Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Όταν ο χρόνος κάνει βόλτες...



Όταν τα κινητά έχουν χαλάσει, τάχα μου...
Όταν οι ειδήσεις λέγονται μονάχα από το γείτονα και δεν αφορούν παρά μονάχα τον άλλο γείτονα...
Όταν τα παιδιά δε σ' έχουν ανάγκη, αρκεί να 'χουν χαρτζιλίκι κι ελευθερία απεριόριστη...
Όταν ο Ιούλιος έχει τα κέφια του...
Όταν αρχίζεις να ξεχνάς ακόμη και ότι έχουμε Ιούλιο...
Όταν αρχίζεις ν' αφήνεις τα κλειδιά στη θέση τους, καθώς τίποτα πια δε σου ανήκει αποκλειστικά...

Τότε μπορείς να χωθείς μες το ηλιοβασίλεμα, το καλοκαιρινό, το διαφορετικό κάθε φορά, το ικαριώτικο, κι ύστερα, όταν χαθεί κι ετούτο, έχεις ακόμη το χρόνο- καθώς τα χρώματά του παίζουν ώρα πολύ με τον ορίζοντα- μ' ό,τι σου απέμεινε από ψυχή και σώμα, για φωτό κι αναρτησούλες κι άλλα τέτοια αστειάκια...




Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Στιχάκια


                            Η επιστροφή

Κι όμως, οι αγκαλιές
μεγαλώνουν.

Έσκυβες κάποτε, γονάτιζες σχεδόν
Κι εκείνα τεντώνονταν στα δυο τους ποδαράκια
Ντυμένα με πολύχρωμες καλτσούλες
Σ’ έπιαναν σφιχτά απ’ το λαιμό
Με τα μικροσκοπικά χεράκια
Μύριζαν γλειφιτζούρι, σαπούνι κι αθωότητα
«Ένα φιλάκι από δω κι ένα από κει,
μπράβο, αγαπούλα μου»
κι εσύ ένα στο μέτωπο
για καληνύχτα
κι όνειρα γλυκά
χωρίς κακούς, χωρίς εφιάλτες.

Κι αν κάτι πήγαινε στραβά
κι εκείνοι έρχονταν,
έσκυβες πάλι,
γονάτιζες δίπλα στο κρεβάτι
και ακουμπούσες στο μαξιλάρι
το κεφάλι
κι απλώνονταν τα δυο χεράκια
που έτρεμαν από τον κακό ύπνο
με τις δύσκολες θύμησες
να βρουν τη μεγάλη παλάμη
να στηριχτούν
να χαλαρώσουν πάλι
και να γείρουν τα βλέφαρα.
«Εδώ μείνε, μ’ ακούς;»
για να τα πάρει ο άλλος ύπνος, ο καλός
της σιγουριάς και της αγάπης.

Κι όμως, οι αγκαλιές
μεγαλώνουν.

Τα δάχτυλα μακραίνουν
Οι παλάμες γίνονται στέρεες
Οι ώμοι γεροί
Έρχονται και σε σφίγγουν
Σχεδόν λυγίζεις από το βάρος
Σχεδόν τα χάνεις
Είναι μεγάλη η αγάπη
Δεν αντέχεται
Όταν γυρίζει πίσω
Τόσο γενναία
Και τόσο όμορφη
Νιώθεις πως δε σου αξίζει,
καθώς μετράς…
Εκείνη που δεν έδωσες
όταν δεν είχες χρόνο…


Στον Κ. μου, που κλείνει τα δεκαπέντε του σήμερα...
Και στις άλλες αγαπούλες που δεν ξεχνώ ποτέ...





Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Σάματι εκεί θα 'μαι;...

Όταν πρωτόρθα στο νησί, ο πατέρας μου δείχνει με καμάρι τον κήπο που 'φτιαξε φέτος. Έχει όμορφη θέα από κει.
Παρακάτω έχει δυο τρία πεζούλια με κλήματα. Ο ήλιος μόλις έχει βγει...
Δροσούλα ακόμη. Είναι όλα πανέμορφα και με σειρά. Πρώτα οι ντοματιές με τις αλεντράδες τους, δίπλα οι κολοκυθιές, πιο σεμνές αυτές, πιο πέρα τα άνυδρα. Τα πρώτα σταφύλια παρακάτω ζητούν ξεφύλλισμα για να ωριμάσουν γρηγορότερα. Τον βοηθώ.
-Ωραία είναι, του λέω, ξέρω πως του αρέσουν τα καλά λόγια. Τα παινέματα. Εκείνος χαμογελά κι ύστερα συννεφιάζει.
-Ε, ωραία είναι, μα εν ηξέρεις ήντα κακό μου κάμανε.
-Σου κάμανε κακό, τόσο ωραία που τα 'φτιαξες;
-Το χειρότερο που μπορείς να φανταστείς. Τα βλέπω κάθε μέρα και σα να μη θέλω να πεθάνω... Ξέρεις τι είναι τούτο;
Κοντεύει τα ογδόντα τρία.
 -Γιατί, πιο πριν ήθελες; του απαντάω εγώ που 'χω μάθει πια να συζητώ για το θάνατο, όπως συζητώ για οτιδήποτε καθημερινό.
-Ε, δε θα με πείραζε και τόσο...  Τόσα δα που τύχανε... Μα τώρα, που βλέπω τούτη την ομορφιά ε θέλω πια.
Κάντ: "Το φόβο του θανάτου τον γεννά η αγάπη για τη ζωή που έχουμε."

Μετά από κάνα δυο μέρες πεθαίνει ένας συντοπίτης. Ο γείτονας συζητά για το θάνατο στην αυλή.
 -Εμένα ε με νοιάζει ο θάνατος. Ούτε το φοβάμαι, ούτε τίποτα. Σάματι εκεί θα 'μαι;
Επίκουρος. Προς Μενοικέα: "Όταν έρθει ο θάνατος εμείς έχουμε φύγει..." ή αλλού, "αναίσθητον ο θάνατος"

Θυμάμαι το σκηνικό με τον Κ. όταν έμαθε αυτός κι όλο το χωριό ότι έχει κάνει μετάσταση. Πάει στον καφενέ κι όλοι τον κοιτούν με λύπηση. Εκείνος, το παίρνει χαμπάρι και γυρνά, αφήνοντας τη διακριτικότητα κατά μέρους.
 -Ήντα με κοιτάτε, μωρέ; Εσείς ε θα πεθάνετε, νομίζετε;
Το μούδιασμα σταματά κι αρχίζουν τα κεράσματα. Εβίβα, να πεθάνει ο χάρος!
Πίνδαρος: "Όνειρο σκιάς είναι ο άνθρωπος."

Ύστερα πάω στο στέκι. Στο διπλανό, η Ε. (Για τον άντρα της, τον αγαπημένο, έχει γράψει μια συγκινητική ανάρτηση ο Βασίλης, κάποτε.) Στρίβει τσιγάρο, καθισμένη στο μάρμαρο,  και τα λένε. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Δείχνει να τον αγαπά όπως τότε...
Ηράκλειτος: "Ο Άδης κι ο Διόνυσος είναι το ίδιο πράγμα..."

 Η Β. μου λέει να βάλω νερό "στη μάνα της".
-Βρε πού είναι; Α, να 'δω να ΄ναι, της λέω και γελώ. Ημπερδεύτηκα με τους γνωστούς και τους χάνω. Γελά και κείνη.
-Απου να σε χαρώ, τη μάνα μου ήχασες; Α, α σε μαλώσω...
Φεύγουμε πολύ μετά τη δύση. Χαμογελαστοί.
Επίκουρος, πάλι: "Το δε δεινόν ευεκαρτέρητον..."

Αυριο έχει μνημόσυνο του Μ. Θυμάμαι τον καιρό που του βάζαμε τα φυλαχτά στο δίσκο και με το μπαμ! σκόρπιζαν τα χρήματα κι έτρεχε με πανικό και διάφορες αταίριαστες της αναστάσεως φράσεις να τα μαζέψει.
Σκέφτομαι καθώς φεύγω ότι αν ήταν εδώ θα 'χε σίγουρα λύσει το πρόβλημα με την πίεση του νερού στο εκκλησάκι μια και ήταν ο αρμόδιος.
 Χαμογελώ μονάχη. Δε θα πάω στο μνημόσυνο. Έχω να ποτίσω τις ελιές που θα μαραθούν με τον καύσωνα. Του το κάνω το μνημόσυνο με το να τον θυμάμαι. Έτσι θαρρώ.
Αριστοτέλης: "Εφόσον ενδέχεται, αθανατίζεις..."



Η ανάρτηση για τους σοφούς της παρέας, που δεν έχουν διαβάσει τους φιλοσοφούντες ανά τους αιώνες, δεν είναι και τόσο απαραίτητο, μπορεί να ξέρουν ήδη κάποιους από δαύτους, αρκεί να τους ακούν προσεκτικά...


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Ώρα να φεύγουμε...


Για καθαρό άνεμο, μπουκέτα και τιτιβίσματα, βύσσινο γλυκό, βράδια με μουσικές, συγγενικά αγκαλιάσματα, ξωκλήσσια και πλαγιές με μονοπάτια.
Ώρα να φεύγουμε.
Μας προσμένουν τα σβηστά καντήλια, οι φίλοι που δε γνωρίσαμε ακόμη, τ' απότιστα λουλούδια, τα σκονισμένα έπιπλα.
Ώρα να φεύγουμε. Μας χρειάζονται πιότερο εκεί. Έχουμε ξεχάσει λίγα όνειρα αφημένα στ' αγιάζι. Μπορεί να κρυολογήσουν τα δύστυχα. Ώρα για πουλοβεράκι... Εεε, μελτέμια, περιμένετε, έρχομαι... Μ' αλαργινά καράβια, καλοτάξιδα και με τα ονείρατα τα πρώτα. Εκεί, δίπλα... Ν' ακουμπούν στην κουπαστή και να λερώνονται απ' την αλμύρα των κυμάτων... Κοιτώντας πάντα προς του Πάπα το μπουγάζι.
Εεε, περιμένετε...




Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Δεν χαίρω πολύ!

Η μουσική καλά κρατεί.... Στο βάθος οι ήχοι από τα τύμπανα.
Ο Τάσος ήρθε νωρίτερα μ' ενθουσιασμό. Γνωστός φίλου με μέσο μεταφορικό. Μαζευόμαστε στη συνηθισμένη γωνία, κάτω από τ' αγαλματάκι. Η ατμόσφαιρα βαριά, αλλά έχει δροσούλα πρωί πρωί. Παίρνουμε καφέ. Μαζεύονται κι οι υπόλοιποι. Χαζεύω τις ζωγραφιές των παιδιών στον παιδότοπο. Άραγε ξέρει ο κόσμος πως υπάρχει και παιδότοπος στην πλατεία;
Το μάρμαρο που καθόμαστε συνήθως, λείπει. Δεν πειράζει, καθόμαστε στο τσιμέντο. Κάνουμε βόλτες, συναντάμε γνωστούς. Εγώ λιγότερους, γιατί οι δικοί μου προτιμούν τον ύπνο. Βαριέμαι. Μπαίνω στον κήπο και βγαίνω στο στάδιο. Η φλόγα καίει. Μα τι στο καλό; Α, ναι, έχουμε τους παραολυμπιακούς αγώνες.
Παντού αστυνομικές δυνάμεις. Οι διαδηλωτές ελάχιστοι. Θυμάμαι την κοσμοπλημμύρα της Τετάρτης και απογοητεύομαι. Στην Ερατοσθένους έχει νεαρόκοσμο. Ρίχνουν κάδους και βάζουν φωτιά. Μια κοπέλα πιο δυναμική, μιλά στο τηλέφωνο και τους καλεί στην πλατεία. Μα δεν προλαβαίνουν. Η αστυνομία κάνει έφοδο. Ένας κύριος με μπαστούνι ωρύεται. Υπερασπίζεται τα παιδιά φωνάζοντας εξοργισμένος στους αστυνομικούς. Παράλληλα, προσπαθεί να προστατέψει το αμάξι του που κινδυνεύει. Κάνει σπασμωδικές κινήσεις.
-Το χρωστάω, βρε παιδιά, μην τους κυνηγάτε. Θα γίνουν ζημιές. Γιατί τους κυνηγάτε; Αφήστε τα. Θα έφευγαν σε λίγο.
Μα εκείνοι συνεχίζουν. Δεν εμπλέκομαι. Ανεβαίνω τη Β. Κωνσταντίνου. Παντού αστυνομία και μηχανές. Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Χαμογελώ με σαρκασμό. Μα τι στο καλό, σκέφτομαι. Είμαστε τόσο λίγοι... Τι φοβούνται;
Γυρνώ στη γνωστή γωνία. Αρχίζει η κουβέντα για να περάσει η ώρα. Στην παρέα μπαίνει η Βάσω. Λίγο περασμένης ηλικίας. Μας μιλά για τους αγώνες της τους χαμένους...
...καθώς περιμένουμε τους πρώην συντρόφους της να εμφανιστούν...
 Η κόρη της ζει στην Αμερική και ο γιος στην Ολλανδία. Έχει μείνει μόνη εδώ, μα συνεχίζει ν' αγωνίζεται. Ανεξάρτητη τώρα και ενθουσιασμένη μ' αυτά που γίνονται στην πλατεία. Χωρίς καθοδηγήσεις και ειρηνικά.  Η συζήτηση αποκτά ενδιαφέρον. Ξέρει πολλά, μα κυρίως έχει ζήσει πολλά.
Οι πρώην σύντροφοι δεν εμφανίζονται τελικά...
Τα συνθήματα που ακούγονταν στο βάθος ήταν από άλλη οργάνωση. "Πάμε να φύγουμε" ειρωνεύεται κάποιος...
Η Βάσω αποχωρεί... Βρίσκω την ευκαιρία να πιάσω κουβέντα με το Νίκο. Δεν τον γνωρίζω καλά, μα μου 'χε κάνει εντύπωση ο τρόπος που μίλησε σε μια τοπική συνάντηση αγανακτισμένων. Πλησιάζει τα εξήντα, είναι στιβαρός, με ενδιαφέρουσες ιδέες. Τον ακούω με προσοχή, αν και δε συμφωνώ σε όλα.
Η κοπελιά από την ομάδα καθαριότητος- τη βλέπω κάθε φορά- περνά με μια σακούλα και μαζεύει τα μπουκαλάκια. Σκύβει και μαζεύει κι ένα μικρό κομματάκι χαρτί που 'χει πέσει δίπλα στα πόδια μου. Ντρέπομαι.
Το ξεχνώ γρήγορα, γιατί ακούγονται γιουχαρίσματα. Έρχονται... Με κουκούλες και βαριοπούλες. Συγκεντρώνονται μπροστά μου. Ο Τάσος ουρλιάζει να φύγουν. Η Βαλέρια το ίδιο. Ο Νίκος τρέχει για τους πιο πάνω. Οι άλλοι από τις σκηνές έρχονται και τους παίρνουν τα κομμάτια από μάρμαρο που έχουν στα χέρια. Απομεινάρια της προηγούμενης. Τελικά φεύγουν. Οι κερατάδες! Ξανακαθόμαστε ανακουφισμένοι. Ουφ, τελικά δεν έπιασε, σκεφτόμαστε... Περνούν λίγα λεπτά.
Μπαμ, μπαμ, μπαμ... Ο πρώτοι καπνοί.
Κοιτάμε ο ένας τον άλλο με απορία. Μα γιατί; Αφού έφυγαν...
Μένουμε εκεί. Ο Νίκος επιστρέφει. Μου δίνει συμβουλές κρατώντας μου σφιχτά το μπράτσο. Η Βαλέρια μου κάνει νόημα να καθίσω χαμηλά και με πασαλείβει με μααλόξ. Η φίλη της Ανθής έχει έρθει με κάτασπρο κοντό φουστανάκι. Δασκαλίτσα και καθώς πρέπει. Κρατάει σφιχτά τη φίλη της κι η φίλη της τη μάνα της. Πάμε προς τους καλλιτέχνες. Η Σόνια βοηθά τους πανικοβλημένους και τους προμηθεύει με τ' απαραίτητα. Στο κέντρο χορεύουν. Τα δακρυγόνα δε σταματούν, μα ούτε και τα χειροκροτήματα, η μουσική των παιδιών, ο χορός τους και τα συνθήματα. "Ψωμί, παιδεία, ελευθερία..."
Κανείς δεν έχει πέτρες στα χέρια. Τα θέλουμε για να χειροκροτούμε τα παιδιά που παίζουν.
Κάνουν ντου εξαγριωμένοι. Σφιγγόμαστε στον κορμό του δέντρου των καλλιτεχνών. Τους βλέπω, είναι στην άκρη της σκάλας. Δυο νεαροί με φωτογραφικές μηχανές περνούν ανάμεσά τους για να έρθουν προς εμάς. Τους χτυπούν πάνω στα σκαλιά. Εξαγριωνόμαστε. Αρχίζουμε ξανά να ανεβαίνουμε. Εγώ όχι, είμαι στον κορμό ακόμη.
Εκείνοι υποχωρούν μπροστά στο πλήθος. Ανακατάληψη εδάφους. Ένας κύριος ασπρομάλλης κουνά σταθερά το χέρι του καλώντας μας προς τα πάνω. Πιάνω το χέρι του Νίκου.
- Έλα, πάμε; Φοβάμαι μόνη μου.
Εκείνος με κρατά σφιχτά και ξεκινάμε.
- Άντε, πάμε να δούμε...μου λέει.
Στο τελευταίο σκαλί ξαναρχίζουν. Γυρνάμε πλάτη, αλλά δεν τρέχουμε, για ν' αποφύγουμε τυχόν πέσιμο. Με κρατά προστατευτικά. Γυρνά να δει τι γίνεται πίσω μας. Τραντάζεται. Βγάζει μια κραυγή. Νομίζω πως είδε κάτι άσχημο. Μα τρέχουν αίματα από το πρόσωπο. Μπαίνουμε στο ιατρείο πρώτων βοηθειών μέσα στην είσοδο του μετρό. Ερυθροσταυρίτες, γιατροί και διασώστες, με συντονιστή υπεύθυνο του μετρό. Χρειαζόμαστε νοσοκομείο. Ίσως σπάσιμο κάτω γνάθου. Του βάζουν ορό.
-Ήταν ένα κομμάτι μάρμαρο. Τον είδα. Μου το πέταξε. Τον είδα. Μα δεν πρόλαβα να αντιδράσω.
Μα γιατί; Αφού φεύγαμε, σκέφτηκα. Ο γιατρός του απαντά με ψυχραιμία.
-Αν, όπως λέτε, το έκανε αστυνομικός πρόκειται για παράνομη πράξη, να ξέρετε.
Οι άλλοι γελούν. Ο Νίκος δε μιλά πια. Του κλείνουν το στόμα με γάζες.
Ο γκριζομάλλης κύριος δίπλα ετοιμάζεται να βγει πάλι έξω. Ο διασώστης τον συμβουλεύει.
-Μη βγείτε ξανά. Θα πάθετε τα ίδια.
-Από την Κύπρο ήρθα, του λέει, λες να φύγω;
Τον ρωτώ ξανά. Μου το διαβεβαιώνει χαμογελαστός.
-Ναι, παιδί μου, από την Κύπρο. Πονούσε η καρδιά μου μ' αυτά που έβλεπα.
Φύγαμε μετά από δυο ώρες. Αφού είδαμε δεκαπεντάχρονα να φτύνουν αίμα, λιπόθυμους ογδοντάχρονους, μια κοπέλα με σπάσιμο στη μέση... Φοβήθηκα ότι θα υπάρχουν νεκροί. Οι καπνοί είναι μέσα στο σταθμό. Κλείνουν την κεντρική είσοδο του σταθμού πρώτων βοηθειών με νάυλον.
Το ασθενοφόρο ήρθε στο Μέγαρο Μουσικής. Στο μετρό μας κάνουν χώρο για το καρότσι και χειροκροτούν. Στο ασανσέρ ο συντονιστής του μετρό, καταρρέει...
-Ζαλίζομαι, παιδιά. Τι γίνεται σήμερα; Τι γίνεται;
Συνέρχεται γρήγορα.
Στο νοσοκομείο συναντώ το Μιχάλη από το νησί.. Θυμήθηκα το τραγούδι που γράφτηκε κάποτε γι' αυτόν, σ' άλλη περίσταση, μα ταίριαζε... "Κοίτα, Μιχάλη μου, το χάλι μου..." Μοιάζει κουρασμένος. Μου μιλά για τ΄άλλα παιδιά -αθλητές με ειδικές ανάγκες- που αντί ν' αγωνίζονται μπήκαν στο νοσοκομείο με σαλμονέλα.
-Ήταν καμιά εβδομηνταριά, κλαμένα τα κακόμοιρα, όχι από τον πόνο και τον εμετό... Χάσανε τον αγώνα που ονειρεύονταν τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Για το κωλοκέτερικγκ... Τους δώσανε σκάρτα φαγητά... Τ' όνειρό τους χάσανε, καταλαβαίνεις; Τα κανάλια ήρθαν, μα δε δείξανε τίποτα στο τέλος. Ρίχνω κλεφτές ματιές στην τηλεόραση από το πρωί. Κουβέντα... Μόκο...
Κουνώ το κεφάλι, ενώ σκέφτομαι το ποσό που κόστισε η τελετή έναρξης.
Ενώ περιμένω στην ουρά για τη σφραγίδα, χαζεύω το χαρωπό πρόσωπο του δημοσιογράφου που ανακοινώνει ότι "πέρασε..."
-Πέρασε, Νίκο...
Εκείνος έχει βγάλει τη γάζα και ενημερώνει με πάθος τους αγνώστους στο προαύλιο για τα όσα έγιναν. Δεν είναι δύσπιστοι. Βλέπουν τις πληγές του και φωνάζουν. Δε θα πω τι...
Οι φίλοι του έρχονται σε λίγο. Ώρα να φύγω.
Του δίνω το χέρι, μα εκείνος μ' αγκαλιάζει.
-Συγγενείς; ρωτά κάποιος.
-Σήμερα γνωριστήκαμε, του απαντά απλά.

Σήμερα όμως γνωρίσαμε κι άλλους. Ποιοι είναι, τελικά....
Έτσι θα λέμε.
Σαν σήμερα έγιναν οι καινούριες συστάσεις.
Σαν σήμερα, το 2011... Όχι, δεν χαίρω πολύ...