Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Κάτω απ' τα χρυσοπράσινα φύλλα...

φωτό tirimata
Κάθε χωριανός, όπως και κάθε Ικαριώτης είχε τις δικές του ελιές. Όχι όλες μαζί σ' ένα μέρος. Δυο τρία πεζουλάκια από πέντ' έξι ελιές το καθένα κι αυτά διάσπαρτα  στο χωριό ή και σ' όλο το νησί, αν οι ρίζες της οικογένειας βαστούσαν από διάφορα μέρη. Αν δεν έφταναν οι δικές τους, μάζευαν τις ξένες κι έδιναν στον ιδιοκτήτη, που ήταν ή υπέργηρος ή ξενιτεμένος, ένα ή δυο τενεκέδες λάδι, ανάλογα με τα λιόδεντρα που τους παραχωρούσε.
Καθώς λοιπόν δεν ήταν αρκετές, έπρεπε να τις μαζέψεις με ιδιαίτερη προσοχή, να μην πάει χαμένη ούτε μια. Ήτανε, βλέπετε, κι οι φαμίλιες μεγάλες εκείνα τα χρόνια...
Είχανε και τα δέντρα τούτα τις παραξενιές τους... Αν έκαναν καρπό τον ένα χρόνο, τον άλλο ξεκουράζονταν, έμεναν άκαρπα σχεδόν κι ούτε που άξιζε ν΄ασχοληθείς.
Γι' αυτό και μαζεύαμε πρώτα, με προσοχή, κείνες που 'χαν πέσει στο χώμα. Βγάζαμε την πρώτη σιρμαγιά, τη βλαβερή, με τα πολλά οξέα κι αυτή τη φυλάγαμε για το τηγάνισμα. Ύστερα να στρώσουμε τα δίχτυα, να μαζέψουμε τον υγιή καρπό και να βγάλουμε το λάδι για το φαγητό και τη σαλάτα.
Ο πατέρας μου ήταν ο πιο εκνευριστικός του χωριού στο μάζεμα.
Είχε ζήσει με πολλές στερήσεις από την παιδική του ηλικία και το 'χε για κακό ν' αφήσει έστω και μια ελιά αμάζευτη. Έτσι, καθώς εμείς γεμίζαμε τους κουβάδες και τους τενεκέδες με φούρια, εκείνος ασχολιόταν με τις πιο ξέμπαρκες.  Τον παρατηρούσα πως ανίχνευε, σχεδόν, τις ελιές που είχαν πέσει στα τοιχαλάκια που συγκρατούσαν τις πεζούλες.
Δεν έπρεπε να ξεφύγει καμιά... Αμαρτία.
Άπλωνε λοιπόν το χέρι κι αν η κίνηση ήταν αδέξια, η ελίτσα  κυλούσε με τσαχπινιά ανάμεσα στις πέτρες. Έβγαζε προσεχτικά τη μια πετρούλα, μ' αυτή, ασυγκίνητη, κυλούσε στο παρακάτω σχίσμα. Εκείνος, αντί ν΄απελπιστεί ή να θυμώσει, συνέχιζε ήρεμος την αναζήτηση.
-Τον εβλέπεις; μου έλεγε εκνευρισμένη η μάνα μου. Μια μέρα, βρε, αν έχεις το Θεό σου, ηξεθεμέλιωσε έναν τοίχο ολόκληρο.
Εκείνος την άκουγε από μακριά, χαμογελούσε και συνήθιζε να λέει:
-Βρε, έχω κι εγώ τα χάλια μου, αλλά υπάρχουν και χειρότεροι...


-Και ποιοι είναι οι χειρότεροι, δηλαδή; τον ρώτησα μια μέρα που τα νεύρα μου δεν ήταν σε καλή κατάσταση βλέποντας αυτή την παιδιάστικη για μένα συμπεριφορά.
-Ηπέτυχα μια φορά τον Τίλο, πριν χρόνια, στις ελιές του. Ηκάθουνταν ανακούρκουδα κι ηκράταε το κέλυφος από να σαλιγκάρι ψόφιο. Το κούναε πάνω κάτω, γύρω γύρω για ώρα πολύ. Τον εβλέπω κι ηθάρρου πως τα 'χασε. "Ήντα κάνεις εκεδά με τον καρίβολα;" του λέω."Βρε, ήμπε μια ελιά μέσα..." μου απαντάει σκεπτικός κι ησυνέχιζε το κούνημα ".... ε, πανάγκασμά ντη, γύρευε τώρα να τη βγάλεις!".


Σταματά λίγα δευτερόλεπτα τη διήγηση, περιμένει να σταματήσω τα χάχανα και ιδού ο επίλογος...

-Είδες το πως υπάρχουν και χειρότεροι; Μη θαρρείς πως εν τη ξέρουμε τη λωλάδα μας. Μα εν είναι από καλού μας. Ηζοριστήκαμε μικρά, κατάλαβέ το, κι ηπήρε άλλη αξία η ελιά στα μάθκια μας...

............................................................................................................ 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Η αγάπη και τα ξένα λόγια

φωτό tirimata
Εκείνη τον αγάπαγε πολύ. Εκείνος την αγάπαγε πιότερο. Μα έφυγε. Δούλευε στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, στο κέντρο μιας μακρινής ηπείρου. Τα χρόνια πέρναγαν. Υπάρχουν ακόμη οι κάρτες και τα γράμματα. "Αγαπητή μου σύζυγε Ι....., εύχομαι το νέο έτος να σας έβρει υγιείς, εσένα και τη θυγατέρα μας. Ευρίσκομαι εν Πενσυλβάνια και εργάζομαι......" ή "Σας επεθύμησα...", σκέτο, ή "Ευτυχές το νέο έτος 1913..."
Μα τα νέα έτη δεν ήταν ευτυχή. Η αγάπη βαρέθηκε να περιμένει αγκαλιές και την πήρε ο ύπνος. Βαθύς. Εκείνη απέμεινε γυμνή κι έψαχνε ένα ρούχο. Ήτανε κρύος και άγριος ο χειμώνας στο νησί. Μια και δυο, ήρθαν τα ξένα λόγια με μια ζεστή κουβέρτα για μασκάρεμα. Κι εκείνη ξελογιάστηκε. Η αγαπημένη σύζυγος. 
Σαν ήβγε ο ήλιος και τινάχτηκε αλαφιασμένη, είδε πως κάτω από κείνη την κουβέρτα υπήρχε μια καρδιά. Καρδιά μωρού! Ένα τόσο δα κοριτσάκι. Το δέχτηκε στα σπλάχνα της, το πήρε αγκαλιά, το σκέπασε και το 'δωκε στ' απ' έσω μέρη, μακριά, μπας κι έβρει τίποτα δικούς του να τ΄αγαπήσουν όπως τ΄άξιζε, γιατί εκείνη το 'ξερε πως ήταν από λόγια καμωμένο ξένα και ψεύτικα. Πιο καλά να μην το μάθαινε ποτέ του, το καημένο. Και πιο καλά ακόμη να μην το μάθαινε εκείνος. 
Ύστερα ήρθε το τελευταίο γράμμα. Πως έρχεται. Μετά από οχτώ χρόνια ολότελα χαμένα.
Εκείνη, ψύχραιμα, απόθεσε την αγαπημένη θυγατέρα, την πρώτη, εκείνη της αγάπης, στη μάνα της, σ΄άλλο χωριό, μάζεψε τα λίγα ρούχα, κλείδωσε την πόρτα, έβαλε το κλειδί κάτω από τη γλάστρα, να το βρει εκείνος εύκολα, και μπήκε στο πλοίο. Δεν άντεχε να τον εδεί στα μάτια. Προτίμησε την Αλεξάνδρεια. Κι εχάθη. 
Εκείνος μέτραε μια μια τις μέρες. Έφτασε πρώτα στην Ιταλία, μετά στον Πειραιά και μάνι μάνι στο χωριό. Ευρήκε το κλειδί μονάχα. Και τ' άσχημα λόγια ευρήκε. Όλοι τα 'ξεραν κι όλοι του τα 'παν. Ήρθαν από την κάτω γειτονιά, απ' το Καμπί, απ' τη ρίμη. Και ο κόσμος εβούηξε. Τ' αυτιά του εβούηξαν. Η ψυχή του εβούηξε. Από τα ξένα λόγια κι από τ' άσχημα λόγια.
Εκείνος έμεινε σιωπηλός για μέρες και βδομάδες. Τα λόγια άκουσαν τη σιωπή του και τρομαγμένα σκόρπισαν από το φεγγίτη και τις χαραμάδες. Κι απόμεινε ξανά μονάχος. Με τα τσουκάλια που 'πλενε, με τα στρωσίδια π' άλλαζε, με το κρεβάτι που κοιμότανε, εκείνη.

Ένα πρωί σφράγισε τα παντζούρια, ντύθηκε με το καλό κουστούμι και πήρε πάλι το πλοίο. Τα ξένα λόγια χάρηκαν. Τα μάτια των κακών αστράψαν. Δε φαντάστηκαν, οι άμοιροι, τον προορισμό.
Πως θα 'τανε η Αίγυπτος, πως θα 'ψαχνε απεγνωσμένα να την έβρει. Την αγαπημένη σύζυγο. Πως θα την έβρισκε, πως θα τη συγχώραε, πως θα της ζήταγε και συγνώμη που άργησε τόσο, πως θα γυρνούσαν μαζί στο σπίτι με την πρώτη θυγατέρα, σα να μην είχε περάσει μέρα. Πως θα κάναν κι άλλα παιδιά. 
Πως έχει τόση αγάπη σ' αυτό τον κόσμο.
Τόση που να ζητά συγνώμη από κείνους που την πρόδωσαν.

Τα λόγια σκύψαν το κεφάλι και σώπασαν για χρόνια. Άλλαξαν μορφή, κουκουλώθηκαν και γίναν  μυστικό. 
Σαν βεβαιώθηκαν πως η αγάπη ετούτη σκορπίστηκε για πάντα, έβγαλαν την κουκούλα κι ήρθαν δειλά, τάχα, στ' αυτί μου. 
-Τι ωραία! Θα κάμω ένα παραμύθι, τους είπα, να το διαβάζουν τα μικρά και να θυμούνται τη δύναμη της αγάπης και τη δύναμη των προγόνων που δοκιμάζονταν συχνά μα λυγούσαν μόνο για λίγο, για πολύ λίγο...
Τα ξένα λόγια τρόμαξαν ξανά με τούτη την αντίδραση και χάθηκαν. Θαρρώ για πάντα.





Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Τα λούλουδα του ποτιστή κι η παρέα τους...

 Τα λουλούδια τούτα φύτρωναν στους κήπους. Πλάι στον ποτιστή. Μεγάλωναν γρήγορα κι όταν έπιανε το κατακαλόκαιρο γέμιζαν με τούτα τα όμορφα χωνάκια. Έτσι τα λέγαμε. "Τα χωνάκια". Σα να 'ταν παγωτό. Δεν έμαθα ποτέ πως είναι η επίσημη ονομασία τους. Μικρή, έψαχνα να βρω πού στο καλό βρέθηκαν εκείνες οι κατακόκκινες πιτσιλιές που 'χουν πάνω στο ολοκάθαρο, κίτρινο χρώμα τους. Κάποιες φορές κοίταζα προς τα πάνω, λες κι είχε ματώσει κάποιος στον ουρανό και πετιούνταν οι στάλες από την ανοιχτή του πληγή. Βέβαια μήτε αυτόν τον έμαθα ποτέ μήτε και για το φονικό καμιά πληροφορία.
Τα ξέχασα τα λουλουδάκια, μια και ξεράθηκαν οι κήποι ετούτοι εδώ και  χρόνια...
Πριν λίγο όμως χάζευα τις φωτογραφίες του γιόκα μου, τραβηγμένες το καλοκαίρι του 2007, γύρω στα δώδεκα θα 'ταν, τότε που ακόμη ασχολιόταν με το μικρόκοσμο, γιατί τώρα πια αρχίσαμε τα μεγαλύτερα μεγέθη...
Ωχ, τα λούλουδα του ποτιστή! Τι ωραία!
Έκανα κλικ, η φωτογραφία μεγάλωσε... Αμάν!! Τι είναι τούτο; Χα, χα... Μια τόση δα ύπαρξη.  Ψάχνει να φάει ή να ανακαλύψει κάτι. Ποιος ξέρει τι...
Το ζήλεψα, πάντως.
Ε; Δε μοιάζει τόσο τυχερό και τόσο ευτυχισμένο;



Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Ο κίτρινος μήνας

φωτό από εδώ
 Για κάποιους είναι ο Θεριστής. Για μένα ήταν απλά ο κίτρινος μήνας. Τον προτιμούσα. Σήμαινε στάχυα, ξερά από τον ήλιο, σήμαινε κι ήλιο, που 'χει το ίδιο χρώμα. Το δεύτερο δυνάμωσε και καίει, το πρώτο ξεθώριασε πια. Παραμένει ίδια η προτίμησή μου στα κίτρινα λουλούδια και στις κίτρινες ομάδες. Κι ο θυμός μου, όποτε ακούω πως το κίτρινο χρώμα συμβολίζει το μίσος.
Αηδίες!
Είναι ξεκάθαρη η χαρά σε τούτο. Θα πάω πάντα στο νησί τον κίτρινο μήνα. Θα ξαναδώ τους φίλους και τις κίτρινες πλαγιές. Θα πήγαινα και στα κίτρινα χωράφια, μα δεν αντέχω πια.
Γέμισαν ασπαλάθους κι ακισαριές και σκίνα και φαντάσματα.

Μα καμιά φορά, έρχονται από μόνα τους και με βρίσκουν.
Γεμάτα από σπαρτά π' ανεμίζουν στο αεράκι.
Στην άκρη του χωραφιού πέντε δρεπάνια μένουν στο χώμα στη σειρά και καρτερούν τα χέρια. Τα δυο είναι μεγάλα με μακρύ κοντάρι. Τα άλλα τρία ανάλογα με την ηλικία του θεριστή. Σε μένα αρμόζει το πιο μικρό. Η χειρολαβή είναι από ξύλο πελεκημένο απ' τον πατέρα με το κλαδευτήρι.
Συνήθως γυρνώ αλλού το βλέμμα σα να μην τα 'δα ποτέ και παριστάνω το σύγχρονο άνθρωπο.
Άλλοτε απλώνω το χέρι και το πιάνω...

Μεμιάς γίνονται όλα όπως τότε. Η μάνα και ο πατέρας, χωρίς καθυστέρηση, πιάνουν τις άκρες της κάμπας. Εμείς, στη μέση, αρχίζουμε το διαγωνισμό. Διαλέγουμε διαδρομή και ο αγώνας ξεκινά. Χριτς, χρατς, χριτς, χρατς... Δε μιλάει κανείς. Κοιτάμε μόνο με αγωνία αυτόν που προπορεύεται, κόβουμε και προχωράμε, κόβουμε και προχωράμε... Ο ιδρώτας δε μας απασχολεί, η ηλίαση ουδόλως, όσο για το δέρμα είναι νέο και αντέχει ακόμη.
Μα όταν κοντεύουμε να φτάσουμε στο τέρμα το σκηνικό αλλάζει.
Ο πρώτος κοιτά προς τα πίσω και βλέπει αυτόν που 'χει πολύ δρόμο ακόμη. Τα στάχυα του αντιστέκονται κι εκείνος, που 'ναι ο πιο  αδύναμος, παλεύει απεγνωσμένα. Ο πρώτος κάνει στα ψέματα πως κουράστηκε και τον περιμένει. Όταν η απόσταση ανάμεσά μας έχει μικρύνει ικανοποιητικά, ξαναρχίζει ο αγώνας ταχύτητος με την ίδια ένταση. Μας προλαβαίνει ο πατέρας με τη μάνα που τέλειωσαν κι έπιασαν το γύρο. Το τέρμα είναι ετούτοι.
-Ποιος νίκησε; Ποιος νίκησε;
-Κι οι τρεις. Κι οι τρεις, πουλάκια μου. Πάμε για κολατσιό...

Κάτω από τη μεγάλη ελιά. Τίποτα το σπουδαίο, μα πόσο νόστιμο αυτό το άτιμο το "τίποτα σπουδαίο"!
Ο πατέρας πάντα ξεκλέβει λίγη ώρα για έναν υπνάκο. Κάτω από τον παχύ ίσκιο. Το χέρι του όμως το δεξί του ξεφεύγει κι ενώ αυτός κοιμάται θερίζει τάχα αόρατα στάχυα στον αέρα. Εμείς γελάμε. Μ΄ ένα γέλιο δυνατό.
Που πάντα με ξυπνά.
Ανοίγω τα μάτια και παριστάνω το σύγχρονο άνθρωπο.





Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Πενιές και κόμιστρα...

Θα τη γράψω βιαστικά αυτή την ιστοριούλα. Σκέφτομαι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ξεχαστεί ανάμεσα στις στοίβες των καθημερινών, των περασμένων ή των υποτιθέμενων. Ύστερα, βιάζομαι κιόλας γιατί θα πάω για μπανάκι. Και πρέπει να τη σώσω οπωσδήποτε. Η βδομάδα που θα 'ρθει μπορεί να είναι κάπως διαφορετική. Κάθε Κυριακή και κάθε Τετάρτη πια εγκυμονούν κινδύνους, ή ελπίδες, όπως το δει κανείς...Πάντως αλλιώτικα πράγματα θα φανούν στην πόλη. Κι είναι καλό, θαρρώ, κάποιες σκηνές της χαρούμενης Αθήνας, των κεφάτων Ελλήνων, των ξεχωριστών ανθρώπων καλύτερα, να μείνουν στη μνήμη μας να τις φέρνουμε αντίκρυ καμιά φορά, να τις ξεσκονίζουμε και να χαμογελάμε.

Εγώ, που λέτε, αυτοκίνητο δεν έχω. Ή μάλλον έχω, αλλά όχι σ' αυτή την πόλη. Έτσι φέτος με τις απεργίες των οδηγών, έγινα θαμώνας των ταξί. Έχω γνωρίσει όλων των λογιών τους οδηγούς. Μουρτζούφληδες, φλύαρους, καμάκια, πολυλογάδες, γκρινιάρηδες, ερωτευμένους, αγχώδεις, ημίτρελους, μικροαπατεώνες, βαρύμαγκες, κεφάτους, πολιτικοποιημένους, φασιστόμουτρα, με κατάθλιψη βαριάς μορφής ή με σπάνιες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Άμα βρω κάναν του γούστου μου, πιάνω κουβέντα και περνάω μια χαρά, άμα πετύχω κάποιον αντιπαθητικό -αχ,  μου 'τυχε πριν λίγες μέρες-  μ΄αρχίζουν τα διαόλια μου, παίρνω κάτι βαριές ανάσες και κατεβαίνω νωρίτερα, σε κάποιον σταθμό μετρό συνήθως, για να γλιτώσω από τη βαριά του αύρα.
Μα προχτές, η διαδρομή θα 'ταν σύντομη και δεν είχα σκοπό να κάνω κανένα από τα δύο. Περίπου δέκα λεπτά με το ταξί. Μπαίνω μέσα και δεν τον προσέχω καν. Το ραδιόφωνο κλειστό. Περίεργο. Συνήθως ακούνε ποδόσφαιρο ή το σταθμό της εκκλησίας. Μια φορά είχα πετύχει κι έναν που 'χε τρέλα με την κλασική μουσική. Ας είναι. Αυτός τίποτα. Ούτε ράδιο ταξί ήταν, ώστε ν΄ακούγεται η εκνευριστικότατη φωνή της κοπελιάς που μιλάει αξιοθαύμαστα γρήγορα  σε μια γλώσσα που 'χει μόνο αριθμούς, εντολές και άγχος, η καταλληλότερη για να σου φέρει έναν ωραιότατο πονοκέφαλο σε λίγα μόνο λεπτά.
Ησυχία λοιπόν.
Και σε λίγα δευτερόλεπτα...."μμμμ, πονάαααω και....μμμμμμ, καρδιάαααα μου...."
Ωχ αμάν, σκέφτηκα, πέσαμε σε περίπτωση. Ή σ΄αυτή του "ερωτευμένου" ή σ' αυτή του "ημίτρελου".
Και οι δύο είναι του γούστου μου, οπότε άρχισα να πετάω τις πρώτες κουβέντες.
-Σας αρέσει το τραγούδι, ε;
-Αααα, μ΄αρέσει που δε φαντάζεσαι. Για άκου κι αυτό....Κι αρχίζει "πώς πονώωωωω, πώς υποφέρωωωω...." ή τέλος πάντως κάπως έτσι, δε θυμάμαι τα λόγια. Ήταν ένα του Γαβαλά πάντως, μου το επιβεβαίωσε.
-Α, έχετε πολύ ωραία φωνή, του λέω. (Πραγματικά, ήταν υπέροχη!)
Εκείνος χάρηκε μάλλον.
Μου λέει όμως συγκρατημένα και λίγο μάγκικα.
-Εγώ, κορίτσι μου, ό,τι μαθαίνω μ' αρέσει να το μαθαίνω καλά.
Και ξαναρχίζει το τραγούδι, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Το είχα συνηθίσει πια και απλά κοιτώντας από το παράθυρο, προσπαθούσα να βρω την κατηγορία στην οποία ανήκει ετούτος ο οδηγός. Δεν μου έκανε καμιά από τις επικρατέστερες.  Είχα μπερδευτεί λίγο.
Και ξαφνικά.... ακούγεται ο αναπάντεχος ήχος! Ο αγαπημένος μου. Δίπλα μου! Κι ολόσωστος. Ένα μπαγλαμαδάκι!  Δεν μπορεί... Μα πώς;
Σκύβω με αναίδεια στο μπροστινό κάθισμα και βλέπω την πιο παλαβή σκηνή. Ο ταξιτζής είχε αφήσει το τιμόνι κι έπαιζε ένα μπαγλαμαδάκι που τόση ώρα φαίνεται το 'χε στα πόδια του και δεν το 'χα πάρει χαμπάρι.
Το αμάξι προχωρούσε με κανονική ταχύτητα. Ευτυχώς ήταν ευθεία και δε φοβήθηκα. Γέλασα μάλιστα μ΄ ένα νεαρό που γούρλωσε τα μάτια του όταν μας είδε να περνάμε δίπλα του. Το φοβερό ήταν όταν είδα τη στροφή μπροστά μου. Δεν ήθελα και να διακόψω, τόσο μερακλωμένος που ήταν...Τον άγγιξα ευγενικά στον ώμο...
-Ε, πρέπει να στρίψουμε αριστερά...
-Το ξέρω, κορίτσι μου, μην ανησυχείς, χρόνια οδηγώ έτσι.
Έστριψε πράγματι την κατάλληλη στιγμή και συνέχισε το τραγούδι και το παίξιμο...
Πριν κατέβω, μου 'παιξε κι ένα δικό του.
Δίνοντας μου τα ρέστα, μ΄ευχαρίστησε για το κέφι μου, λέει. Να, όπως ευχαριστούν οι καλλιτέχνες το κοινό στο τέλος της βραδιάς. Τον ευχαρίστησα κι εγώ και του υποσχέθηκα πως θα ξανάρθω, εεε, όχι, του 'πα πως θα βρεθούμε σε πιο μακρινή διαδρομή που 'χω και κάτι παραγγελιές. Το βλέμμα του γέλασε. Και το δικό μου καθώς έφευγα. Είχα βρει επιτέλους την κατηγορία. Αυτός ήταν ο μερακλωμένος ταξιτζής.
Ο Νίκος, ένας ταξιτζής που 'ναι φίλος μου, άρα δεν τον έχω κατατάξει, μου 'πε πως ο τύπος αυτός είναι γνωστός στην πιάτσα και, αλήθεια είναι, οδηγεί έτσι χρόνια.
Μερακλωμένος και κεφάτος.


Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Όταν είναι το μάθημα με μέλι και κανέλα...

φωτό από εδώ
Έκλεισε ο καφενές του Γιαννάκου, όπως είπαμε σε προηγούμενη ανάρτηση, μ' απόμεινε ένας άλλος ανοιχτός. Εκείνος του κυρ-Γιώργη. Σ' άλλο χωριό. Ήταν η αγαπημένη μου γωνιά, μεγάλη πια, σαν ήθελα να θυμηθώ τα ξένοιαστα βράδια του δικού μας τόπου. Πήγαινα για ουζάκι αλλά κυρίως για λουκουμάδες. Ήταν βλέπετε η σπεσιαλιτέ του καταστήματος. Μικρούτσικοι, καλλιτεχνικοί και πεντανόστιμοι.
 Ήταν όμορφα στον καφενέ. Τα παιδιά έτρεχαν γύρω γύρω από τα τραπέζια. Οι ντόπιοι πήγαιναν κι έρχονταν. Κουβέντες και καλωσορίσματα. Ιστορίες για τα παλιά και φιλοσοφίες για τα μελλούμενα. Όμως δε συνήθιζα να πηγαίνω εκεί τους "ξένους". Θέλανε πιότερο κόσμο, έτσι νόμιζα, και τραβούσαμε πιο δυτικά, στις παραλίες και στα μπαράκια.

Ένα καλοκαίρι, που λέτε, ήρθανε δυο πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Τους πήγα όπου νόμιζα πως θα τους εντυπωσίαζα, μα εκείνοι, αχόρταγοι, θέλανε να δουν και τα μέρη του Αγίου, έτσι λέμε για συντομία την πρωτεύουσα.
Α, τη βαριόμουν εκείνη τη διαδρομή, ίσως γιατί τη συνδύαζα με γραφειοκρατικές εργασίες και τρεχάματα. Έτσι, νοίκιασαν ένα μηχανάκι, τους έδειξα τη συνηθισμένη διαδρομή, τους ανέφερα απλά και τη δεύτερη, για να 'χουν κι εναλλακτική, και ξεκίνησαν.
Βράδυ πια, κάτσαμε στην αυλή.
-Σας άρεσε;
-Α,ναι πολύ.
-Και για πείτε μου, ποιο χωριό είναι το πιο ωραίο;
-Α, ένα χωριό, πώς το λένε, βρε Δήμο; ρωτούσε η φιλενάδα μου μπερδεμένη με τα παράξενα ονόματα των χωριών μας.
  Εκείνος πάσχιζε να θυμηθεί, αλλά τίποτα.
-Ε, μη στεναχωριέστε, λέω, θα μου το περιγράψετε κι εγώ θα σας πω.
-Να, είχε μια ωραία πλατεία, κάπως κλειστή και λίγο άδεια, μα είχε εκεί ένα πανέμορφο καφενεδάκι, από τα παλιά, ξέρεις, γραφικό.
-Θάλασσα είχε;
-Α, όχι, ήτανε μακριά σ' ένα βουνό.
Σκεφτόμουν ένα ένα τα "χωριούδια" και τις πλατείες τους, μα πάλι άκρη δεν έβγαζα.
-Πάντως, συνέχισε ενθουσιασμένη η Ράνια, είχε έναν παππού στο καφενείο που μας υποδέχτηκε σα να μας ήξερε. Ήταν πολύ παράξενο, μα κι ωραίο... Παραγγείλαμε καφέ κι άκου να δεις. Φέρνει τα ποτήρια άδεια, εξαφανίζεται κι ύστερα έρχεται μ' ένα μεγάλο στρογγυλό παγούρι και μας βάζει νερό. "Απ' αυτοδά α πιείτε, που 'ναι δροσερό κι ωφέλιμο. Όχι εμφιαλωμένα και αηδίες."
Αχ, είχε μια δροσιά εκεί, δε φαντάζεσαι. Ξεχάσαμε την περιήγηση και πήραμε μπύρα. Κι έρχεται ένας μεζές που δεν είχα ξαναδεί. Όλα σπιτικά και φρέσκα. Από τον κήπο, λέει... Ύστερα ήρθε η γυναίκα του, γλυκιά κι εντυπωσιακή για την ηλικία της και έφερνε πίτα σ' ένα ταψί. "Α, θα δοκιμάσετε κι απ' αυτή, γιατί α τα χαλάσουμε..." μας φώναζαν κι οι δυο.
Άλλους πελάτες δεν είχε- θυμάσαι, φύγαμε πρωί- κι έτσι ο παππούς έκατσε μαζί μας. Μας έλεγε ιστορίες κείνου του χωριού κι εμείς ακούγαμε με προσοχή. Με τις ώρες, σου λέω. Όποτε κάναμε να φύγουμε, μας καλόπιανε. Μα σα μεσημέριασε, πια, τι να κάνει, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Του ζητήσαμε λογαριασμό,  μας είπε ένα αστείο ποσό και νομίζαμε ότι μας έκανε πλάκα. "Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου..." Ο Δήμος τον κυνηγούσε μ' ένα χαρτονόμισμα μα κείνος τίποτα. "Κι ήντα θαρρείτε, έλεγε και ξανάλεγε, ότι α γίνουμε πλούσιοι απ' τον καφενέ; Φύετε και πηαίνετε στην ευχή  του Θεού και της Παναγίας..."
-Στον Άγιο, πήγατε τελικά;
-Ίσα που προλάβαμε τα μαγαζιά, ανοιχτά, ψωνίσαμε κάτι κι ήρθαμε. Ωραία ήταν. 
Μα να, έχω και φωτογραφία με τον παππού, αναφώνησε η φιλενάδα μου κι άνοιξε την τσάντα. Τόση ώρα δεν το σκέφτηκα.
Ε, μου λύθηκαν οι απορίες. Έτσι εξηγείται. Πήγαν από την άλλη διαδρομή και τ' ανακάλυψαν. Χαμογέλασα με τις συμπτώσεις, έχω καλή σχέση μ' αυτές τις πονηρούλες, τους μάλωσα που δεν παρήγγειλαν και λουκουμάδες και συνεχίσαμε τις διακοπές μας τις πολύβουες.


Πέρασαν λίγα χρόνια από κείνο το περιστατικό  κι έμαθα στην Αθήνα πως ο κυρ-Γιώργης μας άφησε χρόνους. Τον θρήνησα, μα και τον καφενέ μαζί. Τους είχα σαν ένα στο μυαλό μου. Σκέφτηκα πως θ΄απομείνει ερείπιο, μια ακόμη ανάμνηση. Οι τελευταίες πλήθυναν απότομα κι έχουν αρχίσει να με κουράζουν  πια.
Έτσι, σαν ξαναπήγα στο χωριό, έστριψα γρήγορα δεξιά, μη δω το άδειο καφενείο και πήρα την ανηφόρα για το σπίτι του. Ο Γιωργάκης, ο εγγονός του, είναι τ' αγαπημένο μου βαφτιστήρι.
-Πού 'ναι το μικρό;
-Κάτω, στον καφενέ. Πάμε για λουκουμάδες; Να δούμε και κάναν άθρωπο....;
-Εεεεεε....είναι ανοιχτός;
-Άμε, τι θαρρείς; Κλειστό θα τον αφήναμε; Τον ανοίγει ο δάσκαλος! Βοηθάμε και μεις όποτε αδειάζουμε. Κι η μάνα, εννοείται.


Αχ, άνοιξε η καρδιά μου. Δε θα γίνει σαν τον καφενέ του Γιαννάκου αυτός. Θα 'χει ακόμη και κουβέντες και καλωσορίσματα, άντε και κάνα μάθημα.
Με μέλι και κανέλα....






Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Τα μάτια της ντροπής


 Τα συνάντησα πριν λίγους μήνες. Μέχρι τότε τα ‘χα δει μόνο σε αφίσες και καρτούλες. Μεγάλα, υγρά, σε καθήλωναν κι απόμενες να τα κοιτάς ψάχνοντας να βρεις τι στο καλό ήθελαν να σου πουν. Αν και μάντευες…
Κάποια από αυτά τα ‘χα γνωρίσει κι από κοντά. Μα εκείνα είχαν και μιλιά. Έπαιζαν και γέλαγαν μόλις έρχονταν στο σπίτι. Κείνα ξέχναγαν γρήγορα ανάμεσα στα παιχνίδια της αυλής, κάτω από τα πολύχρωμα σεντονάκια τους ή χωμένα σε ζεστές αγκαλίτσες. Και γίνονταν γρήγορα όπως έπρεπε να 'ναι. Παιδικά.
Τ’ άλλα ήθελα πάντα να τα δω. Να τους προσφέρω κάτι. Οτιδήποτε. Μα το ταξίδι ήταν μεγάλο και δεν πρόφταινα ποτέ.
Πώς τα φέρνει η μοίρα, λίγο από δω, λίγο από κει, και να τα!
Όχι πολύ μακριά. Στην Ομόνοια, στην οδό Σωκράτους.
Είχα φύγει τρεχάλα από την Ακαδημία Πλάτωνος, εκεί δούλευα τότε, μη χάσω την αποστολή.
Οι άλλοι με περίμεναν ανυπόμονα.
Έπρεπε, λέει, να βιαστούμε….
Εκείνα ήταν μεταξύ τέταρτου και πέμπτου.
Η πολυκατοικία άθλια. Δεν είχε ηλεκτρικό, δεν είχε ανοιχτά πατζούρια.
Δεν καταλάβαινα ως εκείνη τη μέρα γιατί στις πολυκατοικίες αυτές δεν ανοίγουν παράθυρα. Δεν απλώνουν ρούχα. Δεν κυκλοφορούν στα μπαλκόνια.
Απ’ έξω έχεις την αίσθηση ότι είναι ακατοίκητη. Στην είσοδο το ίδιο. Και λίγο πιο πάνω αρχίζεις να σκοντάφτεις πάνω σε ανθρώπινες σιλουέτες. Είναι παντού. Στα δωμάτια, στους διαδρόμους, στις σκάλες.
Ανεβαίναμε λαχανιασμένοι. Στα δυο χέρια οι σακούλες με τα τρόφιμα. Κι εμείς ζητάγαμε απεγνωσμένα ένα τρίτο για να κλείσει τη μύτη, ένα τέταρτο για να κλείσει τα μάτια κι ένα πέμπτο για ώρα ανάγκης.
Ο φόβος, βλέπετε… Για το καινούργιο και για τ’ απρόσμενο.

Ο φίλος μας από τη Σομαλία μας καθοδηγούσε. «Εδώ, στον έκτο που μαγειρεύουν…»
Τα γκαζάκια είναι στο πάτωμα. Κι οι γυναίκες. Κάποιοι στο βάθος κοιμούνται, κάποιοι μας κοιτούν άγρια. Δεν μιλάει κανείς. Κάποιοι δε διακρίνονται καν και τους ακουμπάμε κατά λάθος. «Ωχ, συγνώμη».
 Εκείνα είναι μεταξύ τέταρτου και πέμπτου.
Εκεί δεν μπαίνει φως από πουθενά. Ούτε από τις γρίλιες καν. Μα φάνηκαν ολοκάθαρα καθώς ανέβαινα. Φεγγοβολούσαν στο σκοτάδι και με κοίταζαν ακίνητα. Δεν έτρεξαν στις σακούλες, έμειναν ανέκφραστα. Σαν μια ξεχασμένη κάρτα στο συρτάρι. Σκέφτηκα πως κατεβαίνοντας θα μπορέσω να χαϊδέψω τα μαλλάκια του, να του χαμογελάσω, ίσως. Πού ξέρεις, μπορεί να χαμογέλαγε κι εκείνο. 
Μα μόλις αφήσαμε τα πράγματα ο οδηγός μας τηλεφώνησε πανικόβλητος.
Ο φόβος, βλέπετε... Για κείνο που ξέραμε ήδη…

«Ελάτε, μαζεύτηκαν γύρω από τ’ αμάξι. Φωνάζουν!»
 Φώναζαν όντως. «Σε κείνους, μωρέ; Σε κείνους; Εδώ ο κόσμος χάνεται, άλλοι δεν έχουν ανάγκη; Σε κείνους βρήκατε; Δε ντρέπεστε;»
Ντραπήκαμε όντως.
Και για κείνους και γι’ αυτούς και για τον κόσμο που χάνεται. Και για μας που το παίζαμε φιλάνθρωποι με τα περισσευούμενα. Τρομάρα μας.
Έτσι δεν τ’ άγγιξα ποτέ. Δεν τα χάιδεψα. Μια στιγμούλα που τα ‘δα μοναχά.

Ο φίλος μας από τη Σομαλία μας πήγε κι αλλού. Τ’ αφήναμε και φεύγαμε γρήγορα. Στο τελευταίο η πολυεθνική στο ισόγειο και η κόλαση στον πέμπτο.
Μας χαιρέτησε χαμογελώντας.
 «Εσύ δε θα πάρεις;» τον ρώτησα. «Εγώ δεν έχω παιδιά» μας είπε «μόνος μου είμαι…»
Του δώσαμε με το ζόρι.
Ντράπηκε λίγο, κοκκίνισε κι έφυγε.

Μα τι λέω, Θεούλη μου, κοκκινίζουν οι μαύροι; Θα μας ακούσει και κανείς και θα ντραπεί με την αφέλειά μας…

Χωρίς φωτό. Σωστά το καταλάβατε. Ντράπηκα να τραβήξω…







Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Ο Ψαθάς και τα ψαθάκια


φωτό tirimata
Είχαμε μαζευτεί στο χωριό απ' όταν άνοιξαν οι μέρες και κλείσαν τα σχολειά. Αρχές Αυγούστου άρχισε να μας πιάνει βαρεμάρα. Τους άλλους πιότερο. Τους πιο μεγάλους, γιατί  εγώ περνούσα υπέροχα. Είχα πάντα παρέα τώρα που γέμισε η πλατεία παιδιά, μ' έπαιρναν και στο Τσιμπουνάρι τα βράδια... Τέλεια. Με καταδέχονταν πια. 
Μα η παρέα βαριόταν. Τα 'χαμε κάνει όλα. Είχαμε παίξει εκατοντάδες φορές τις "γωνίες", ένα δικό μας παιχνίδι εμπνευσμένο από την τετράγωνη πίστα της πλατείας, είχαμε "κρυφτεί" παντού, σε κάθε δέντρο, σε κάθε έρημη αυλή... Είχαμε κάνει χιλιάδες "χαλασμένα τηλεφωνήματα", είχαμε στήσει ατέλειωτες φάρσες στο Νίκο που πια δεν τολμούσε να ξεμυτίσει από το σπίτι όταν νύχτωνε, είχαμε κάνει κοπιαστικές πεζοπορίες-εξερευνήσεις, είχαμε ανάψει φωτιές, είχαμε πει τα μυστικά μας όλα, "τα 'χαμε φτιάξει", "τα 'χαμε χαλάσει" και τούμπαλιν. Τι άλλο;
Και τότε κάποιος έριξε την ιδέα, την επαναστατική για την εποχή, τις συνθήκες και τα πρόσωπα. 
"Να ανεβάσουμε μια θεατρική παράσταση!" 
Τέλεια! Έγινε γρήγορα αποδεκτή από όλους κι οι προετοιμασίες ξεκίνησαν χωρίς καθόλου καθυστέρηση.

Δεν πήρα χαμπάρι και πολλά. Μόνο τ΄άλλο πρωί υπήρχε μια περίεργη ησυχία στην πλατεία και καθώς το σπίτι μου συνορεύει μ' αυτήν σηκώθηκα ανήσυχη. Δεν έβρισκα κανέναν μήτε 
και την αδερφή μου που συνήθως μ' έπαιρνε μαζί... Ψυχή. 
Ο Γιαννάκος όμως με πληροφόρησε με καχύποπτο ύφος πως είχανε ζητήσει το κλειδί για το σχολειό.
"Ήντα να σκαρφίστηκαν πάλι;" μου πέταξε αγριεμένος.
 Και τους βρήκα εκεί, κλειδαμπαρωμένους, σα μυστική εταιρία που ετοιμάζει τη μεγάλη εξέγερση. Είχε αποφασιστεί το έργο, είχαν μοιραστεί οι ρόλοι, η σκηνοθεσία, η σκηνογραφία, η μέρα και η ώρα της παράστασης. 
Εγώ είχα μείνει απ' έξω. Με τ' άλλα τα μικρά. Ήμουν η πιο μεγάλη από αυτά κι η πιο μικρή από τα μεγάλα. Το χειρότερό μου. Όχι τόσο που δε συμμετείχα, μα που τους έχασα όλους έτσι ξαφνικά. Και κυρίως που 'χα μείνει έξω από τις εξελίξεις. Ξεροστάλιαζα λοιπόν απ' έξω και περίμενα. Μέσα άκουγα φωνές, γέλια τρανταχτά και πειράγματα. Ο Αργύρης μοναχά άνοιγε το παράθυρο και με χαιρετούσε μ' ενθουσιασμό. 
"Τι γίνεται;" τον ρωτούσα όλο αγωνία.
"Χαμός! Θα είναι τέλεια!"


Μέχρι το μεσημέρι μαζευόταν όλη η πιτσιρικαρία απ' έξω και κρυφάκουγε. Μας έτρωγε ο ήλιος κι οι γιαγιάδες φώναζαν: "Βάλτε τα ψαθάκια σας τουλάχιστον, ηλολαθήκατε και κάθεστε εκεδά όλη μέρα;"


Σαν πέρασαν  λοιπόν οι μέρες, ο Αργύρης, ο σύνδεσμός μας, άρχισε να μας αναθέτει και εργασίες. Από το παράθυρο πάντα. 
"Να πάτε και να ζητήσετε τσάντες γυναικείες. Πήγαινε στη θειά μου εσύ. Εσύ άμε στη μάνα σου. Εσύ πήγαινε και ψάξε  το μπαούλο της Ειρήνης." 
Ύστερα μεταβίβαζε εντολές για τις λεπτομέρειες. "Μας λείπει ένα σεντόνι για 
την αυλαία. Κι άμε και στο σταύλο του Σαράντου και πάρε ένα κουδούνι. Κρέμονται στον τοίχο δεξιά."
Ή κάπως έτσι...
Οι χωριανοί δεν είχαν πάρει είδηση. Και να τους το λέγαμε δηλαδή, σιγά που θα μας δίναν σημασία. Μα όταν η παράσταση ήταν πια έτοιμη, τους θέλαμε για θεατές.
Νέα αποστολή. Να ειδοποιήσουμε.
Για να σας πω και την αλήθεια δε θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες.
Λάθος,  μόνο λεπτομέρειες θυμάμαι, που για έναν περίεργο λόγο έχουν σκαλώσει πιο καλά στη μνήμη μου. 
Να, θυμάμαι που ΄χαν ανθίσει οι ντάλιες στου "Κεμ", θυμάμαι την έκπληξη στα μάτια της θείας μου, τα επιχειρήματα σ' όσες γυναίκες μας έφερναν αντίρρηση με το επαναλαμβανόμενο: "Ε, παίξτε το, πουλάκια μου, εγώ βάζω τσουκάλι κείνη δα την ώρα", την περηφάνια που νιώσαμε όταν μας άφησαν επιτέλους να μπούμε στην αίθουσα του σχολειού και να βοηθήσουμε στην τακτοποίηση των πάγκων για τους θεατές, τη χαρά μας όταν τους βλέπαμε να 'ρχονται τελικά οι πιότεροι χωριανοί σκασμένοι στα γέλια. 
Θυμάμαι τη γειτόνισσα που τελευταία στιγμή πριν μπει μέσα, θυμήθηκε πως φορούσε την ποδιά και την έβγαλε πανικόβλητη, κρύβοντάς την πίσω από τη μουριά.
Θυμάμαι την αγωνία πριν την έναρξη, το τράνταγμα από το σώμα του μπάρμπα που κάθονταν κολλητά με μένα κι είχε σκάσει στα γέλια.
Το πρόσωπο της αδερφής μου που νέφαινε από τη σκηνή κρυφά και μου 'κανε νοήματα. 
Τη γρηγοράδα της Λεμονιάς που άνοιγε κι έκλεινε τα τσαντάκια. "Ανοίγω τη μεγάλη τσάντα, βγάζω το μικρό τσαντάκι..." 
Το κακαριστό γέλιο της Γωγώς. Την πρωτόγνωρη σοβαρότητα στα οικεία πρόσωπα που 'καναν τους δικαστές.
Τη μυρωδιά από τον τραχανά που ξεραίνονταν στην πίσω μεριά της αίθουσας.
 Έτσι, όλα ανάκατα, ένα κουβάρι. Άμα το ξεμπερδέψω θα βρω κι άλλα. Με βοηθά ο Αργυράκος, από τη Νέα Υόρκη τώρα, που βρίσκει κι αυτός κάτι κομματάκια από το παζλ και μου τα στέλνει για συμπλήρωμα. 
Έτσι, λίγο λίγο, μπορεί κάποτε να φτιάξουν μια ωραία ιστορία. 
"Ο Ψαθάς στο Δρούτσουλα" ή "Τι μπορεί να κάνει η λωλάδα" ή "Η δύναμη του ενθουσιασμού" ή απλά "Μια παιδική παράσταση χωρίς προϋπολογισμό" ή όπως αγαπάτε...