Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ριπές συμμάχων


Rare Photos & Video of The Destroyed Berlin in 1945 | incid hist
Φωτό από εδώ
 Τους περίμεναν ως σωτήρες. Τους συμμάχους. Θα τους βομβαρδίσουν, λέει, θα τους κάμουν στάχτη. Τους αθεόφοβους τους ναζιστές, τα σκουπίδια του κόσμου. Όλα είχαν πάει κατ' ευχήν.
 Μόνο η δικιά της μοίρα είχε πάρει το στραβό δρόμο. Κάτι ξέφυγε... Ποιος ξέρει ποιο να ΄ταν το πρώτο; Ο χαμός της μάνας; Η δύσκολη μητριά; Το καράβι που έφευγε με υποσχέσεις για τον Πειραιά; Ο άδικος χαμός του αγαπημένου αδερφού που έφυγε με φυματίωση ραγδαίας εξέλιξης; Η απόγνωση; Η πείνα; Οι φιλενάδες από το δίπλα χωριό που της έταξαν δουλειά και φαγητό με τις νέες θέσεις εργασίας που προκηρύσσονταν;
 Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί καθαρά. Σκύβει κάτω από τον πάγκο εργασίας. Οι σύμμαχοι βομβαρδίζουν ανελέητα το Βερολίνο. Κανείς δεν τους είπε ότι εκείνη, μια Ελληνίδα νησιωτοπούλα αθώα, είχε πάει πριν δυο μήνες εργάτρια σε εργοστάσιο της πόλης. Κανείς δεν τους είπε ότι ο πατέρας της την περίμενε με λαχτάρα να γυρίσει ζωντανή στο χωριό. Κανείς δεν τους είπε πόση χαρά έδινε στους φίλους με το γάργαρο γέλιο της και τη μοναδική φωνή της που ξεσήκωνε και τις πέτρες.
Την πήρε και τη σήκωσε. Τη διέλυσε όλη εκείνος ο βομβαρδισμός που περίμενε με τόση λαχτάρα. Και μες τη χαρά της, ξεκόλλησε το κεφάλι, τα πλευρά, διέλυσε το παγωμένο χαμόγελο στα όμορφα χείλη. 

 Εξηνταεφτά χρόνια μετά μια ανιψιά ψάχνει να τη βρει μάταια στους καταλόγους των θυμάτων,  καταγεγραμμένα ονόματα σε κάτι μαγικές οθονίτσες που θολώνουν τα μάτια, άφαντη, ούτε καν μια θεσούλα ανάμεσά τους...
 Μια ύπαρξη ολότελα χαμένη από ριπές συμμάχων. Για την ελευθερία, για τη δημοκρατία, για την ειρήνη.
-Χαλάλι, είπε, ξεψυχώντας. Αρκεί που θα 'μαστε ξανά όπως πριν. Ασφαλείς. Δεν πειράζει που θα λείπω.

 Πειράζει, θεια μου...  Κανένα στεφάνι, καμιά αποζημίωση δε μπορεί ν' απαλύνει χαμό ανθρώπου. Κι ας κουβαλά την πιο βαριά μοίρα. Ακόμη μας ζώνουν οι ριπές, θεια... Συμμάχων και φασιστών.
 Παράπλευρες απώλειες γίναμε όλοι, θεια...

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Μια τρελή λαμπέλα

Κατσίκια στα Τηρίματα, ρασκά ετούτα... 
  Ήτανε λαμπέλα, ασπρόμαυρη δηλαδή, προφανώς όμορφη για τα ικαριακά δεδομένα, εξ ου και τ' όνομα που έδιναν σε ζώα με τέτοια χρώματα. Επρόκειτο για μια κατσίκα. Αγαπημένη, δική μου, από τότε που 'μουν στα τρία ή στα τέσσερα. Οι γονείς σεβάστηκαν την αδυναμία μου στο ζωντανό κι αρνήθηκαν τη σφαγή, την ώρα που το κρέας θα 'ταν μαλακό ακόμη και θα πουλιόταν σε καλή τιμή σε γάμους ή σε πανηγύρια του χωριού. Λοιπόν, η καημένη η λαμπέλα, "το αραπάκι" μου -έτσι την ονόμαζα καθώς το μαύρο κυριαρχούσε στην πλάτη και στη μούρη- έμελλε να ζήσει χρόνια πολλά. Ως τα βαθιά γεράματα.

 Εγώ δεν ήξερα τα γεράματα. Κι αν έβλεπα κάτι γιαγιάδες που τα 'χανε μισοχαμένα και κάτι παππούδες που δεν άκουγαν καλά ή δεν έβλεπαν, πότε δε μου περνούσε από το μυαλό πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σε μια κατσίκα και μάλιστα σε μια κατσίκα που μεγαλώναμε μαζί, νιάτο δηλαδή, με τη ζωή μπροστά της. Έμαθα να την αρμέγω, έμαθα να βοηθώ τα ριφάκια της να βυζάξουν, έμαθα να τ' αποχαιρετώ το Πάσχα, έμαθα να της δίνω την τροφή -πάντα το μεγαλύτερο μερίδιο- να τη δένω στη μέση της κάμπας με το πιο πυκνό χορτάρι, να τη βάζω στη σκιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Κείνη έμαθε να με χαιρετά βελάζοντας, να με φυσά στα χέρια με την πιο ζεστή της ανάσα, να με ζητά όταν αργούσα χαλώντας τον κόσμο, αν κάποιος άλλος την πλησίαζε.

 Κι άξαφνα, θόλωσε το βλέμμα, ένας απροσδιόριστος εχθρός μπήκε ανάμεσά μας. Μ' έβλεπε κι αντί για βέλασμα και πλησίασμα έχωνε τα κέρατα στο χώμα, έτριβε τη μούρη στους κορμούς, μπέρδευε το σκοινί στον κορμό της βελανιδιάς, μουρμούραγε κάτι παράξενα λόγια σαν κρώξιμο...
Εγώ μόλις είχα μπει στη εφηβεία. Τα 'βλεπα ακόμη όλα καινούρια ψάχνοντας για εξηγήσεις με λογική.
-Κάτι έχει "το αραπάκι", κάπου πονάει, να της βράσουμε κάτι ζεστό.
Κάπως με κοιτούσαν, αλλά απάντηση ή ενέργεια καμιά.
Ένας γείτονας που άκουγε όλη τη νύχτα τα κρωξίματα μου 'πε πολύ σοβαρός:
-"Το αραπάκι" σου γέρασε. Όταν γερνάνε οι κατσίκες, ένας διάολος μπαίνει μες τα κέρατα, μοιάζει με σκουλήκι, κι αρχινά να μπαίνει σιγά-σιγά μες το κεφάλι, τρώει το μυαλό μέρα με τη μέρα και το ζωντανό υποφέρει. Τρελαίνεται... Είναι για σφάξιμο τότες.

Και το σφάξαμε... Δε φαγώθηκε ποτέ. Έγινε ταφή. Ησύχασε το ζωντανό...

Ακόμη έχω τη στενοχώρια της λαμπέλας μου. Έζησε παραπάνω, η δύστυχη...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ιδέα περί θερμάνσεως

   Με κοίταζε με μισόκλειστα μάτια από τη νύστα, καθώς του εξέφραζα -περασμένα μεσάνυχτα στην τραπεζαρία του πλοίου- τις ανησυχίες μου για τα νέα μέτρα, για τους φόρους στο πετρέλαιο θέρμανσης και τα λοιπά. Τον διέκρινε πάντοτε μια στωικότητα αξιοθαύμαστη. Αλύγιστος σε ατυχήματα, σε ξαφνικές αλλαγές της μοίρας, σε επώδυνες καταστάσεις που μας προβλημάτιζαν όλους. Επέλεγε το χαμόγελο κι είχε μια ατάκα έτοιμη πάντα, ίσως και μια ιστοριούλα σχετική.
-Και πού θα 'βρουμε λίγο χώμα; είπε απλά ως απάντηση.
-Χώμα; Για να θαφτούμε;
-Ε, όχι κι έτσι... Για τα κάρβουνα λέω.
Οι γνωστές ρυτιδούλες γέλιου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται γύρω από τα βλέφαρα. 

Και καθώς η Β. λογάριαζε τα μηνιαία έξοδα για την κόρη που σπουδάζει κι ο Σ.  όσα θα δώσει στους γιατρούς για τις εξετάσεις που θα 'κανε η γυναίκα του μόλις θα πιάναμε λιμάνι κι η Μ. για το μισθό Γεωργιανής που θα φρόντιζε την άρρωστη μάνα όσο εκείνη θα έλειπε στη δουλειά, ο Γ. ,ο χαμογελαστούλης,  έσπρωξε την καρέκλα προς το μέρος μου.
-Το κόλπο δεν το ξέρεις; Κείνο που κάναν οι παλιοί πριν τα πλακάκια και τα μωσαϊκά;
Ε, δεν το 'ξερα. Κι ας μεγάλωσα με χίλιες δυο στερήσεις στο νησί.
-Τον "πουλάδα", τον είχες ακουστά; Έχει πεθάνει, χρόνια τώρα...
Δεν τον είχα.
-Σπάγκος ήτονε. Και χάρη στη τσιγκουνιά του μήτε οικογένεια έκαμε μήτε έβαλε ποτέ να κάμει μοντέρνο το σπίτι του. Κι είχε χώμα στο πάτωμα. Όπως οι παλιοί. Ήναβε τη φωτιά, ηζεσταινόταν μια χαρά, ύστερα ήκανε το λάκκο μες τη μέση της κάμαρης, ήχωνε τα κάρβουνα μέσα, ησκέπαζε με το χώμα. Ήπαιρνε την προβιά με την καλή τριχιά, κι ηκοίτουνταν απάνω. Ε, ρε ύπνους που θα 'ριχνε...
-Εγώ κάτι μαγκάλια θυμάμαι. Στο δωμάτιο. Μύριζε κιόλας και φοβόταν η μάνα...
-Α, είσαι πολύ προχώ... Χώμα, κάρβουνα και δέρμα με τριχιά. Κι ας τους άλλους να κουρεύονται...Υγειινότατο... Αλλά άμε τώρα να ξεπατώσεις τα πλακάκια.... ΙΚΑ, για ξεπάτωμα πλακακίων θα πληρώσουμε; Πιθανόν...

Είχα στρώσει ήδη τον υπνόσακο στη μοκέτα του πλοίου. Τράβηξα το φερμουάρ. Μια ζεστασιά από τα παλιά μου 'ρθε στην πονεμένη πλάτη.
Τον είδα ξανά στο κατάστρωμα. Μόλις είχε χαράξει...
-Καλό χειμώνα, του 'πα, αν δε σε δω στο φεύγα...
-Καλά πισωγυρίσματα, μου 'πε χαϊδεύοντας τη γενειάδα.
Γύριζε στο σπίτι δίχως τα χρωστούμενα. Ζει σε διαμέρισμα στην Αθήνα. Γυναίκα και δυο παιδιά. Δίχως χώμα. Μονάχα κρύες σωληνώσεις. Άντε και λίγες ρυτιδούλες γέλιου για να τα περιμπαίξουμε όλα...


Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Συννεφιές...


Νεφέλες- Θέατρο Πέτρας 2012

Ο άμοιρος, ο Στρεψιάδης, βουτηγμένος στα χρέη, άλλη διέξοδο δεν έχει παρά μόνο τη σχολή του Σωκράτη. Εκείνος αεροβατώντας του συστήνει τις Νεφέλες, θεότητες τάχα, και σήμερα ψάχνοντας, απελπισμένος από τα παραστρατήματα του άμυαλου γιου, τις βρίσκει... στα προποτζίδικα, στα εθνικιστικά σύμβολα, στις φιλοσοφικές θεωρίες, στα τερτίπια του Άδικου λόγου, στις λίγες απολαύσεις που ακόμα υπάρχουν. Στις παραστάσεις πρώην και νυν δοξασμένων ηθοποιών, άλλοι τυλιγμένοι στη δόξα που τους αναλογεί μετά τις εκλογές που κατάφεραν μετά από τόσο κόπο να τους αναδείξουν νικητές (ηττημένους, αλλά δεν το γνωρίζουν ακόμη) και ηθοποιών που μετά την αποθέωση του κοινού κρύβονται τώρα κάτω από τις άσπρες τους κουκούλες, μέλη του χορού που στο τέλος της παράστασης, στο χειροκρότημα, αρνούνται να αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους καθώς δεν κατάφεραν ούτε μια λέξη να ψελλίσουν στη διάρκεια της παράστασης.
Ντρέπονται...θες για τα χρέη τους, θες για την πτώση, θες για το μήνυμα που πριν λίγο υποστήριξαν μ' επιδέξιες κινήσεις που υπαγόρευσε γνωστός χορογράφος:

"Οποιος έχει το μαστίγιο, έχει και το μικρόφωνο"



Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Συνταγή για δύσκολους χειμώνες

Καραβόσταμο. Στο γιαλό...
 Γιατρός στο νησί, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ούτε καν στην πρωτεύουσα. Στο Καραβόσταμο.
 Η όποια διάθεση επιστημονικής αναζήτησης έπρεπε να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του χωριού.
 Κάθε διάθεση που οδηγούσε στην απογοήτευση ή την παραίτηση έπρεπε να καταπολεμηθεί πάραυτα.

 Ξεκινούσε από το δεύτερο που χρειαζόταν άμεση αντιμετώπιση.
 Παρέα, γλέντι, αφορμή για γλέντι... Χμμμ...
Δε δινόταν κάθε μέρα. έπρεπε να περιμένεις τ' Αη Γιαννιού ανήμερα ή κάνα χοιροσφάγι ή τη Πρωτοχρονιά. Δεν αρκούσαν. Νύχτωνε νωρίς, μαζεύονταν οι χωριανοί στα σπίτια τους κι εκείνος απέμενε μόνος στην κάμαρη με τη λάμπα του πετρελαίου να σιγοκαίει. Τι στο καλό; Τόσες σπουδές... έπρεπε να βρει τη λύση.

-Κι ήφτιαξε μια ομάδα, που λες, διηγείται γέροντας αυτόπτης, που ήτανε πάντα ετοιμοπόλεμη. Εκείνος αναλάμβανε την ανάγνωση του ημερολογίου. Ήψαχνε κάθε μέρα ποιος άγιος είχε την τιμητική του. Μόλις ηνύχτωνε ξεκινούσανε για τη χαιτερούρα. Μη φανταστείς πως ήβρισκε ονόματα γνωστά κι ήτονε προετοιμασμένοι οι άνθρωποι για τραπέζωμα. Όχι. Ήβρισκε κάτι παρατσούγκλια, ό,τι του θύμιζε κάτι. Μια μέρα ήβρε πως ήτονε της Αγίας Θεοφανούς. Μια και δυο με το ημερολόγιο παραμάσκαλα, πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη, που ο άνθρωπος ηγιόρταζε των Φώτων. Ανοίγει η γυναίκα του, μπουκάρουνε μέσα κι αρχίζουνε τη χαιρετούρα.
-Βρε, δε γιορτάζει κανείς, έλεγε η γυναίκα μισοκοιμισμένη.
-Πώς δε γιορτάζει; Αφού σήμερα είναι της Αγίας Θεοφανούς, της λέγανε και της έδειχναν το ημερολόγιο. Και να το κρασί και ό,τι υπήρχε από μεζεκλίκια. Και δώσ' του το χορό και το τραγούδι...
Άλλο βράδυ πήγανε στου Αγάπιου που τον ηφώναζαν περιπαιχτικά "Παχούμι"
Κάθονται στο τραπέζι να φάνε και να γλεντήσουνε. Δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήτονε, λέει, του Αγίου Παχουμίου...Το 'γραφε στο ημερολόγιο!

 Για το άλλο θέμα, της επιστήμης, τα πράγματα ήτανε πιο σκούρα. Μέσα πολλά δεν υπήρχαν. Μάλλον κανένα μέσο δεν υπήρχε, όχι για επιστημονική αναζήτηση, μα ούτε και για τις βασικές εξετάσεις των ασθενών. Παρ' όλα αυτά δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα. Ποιο ήταν το μεγάλο του όνειρο, σαν ήταν φοιτητής; Ε, θα το κατάφερνε εδώ. Με αγνά υλικά. Ναι, θα 'φτιαχνε εκείνο που πάντα οραματιζόταν. Το αεικίνητο! Τη μηχανή που δε χρειαζόταν καμιά ενέργεια για να κινηθεί.
 Καθόταν τα βράδια που καμιά γιορτή αγίου δεν κολλούσε με τίποτα και έκανε τα σχέδια.
Σ' ό,τι χαρτί έβρισκε. Αφού ολοκληρώθηκαν, άρχισε ν' ασχολείται με την κατασκευή. Χρειαζόταν κάτι μεταλλικό... Βρήκε. Γάλα εβαπορέ! Όχι, που θα το 'βαζε κάτω...

-Και πήρε βοηθό το Σίμο που 'χε αντοχές και πέρναγε και δύσκολα η οικογένειά του. Και να τα γάλατα και δώσ' του ο Σίμος να τ' αδειάζει. Και να τα κουτιά, το 'να πάνω στ' άλλο, πιο δίπλα, άλλα να αιωρούνται κι άλλα να περιμένουνε το καταπινάρι του Σίμου για την αλλαγή χρήσης.
-Το έκανε στο τέλος το αεικίνητο;
-Εν ηκούστη κάτι τέτοιο, μα τι σημασία είχε; Ο Σίμος ήγινε τετράγωνος από το πάχος κι ο γιατρός ηπέρασε μια χαρά εκείνους τους χειμώνες...

 

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Κραχχχ...



φωτό από εδώ
 
Πριν λίγους μήνες έψαχνα χαμόγελα. Στη διάρκεια της αναζήτησης είχα περάσει κι από το χασάπη της γειτονιάς.
 Θυμάστε; Με τη μανία που είχε να παρακολουθεί από μια τεράστια οθόνη τις εξελίξεις πάνω από τις μπριζόλες μόσχου και τα συναφή. Τα ίδια πρόσωπα κάθε μέρα με εξαγγελίες, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσιογραφικές αναλύσεις με εγκυρότητα...
 Δεν τον ρώτησα ποτέ αν είχε ελπίδες, αν είχε χρέη. Με πείραζε μόνο που έσβησε από πέρσι το ωραίο του χαμόγελο ή που υπήρχε μόνο προσποιητά με εξαίρεση τις στιγμές που εμφανιζόταν η μικρή του κορούλα.
 Χτες πήγα για μισό κιλό κιμά. Είχε κόσμο.
Όχι πελάτες. Ο βοηθός του που είχε παρατήσει  τη δουλειά στην κάμαρη-ψυγείο κι ένας άγνωστος κύριος, πιθανότατα έμπορος κρεάτων. Είχαν ένα ύφος κάπως.
 Γύρισαν προς το μέρος μου, αλλά σα να μη με είδαν στ' αλήθεια. Συνέχισαν...

-....και δεν του έδινε κανείς κρέατα, έλεγε με παραστατικό ύφος ο άγνωστος κύριος, χρώσταγε πολλά... κι όπως ήταν με το αμάξι και τα σκοινιά στο πίσω μέρος για να τα κρεμάσει, πήρε το ένα βρε παιδιά, ναι, το 'καμε θηλιά, το 'δεσε στα κάγκελα της γέφυρας, το πέρασε στο λαιμό και βούτηξε κάτω. Κραχχχ... Σήμερα το πρωί, χαράματα. Ναι. Έτσι, που λέτε, ο Γιώργης...

Κανείς μας δε μίλησε.

Πήρα τη σακούλα, μου 'δωσε τα ρέστα.
Η οθόνη παίζει, καιρό τώρα, βίντεο κλιπ.


Έψαξα για την είδηση. Μόνο αποσπάσματα βρήκα. Η ημερομηνία δεν ήταν 1 Οκτώβρη 2012.

«Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη σας σχετικά με τους εθνικούς πόρους και την ισορροπία που βρίσκετε ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα. Αν συνυπολογίσετε τη φοβερή δυστυχία του λαού και την αφορία που θα μπορούσε να πλήξει επί μακρόν το έδαφος της Ελλάδας, ελλείψει πιστώσεων και κεφαλαίων, θα βλέπατε ότι τα μέσα που διαθέτουμε είναι τελείως δυσανάλογα προς τις ανάγκες μας, πράγμα που με ανησυχεί, διότι μπορώ και συμπάσχω, και υποφέρω περισσότερο από τους δυστυχείς που μου ζητούν ψωμί και δεν μπορώ να τους δώσω…»

(13 Απριλίου 1828)
Ιωάννης Καποδίστριας

«Οι πληγές της Ελλάδος είναι οι αρχηγοί της. Άπαντες έχουν γλώσσαν χρυσωμένην. Ασχολούνται (κατά το πλείστον τουλάχιστον) αποκλειστικώς με τα ιδιαίτερα συμφέροντά των. Καί τούτο υπό το πρόσχημα του αγνοτέρου πατριωτισμού. Άπαντες είναι ικανότατοι εις το να προβάλλουν τον εαυτόν των και να εκμηδενίζουν τους αντιπάλους των με εκθέσεις πλήρεις υπερβολής»

(30 Νοεμβρίου 1832)
Jean-Gabriel Eynard
 (Από livasperiklis.com)