Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

"Βρε, πιο καλά..."

Στα ουζερί του λιμένος - καλοκαίρι 2011
Ένας παράξενος Ιούλιος ήταν ο φετινός. Μια ατέλειωτη μπουνάτσα, μήτε μια μέρα δεν έκαμε να ρυτιδιάσει η θάλασσα. Παραδεισένιος καιρός. Μα οι ψυχές όλων σε μια αγωνία. Τι θα γίνει, πού θα πάει η κατάσταση, από Σεπτέβρη θα 'ρχονταν λέει νέα μέτρα, μπορεί και το τέλος της κυβέρνησης, μπορεί και το τέλος της χώρας. Μα κάποιοι δεν αγωνιούσαν πια. Τέλειωσαν νωρίτερα...
Τι 'τανε κείνο! Αν όχι κάθε μέρα, τουλάχιστον μέρα παρά μέρα άκουγες για τον ξαφνικό θάνατο κάποιου, πνιγμοί, εγκεφαλικά, μέχρι και αυτοκτονία. Πάνε και οι διεθνούς ακτινοβολίας ευοίωνες προοπτικές μιας αιωνόβιας ζωής, πάνε και οι θεωρίες περί "αειζωίας", πάνε και τα πανηγύρια που αναβάλλονταν το ένα μετά το άλλο... Μια κατήφεια γενική. "Τι μήνας κι αυτός!" "Να πάει και να μην ξανάρθει..."  Κι άλλα τέτοια άκουγες συνέχεια.
Στο λιμάνι ένας δυο γνωστοί. Όλοι γνωστοί δηλαδή, πού τουρίστας κείνο το μήνα, μα ε, δε μιλάμε όλοι μεταξύ μας. Ο σερβιτόρος μεσήλικας. Φίλος των γνωστών μου από την Αθήνα...
-Πώς πάνε οι διακοπούλες; του λέει ο Μάνος που μόλις είχε έρθει από τον Πειραιά.
Καλά; Καλά;
Τι 'τανε να του πει τέτοια λόγια και να χαμογελά κιόλας;
Ακουμπά κάτω το δίσκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι αλλιώς, απ' ότι κατάλαβα μετά, εθελοντικά έκανε το σερβιτόρο, σε άδεια ήταν ο άνθρωπος... Παίρνει την καρέκλα αποφασιστικά στο μέρος του, κάθεται με το 'να πόδι έτοιμο να ξεκινήσει πάλι.
-Βρε, με δουλεύεις; Ε ντρέπεσαι; Εδώ βρε χάνεται ο κόσμος!  Ηπελάγωσα από τη μέρα που 'ρθα... Κηδείες, μνημόσυνα, κόλλυβα, εδωνά ο αδερφός μου ζορισμένος, τα βράδια ξενυχτάω πήγαιν' έλα να σερβέρω, τη μέρα να συνεφέρω τις πεζούλες, το σπίτι είν' έτοιμο να πέσει,  τα γραμμάτια κάτω τρέχουνε σαν παλαβά, δουλειά αμφιβάλλω αν θα 'χω- ο διάολος λέει πως α το κλείσει το ρημάδι.... Δηλαδή, χάλια, χάλια, που πιο χάλια ε γίνεται, έλεγε κουνώντας με νεύρα και τα δυο του χέρια. Άκου διακοπούλες...
-Βρε παράτα τα και ξεκουράσου λίγο... απαντά κάπως μουδιασμένος ο Μάνος.
Εκείνος πιάνει το μέτωπο, γυρνά το κεφάλι δεξιά κοιτώτας προς τα κάτω, σηκώνεται, του δείχνει την παλάμη του τη βρεμένη.
-Βρε, αυτο δά το βλέπεις; Το δες; Ίδρως είναι. Τ' ακούς; Ίδρως. Ετσεδά θα τρέχει μέχρι το πρωί. Παράτα τα, λέει... Λες να μη θέλω;. Μπορώ όμως, ε; Πε μου. Μπορώ;
Ο Μάνος παραιτείται και τον κοιτά με οίκτο πια.
Πάει, μας το χάλασε το κέφι.
Μιλιά δε βγάζει κανείς.

Μα ξαφνικά, λίγο πριν μπει μέσα στο μαγαζί, μια αναλαμπή!
Δε βλέπω το πρόσωπο, μα δείχνει κάτι να σκέφτεται. Σταματά κι αμέσως μετά μια όπισθεν σχεδόν.
Ο Μάνος ξαφνιάζεται. Σα να τον φοβάται πια μετά από τόση κατσάδα που άκουσε.
Αλλά το ύφος του είναι εντελώς διαφορετικό. Παιχνιδιάρικο. Με τσαχπινιά θα μπορούσε να πει κανείς. Σαν να' ναι κάποιος άλλος τώρα...Τον αγγίζει στον ώμο με τη γνώριμη ζεστασιά των Ικαριωτών. Η φωνή του έχει γλυκάνει παράξενα κι ακούγεται ψιθυριστή σχεδόν σα να συνωμοτούσαμε για κάτι...
-Ε, μα να σου πω... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, πιο καλά. Τι λέτε κι εσείς, παιδιά, ε; Συφωνούμε; Σιγά τα βάσανα... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, καλύτερα...
Θυμήθηκε φαίνεται το θανατικό, ήρθε στη θέση τους, του φάνηκε αχαριστία τόση γκρίνια για τα βάσανα τα επίγεια, το 'δε αλλιώς, σε μια στιγμή μονάχα... Ε, και το γύρισε.
Έτσι κι αλλιώς πόση ώρα αντέχουν οι Καριώτες τη γκρίνια;
Είτε την ακούν, είτε την εκφράζουν. Όχι, το γυρίζουν εύκολα.
Βρε, πιο καλά...


4 σχόλια:

Το Φαουδι είπε...

Και η γκρίνια θέλει το happy end της.
Καλημέρα!

Τηρίματα είπε...

Ε, κάτι θα ξέρεις εσύ που έχεις και την ειδικότητα...
Ε, φαουδάκι;
Καλησπέρα!

Ανώνυμος είπε...

..ιαματικό ακούγεται....το ''βρε,πιο καλά''.
εεεεε....!..βρε!πιο καλά!
.......καλημέρα.....φιλάκια.
Σ.Ρ.

Τηρίματα είπε...

Καλησπέρα...φιλάκια. Να 'σαι καλά. Και να προσέχεις.