Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Κάτω απ' τα χρυσοπράσινα φύλλα...

φωτό tirimata
Κάθε χωριανός, όπως και κάθε Ικαριώτης είχε τις δικές του ελιές. Όχι όλες μαζί σ' ένα μέρος. Δυο τρία πεζουλάκια από πέντ' έξι ελιές το καθένα κι αυτά διάσπαρτα  στο χωριό ή και σ' όλο το νησί, αν οι ρίζες της οικογένειας βαστούσαν από διάφορα μέρη. Αν δεν έφταναν οι δικές τους, μάζευαν τις ξένες κι έδιναν στον ιδιοκτήτη, που ήταν ή υπέργηρος ή ξενιτεμένος, ένα ή δυο τενεκέδες λάδι, ανάλογα με τα λιόδεντρα που τους παραχωρούσε.
Καθώς λοιπόν δεν ήταν αρκετές, έπρεπε να τις μαζέψεις με ιδιαίτερη προσοχή, να μην πάει χαμένη ούτε μια. Ήτανε, βλέπετε, κι οι φαμίλιες μεγάλες εκείνα τα χρόνια...
Είχανε και τα δέντρα τούτα τις παραξενιές τους... Αν έκαναν καρπό τον ένα χρόνο, τον άλλο ξεκουράζονταν, έμεναν άκαρπα σχεδόν κι ούτε που άξιζε ν΄ασχοληθείς.
Γι' αυτό και μαζεύαμε πρώτα, με προσοχή, κείνες που 'χαν πέσει στο χώμα. Βγάζαμε την πρώτη σιρμαγιά, τη βλαβερή, με τα πολλά οξέα κι αυτή τη φυλάγαμε για το τηγάνισμα. Ύστερα να στρώσουμε τα δίχτυα, να μαζέψουμε τον υγιή καρπό και να βγάλουμε το λάδι για το φαγητό και τη σαλάτα.
Ο πατέρας μου ήταν ο πιο εκνευριστικός του χωριού στο μάζεμα.
Είχε ζήσει με πολλές στερήσεις από την παιδική του ηλικία και το 'χε για κακό ν' αφήσει έστω και μια ελιά αμάζευτη. Έτσι, καθώς εμείς γεμίζαμε τους κουβάδες και τους τενεκέδες με φούρια, εκείνος ασχολιόταν με τις πιο ξέμπαρκες.  Τον παρατηρούσα πως ανίχνευε, σχεδόν, τις ελιές που είχαν πέσει στα τοιχαλάκια που συγκρατούσαν τις πεζούλες.
Δεν έπρεπε να ξεφύγει καμιά... Αμαρτία.
Άπλωνε λοιπόν το χέρι κι αν η κίνηση ήταν αδέξια, η ελίτσα  κυλούσε με τσαχπινιά ανάμεσα στις πέτρες. Έβγαζε προσεχτικά τη μια πετρούλα, μ' αυτή, ασυγκίνητη, κυλούσε στο παρακάτω σχίσμα. Εκείνος, αντί ν΄απελπιστεί ή να θυμώσει, συνέχιζε ήρεμος την αναζήτηση.
-Τον εβλέπεις; μου έλεγε εκνευρισμένη η μάνα μου. Μια μέρα, βρε, αν έχεις το Θεό σου, ηξεθεμέλιωσε έναν τοίχο ολόκληρο.
Εκείνος την άκουγε από μακριά, χαμογελούσε και συνήθιζε να λέει:
-Βρε, έχω κι εγώ τα χάλια μου, αλλά υπάρχουν και χειρότεροι...


-Και ποιοι είναι οι χειρότεροι, δηλαδή; τον ρώτησα μια μέρα που τα νεύρα μου δεν ήταν σε καλή κατάσταση βλέποντας αυτή την παιδιάστικη για μένα συμπεριφορά.
-Ηπέτυχα μια φορά τον Τίλο, πριν χρόνια, στις ελιές του. Ηκάθουνταν ανακούρκουδα κι ηκράταε το κέλυφος από να σαλιγκάρι ψόφιο. Το κούναε πάνω κάτω, γύρω γύρω για ώρα πολύ. Τον εβλέπω κι ηθάρρου πως τα 'χασε. "Ήντα κάνεις εκεδά με τον καρίβολα;" του λέω."Βρε, ήμπε μια ελιά μέσα..." μου απαντάει σκεπτικός κι ησυνέχιζε το κούνημα ".... ε, πανάγκασμά ντη, γύρευε τώρα να τη βγάλεις!".


Σταματά λίγα δευτερόλεπτα τη διήγηση, περιμένει να σταματήσω τα χάχανα και ιδού ο επίλογος...

-Είδες το πως υπάρχουν και χειρότεροι; Μη θαρρείς πως εν τη ξέρουμε τη λωλάδα μας. Μα εν είναι από καλού μας. Ηζοριστήκαμε μικρά, κατάλαβέ το, κι ηπήρε άλλη αξία η ελιά στα μάθκια μας...

............................................................................................................ 

2 σχόλια:

Το Φαουδι είπε...

Πολύ όμορφο!
Άντε τώρα μετά από κάτι τέτοιες ελιλικρινείς και άκακες απαντήσεις, να εκνευριστείς. Δεν γίνεται!

Καλημέρα

Τηρίματα είπε...

Ε,ναι, κάνεις υπομονή... Εξάλλου μπορεί και να τις θυμηθούμε κάτι τέτοιες αξίες. Μακροπρόθεσμα...