια, εύποροι συμπατριώτες με κουστούμι και γραβάτα, κοπελίτσες ανύπαντρες που μετανάστευσαν για να γίνουν υπηρέτριες κι όμως πόζαραν με τόσο μεγαλοπρεπές ύφος μπροστά στο στημένο σκηνικό με τις κολωνίτσες και τις τεράστιες γλάστρες που έβαζαν για φόντο οι φωτογράφοι της εποχής... Ανάμεσά τους, πράγματι, βρισκόταν και του Ιταλού η μάνα, η Αθηνά, μια όμορφη νεαρή της εποχής, συνήθως με την αδερφή της, την Αδαμαντία, αργότερα με τη φαμίλια της στο Τορίνο.
-Δυο τρεις είναι αρκετές της λέω, θα του τις στείλω να χαρεί. Αλλά θα 'θελα και τις υπόλοιπες, φτιάχνω ένα αρχείο, θα τις περάσω στον υπολογιστή και θα σου τις φέρω.
Είδα ότι το τελευταίο της φάνηκε κάπως παράξενο. Δεν είπε τίποτα αποθαρρυντικό πάντως.
Την άλλη μέρα ξαναπάω αφού έχω συνδέσει το scanner. Εκείνη έχει αφιερώσει κι άλλο χρόνο.
-Ήρθε κι ο Χρήστος που τη θυμόταν καλά την Αθηνά. Βρήκαμε κι άλλες. Κοίτα, σου τις έχω βάλει στο φάκελο να του τις στείλεις, να χαρεί ο άνθρωπος.
-Α, σ' ευχαριστώ, αλλά θα μου δώσεις και τη σακούλα; Αύριο το πρωί θα σου τις φέρω.
Πάλι το ίδιο ύφος. Ευτυχώς, μου 'χε εμπιστοσύνη. Τις παίρνω, τις αντιγράφω, της επιστρέφω τη σακούλα.
Περνάνε δυο ώρες. Τηλέφωνο.
-Έλα, η Μαρίκα είμαι, κάτι ξέχασες, πετάξου σπίτι για ένα λεπτό.
Πάω, πάλι ο ίδιος φάκελος.
-Ξέχασες τις φωτογραφίες του ανθρώπου.
-Μα τις αντέγραψα. Θα του τις στείλω, μην ανησυχείς.
-Και πώς θα στείλεις κάτι που δεν κρατάς, παιδάκι μου; Αφού είναι εδώ, στο φάκελο.
Τη χάιδεψα στον ώμο.
-Μην ανησυχείς, στέλονται κι αλλιώς τώρα τα πράγματα...
Σκέφτηκε για λίγο.
-Ε, μπορεί να 'ναι δύσκολο να το νοήσω εγώ, παιδάκι μου. Αλλά άμα στέλνονται αλλιώς να του πεις τότε πως η μάνα μου πολύ την αγαπούσε τη δικιά του, κι εκείνη, μη θαρρείς, σα μάνα την είχε, γιατί, βλέπεις, είχε μείνει ορφανό από μωρό. Και να του πεις πως η μάνα του σαν ήτονε κοπελούδι αγαπούσε τον αδερφό μου κι εκείνος το ίδιο και πολύ στεναχωρήθηκε που έφυγε για την Ιταλία. Α, και να του πεις πως η μάνα του μας έστελνε συχνά δώρα. Πες του και για κείνο το φουστάνι, το πρώτο μου, που το 'χα ράψει με ύφασμα που μας έστειλε εκείνη από το Τορίνο. Να του δείξεις και τη φωτογραφία που το φορώ. Και να πεις να 'ρθει και να μας δει, γιατί πολύ θα χαρώ να τονε δω. Και χαιρετισμούς να του πεις από τη Μαρίκα. Κι ας μη με ξέρει. Και πως η μάνα μου έχει πεθάνει χρόνια. Το ίδιο κι η αδερφή μου η Αργυρώ, που ήτανε, να του πεις, οι καλύτερες φιλενάδες με τη μάνα του.

-Ναι...θα του τα πω. Μείνε ήσυχη, καλή μου...
 

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Λίγη άμμο μοναχά


Τώρα εγώ, γιατί χαίρομαι με τόσο ήλιο; Με τα μεσημέρια που κρατούν περισσότερο, με τα "τραπεζάκια έξω", που λέει και ο γνωστός τραγουδοποιός, με το μεγάλωμα του δυόσμου στη γλάστρα, με το φως που κάνει ωραιότερη τη φτηνή μου κουρτίνα, με τις δεκαοχτούρες που τραγουδούν τα πρωινά... Συνήθεια, πες το. Μια αφέλεια, αλλά βάλε τα μαζί της, αν μπορείς. Δεν έμαθα να συνδυάζω το Μάρτη με νέα μέτρα, με περικοπές, με χαράτσια, με φόβο... Δε μπορώ... Πάντα ένα βήμα ακόμη θα είναι μέχρι το καλοκαίρι. Παραλία, ξενοιασιά κι ανέμελα παιδάκια... Κι όσο τα βλέπω με τα ματάκια τους ορθάνοιχτα για ζωή και με τα χέρια τους ορθάνοιχτα για αγκαλιές τόσο και παίρνω θάρρος. Και μια χούφτα άμμο να 'χα, τώρα, να τους τη ρίξω στις πατούσες και στις παλάμες και λίγο πιότερη, για να τα σκεπάσω ως το λαιμό και κείνα να γελάνε και να βγάζουμε φωτογραφίες και μετά να τα "ξεθάψω" για να πάμε μαζί ως την καντίνα να τους πάρω παγωτό. Κι αν δε μου φτάνουν τα λεφτά, να πάμε στα βράχια και να περπατήσουμε και να τα μαλώνω που δεν προσέχουν πού πατούν. Και να κάνουμε όνειρα, ακούγοντας το φλοίσβο. Και να τους λέω να μη φοβούνται τίποτα. Και κείνα να με πιστεύουν, λέει. Να γέρνουν το κεφαλάκι τους στον ώμο μου ή στα γυμνά μου πόδια. Και να τους χαϊδεύω τα μαλλιά....
 Κι ύστερα να 'ρθει ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Ένα καλοκαιρινό βραδάκι με γέλια και με μυρωδιές.Εκείνα να βάζουν τα καλά τους για τη βολτούλα με τους φίλους κι εγώ να ρίχνω νερό στην αυλή και να χαζεύω τις φραουλίτσες στη γλάστρα και τις ντοματούλες στον κήπο. Λέμε πως θα τις φυτέψουμε παρέα φέτος...
 Και θ' αφήσουμε το χειμώνα να πάει στο καλό... Κι άμα δεν του αρέσει να πάει στον αγύριστο.
Εγώ συνήθισα να χαίρομαι με τον ερχομό της Άνοιξης. Με την προσμονή του θέρους. Δε θα την καταθέσω τη χαρά μου σε κανένα απ' τα ταμεία τους!