Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Δώρο μιας κακοκαιρίας


Την παρακολουθούσα μέρες. Ξεχώριζε για τη σπιρτάδα στο βλέμμα και το ζωηρότατο βάδισμα σε αντίθεση μ’ όλους τους άλλους που βρίσκονταν σ’ εκείνον τον υπόγειο χώρο.
Εκείνο το πρωινό κατάφερα να μάθω και το επώνυμο.
«Ταιριάζει…» σκέφτηκα πονηρά. Βέβαιη για την επιτυχία την πλησίασα με θάρρος.
-Έχετε σχέση με Ικαρία;  
-Ναι, έχω, είναι ο άντρας μου από κει.
-Εσείς δεν είστε; Σα να έχετε κάτι από το κέφι μας.
-Όχι, αλλά την αγαπώ την Ικαρία πολύ. Ε, πες πως είμαι. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Πηγαίνω με λαχτάρα όσο πιο συχνά μπορώ...

Της είπα κι εγώ τα δικά μου, ανταλλάξαμε πληροφορίες για κοινούς γνωστούς κι από τότε κάθε μέρα ψάχναμε με το βλέμμα η μια την άλλη. Ήταν αρκετά μεγαλύτερή μου, μα με περισσότερη χαρά και διάθεση για πειράγματα.
-Μόλις τελειώσω από δω, θα πάω κάτω με τον άντρα μου. Λέμε να κάτσουμε όλο το Νοέμβρη.
-Μα θα είναι ερημιά στο Καρκινάγρι τώρα.
-Τι λες καλέ; Ποτέ δεν είναι ερημιά εκεί! Άκου να δεις πώς «την πάτησα» μ’ αυτό το μέρος. Με πήγε στο χωριό ο άντρας μου πριν παντρευτούμε. Είχε κάνει μια φοβερή κακοκαιρία το χειμώνα του ’67 -όπως πριν λίγα χρόνια- κι είχε κατεβάσει τα χώματα από τις πλαγιές δημιουργώντας μια εντυπωσιακή παραλία. Με το που βλέπω εκείνο τ’ απίθανο χωριό με την απέραντη αμμουδιά, του λέω δίχως δισταγμό το «ναι». Αποφάσισα ποια θα είναι η πατρίδα μου από δω και πέρα.  Την άλλη χρονιά κατάλαβα πως το σκηνικό ήτανε στημένο…
-Απογοητευτήκατε;
-Όχι βέβαια, δε μ’ ένοιαζαν πια οι αμμουδιές. Είχα γνωρίσει εκεί σπουδαιότερα πράγματα. Κυρίως γνώρισα ανθρώπους. Αυτό το δώρο μου έκανε ο  «κακός καιρός», όπως τον λέτε. Ανθρώπους έξυπνους, αγαπητούς, με σπάνια αίσθηση του χιούμορ και μ’ ανοιχτές αγκαλιές κι ας ήμουν «ξένη». Μ’ έβαλαν στα σπίτια τους και στις καρδιές τους. Κατάλαβα τι πάει να πει «παρέα». Όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Μου έμαθαν να διασκεδάζω με τα πάντα. Και με τα σημαντικά και με τ’ ασήμαντα. Και στα ευχάριστα και στα μη. Και τώρα, στις δύσκολες ώρες, είμαι πανέτοιμη. Φέρνω στο νου μου τα πειράγματά τους και γελώ. Να, πριν έρθεις, σκεφτόμουν την πρώτη μέρα που μπήκα στο καφενείο του χωριού.
-Τι έγινε;
-Πριν τριάντα χρόνια περίπου… Εγώ, ο μελλοντικός σύζυγός μου κι ο καφετζής στο ένα τραπέζι. Σε ένα άλλο τρεις άντρες συζητούν ακουμπισμένοι στον τοίχο κοιτάζοντας κάπου στο βάθος. Πού και πού στρέφουν το κεφάλι ο ένας στον άλλο αλλά με το σώμα ακινητοποιημένο πάνω στα ντουβάρια. Εγώ έχω απορροφηθεί από τις ιστορίες που μας διηγείται ο καφετζής. Κάποια στιγμή σηκώνονται οι άντρες κι  έρχονται προς το τραπέζι μας.
-Τι χρωστάμε;
-Είκοσι δραχμές για το κρασί και τριάντα για τον ασβέστη, τους λέει.
Χαμογελάνε, του δίνουν τις είκοσι και πάνε αργά προς την πόρτα.
Εκείνος σηκώνεται να μαζέψει.
-Έχει και μάντρα οικοδομών; ψιθυρίζω στον αρραβωνιαστικό μου.
-Εεε; Ποιος;
-Ο καφετζής, για τον ασβέστη καλέ.
-Χα, χα. Για κοίτα λίγο τις πλάτες τους. Γι’ αυτό τον ασβέστη λέει ο άνθρωπος.

-Ε, μου πήρε λίγο χρόνο, για να σας καταλάβω… Εσύ πότε θα ‘ρθεις από τα μέρη μας; με ρωτά γελώντας και μου κλείνει με τσαχπινιά το μάτι.



 Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 4-11-13

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ησάστισε


φωτό από εδώ

  Αγνοώ αν η αφηρημάδα αποτελεί ένα ακόμη μυστικό της μακροζωίας, αλλά σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό του είδους μας. Μια σαστισμάρα την έχουμε όλοι. Από τον ταξιτζή που ξεχνά το δρομολόγιο, από τον υδραυλικό που ξεχνά τη σύνδεση, από τον σερβιτόρο που ξεχνά την παραγγελία. Οι εκφράσεις: «να που ησάστισα καλά καλά…» ή «αύτη δα ‘ναι σαστισμένη εντελώς» ή «α που να σαστίσεις», είναι στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.
Φέτος, εκτός από τη δική μου σαστιμάρα που με εκπλήσσει ανησυχητικά, παρατήρησα ότι το χαρακτηριστικό αυτό είναι κολλητικό.
Τουρίστρια που περιμένει ώρα πολλή στην ουρά της Alpha φτάνει στο ταμείο και βγάζει τα έγγραφα. Η υπάλληλος της λέει:
-Αυτά είναι για την Αγροτική.
-Κι εδώ τι είναι;
-Αlpha.
-A, είδα το Α και μπερδεύτηκα…
-Ησαστίσατε,
της λέει για να την παρηγορήσει η επόμενη στην ουρά και της χτυπά φιλικά τον ώμο.
Ωστόσο την ίδια ημέρα διαπίστωσα πως όση προσπάθεια κι αν καταβάλλουν οι ξένοι η δική μας σαστισμάρα είναι πρωταθλήτρια! Πάω στο συνεργείο για ενδέκατη φορά και βάλε, καθώς ο μηχανικός ησάστιζε καιρό και δεν έκανε την παραγγελία για τ’ ανταλλακτικά. Κι είχε σαστίσει επίσης και δε με έπαιρνε τηλέφωνο, πριν πάω, για να μου πει πως ησάστισε.
Επιτέλους, τα ανταλλακτικά ήρθαν. Περιμένω με ανυπομονησία να τελειώσει με τον προηγούμενο πελάτη, μα όταν έρχεται η ώρα για ν’ ασχοληθεί με το δικό μου αμάξι, λόγω του θάρρους της γνωριμίας μας, μου λέει:
-Α κάμεις λίγο υπομονή να τσιμπήσω κάτι; Είμαι αφ το πρωί θεονήστικος.
-Α κάμω.
-Να, κάμε και καφέ, εδωνά τα ‘χει ούλα…

Ξέρω καλά τα κατατόπια. Πιάνω το πλαστικό ποτηράκι απ’ τη σακούλα που κρέμεται στον τοίχο, βρίσκω ανάμεσα στα διάφορα που βρίσκονται στο τραπέζι ένα κουταλάκι με μισό τουλάχιστον κιλό ξεραμένης ζάχαρης και καφέ που αναμίχθηκαν εδώ και χρόνια, ανακατεύω το χθες με το σήμερα και φτιάχνω ένα φραπεδάκι παραδόξως ωραιότατο. Τα καλοσυνάτα μαστόρια του συνεργείου κάθονται μαζί μας κι αρχίζουν την κουβέντα για πανηγύρια κλπ.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αρχιμάστορας τσιμπά παραπέρα γαλήνιος το κολατσιό του κι έτσι το σηκώνει ένα από τα καλοσυνάτα.
-Εεεεε… Αααα… Αμέ, λέει, πότε θα είναι έτοιμο το Polo; απευθυνόμενος στον αρχιμάστορα.
-Εν έχουμε Polo στο μαγαζί, απαντά εκείνος. Τρώει άλλη μια μπουκιά εν τω μεταξύ.
-Εν έχουμε Polo, απαντά ήρεμα ο καλοσυνάτος.
Περνάνε δυο δευτερόλεπτα, κάτι φωνές ακούγονται από το τηλέφωνο, βάζει το χέρι στο ακουστικό και ξαναλέει στον γαλήνιο.
-Λέει πως έχουμε και παραέχουμε, εδώ και πέντε μέρες.
Εκείνος σταματά τη μάσα και μας κοιτάζει με αγωνία.
-Εεεε;;; Μπας;;; Για μισό…
Σηκώνεται, ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό του συνεργείου- που δεν είναι δα και τόσο μεγάλο- και μετά βγαίνει έξω. Επιστρέφει, έπειτα από αρκετά λεπτά αναζήτησης στον προαύλιο χώρο και στα περίχωρα ακόμη. Είναι γαλήνιος ξανά.
-Ουφ, και τρόμαξα. Εν έχουμε. Είναι βέβαιο, πε του.
-Εν έχουμε, το ψάξαμε το μαγαζί ούλο… Μη σου πω και το χωριό… Εεεε;;;
Βάζει ξανά το χέρι στο ακουστικό.
-Αδύνατον λέει. Έχουμε και ν’ αφήσουμε τα σάπια.
-Ποιος είναι, για ρώτα… Ο αρχιμάστορας ξανά ανήσυχος.
-Ποια είσαι; Αααα… Είναι η τάδε.
-Ουφ… ξαναρχίζει ο αρχιμάστορας τη μάσα ανακουφισμένος. Να που ησάστισε. Πε της πως εν έχει το Polο εδώ και δέκα χρόνια…
Έχει Hyundai Atos!


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27-09-13

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η μνήμη του μετανάστη


photo: pentapostagma.gr


O Θωμάς, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν στην πατρίδα του, κατέβηκε πριν χρόνια απ’ το καράβι κι άρχισε να περπατά στο δρόμο. Είχε μαζί του τα ρούχα που φορούσε. Κανέναν δεν ήξερε. Τώρα πώς και αποφάσισε να αποβιβαστεί στο λιμάνι του Αγίου στη Νικαριά, δεν το μάθαμε. Ξέρουμε πως τον μάζεψε ο οδηγός του λεωφορείου που εκτελούσε το δρομολόγιο Άγιος Κήρυκος- Εύδηλος. Τον βρήκε στο βουνό να περπατά στο λίλιρο αποκαρδιωμένος.
-Πού πας;
-Ντεν ξέρω.
-Έλα.
Ξεκίνησε να δουλεύει στα χωράφια του οδηγού. Καθάρισμα, όργωμα, τέτοια. Σε λίγους μήνες γνώριζε τους πάντες. Τα παρατσούκλια, τις ελιές τους, τ’ αμπέλια τους. Εργαζόταν πάντα με χαρά. Έμαθε και τη γλώσσα σε ασύλληπτο χρόνο.
Με τους Αλβανούς τότε δεν τα ‘χανε καλά οι πιότεροι. Τους έπαιρναν τις δουλειές κι είχαν κι ένα παράξενο θράσος που ξένιζε τους ντόπιους. Ήταν η πρώτη φουρνιά, όπως λένε. Η σκάρτη. Και το Θωμά τον κοιτούσαν κάπως, μα έκαναν υπομονή, καθότι φιλοξενούμενος.
Ένα πρωί, μετά από μήνες, πάει τον καφενέ του Δημητρού. Γνωρίζονταν πια καλά.
-Θα μου κάνεις καφέ;
-Να σου κάμω.
Πάνω που του τον σερβίρει, έρχεται η αστυνομία. Παράνομος. «Λαθρομετανάστης». Τον παίρνουν. Πάει ο Θωμάς… Με χειροπέδες.
«Και περνούν πολλοί μήνες, μπορεί και χρόνος…» μου αφηγείται ο Δημητρός που είναι ευαίσθητος πολύ με τους μετανάστες, καθότι μετανάστης κι ο ίδιος στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
«…Και νά σου ο Θωμάς, ξαφνικά, στην πόρτα του καφενέ! Φιλιά, αγκαλιές, καλωσορίσματα… Δεν τον ρωτάω πολλά, να μην τονε συγχύσω.
-Θα μου κάνεις καφέ; με ρωτάει.
-Να σου κάμω.
Τον πίνει και φωνάζει για το λογαριασμό.
-Τρία ευρώ, του λέω.
-Έξι.
-Τρία, βρε συ. Ηξέχασες πόσο κάνει;
-Έξι σου λέω. Δε θυμάσαι; Τον άλλο που σου παράγγειλα και με πήρανε; Δεν πρόλαβα να σου τα δώσω τότε και το ‘χω βάρος.
Τ’ ακούς;
Και μου ‘δωκε έξι ο Θωμάς…»


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 9-10-13