Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ανάσες στην Πλατανωπή



το ρέμα της Πλατανωπής
Τα πολύ παλιά χρόνια, αρχές του 1700, υπολογίζω, μπορεί και πιο νωρίς, ήρθε ο πατέρας στο νησί.  Νεαρός, μεγαλόσωμος, δίχως ρούχο, ναυαγός. Έσπασε το καϊκάκι του στον Πλαταμώνα της Πλαγιάς, πήρε ν' ανηφορίζει το βουνό και κρύφτηκε στα χωράφια του Αθέρα καταντροπιασμένος για τη γύμνια του. Έτρωγε από κει ό,τι έβρισκε, θαρρούσαν πως ήταν λαγός και παραφύλαξαν να τον πιάσουν. Τον τσάκωσε ένας από την Ακαμάτρα, ιερέας, λένε πως ήταν Λυγερής, και τον επήρε σπίτι του. Η παπαδιά σαν τον είδε να μπαίνει στο κατώι, τρόμαξε από το μέγεθός του κι αναφώνησε.
-Αυτός δα ήταν ο λαγός; Μα αυτός είναι λέφας! Ελέφαντας δηλαδή.
Και του 'μεινε. Και τ΄όνομα κι η νέα του πατρίδα. Ο Λέφας. Έτσι τον ήξεραν όλοι. Κάποιοι λένε πως κατάγονταν από την Κεφαλλονιά. Κάποιοι άλλοι πως ήταν πειρατής. Δεν έχει σημασία. Το σίγουρο είναι πως ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Σοφός. Κάποιοι λένε πως έγινε κι αυτός παπάς, κάποιοι άλλοι απλά πως ήταν θρήσκος πολύ κι έχτιζε ξωκκλήσια γύρω- γύρω. Πάντως κι η εκκλησιά του χωριού πήρε κείνο το παράξενο όνομα. Η Παναγιά η Λέφαινα, η ξακουστή.
Τρεις γιους έκαμε.
Και σαν μεγάλωσαν, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια, ήρθε η ώρα να μοιράσει την περιουσία. Τα μέρη γύρω απ' το χωριό δηλαδή, γιατί τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπήρχαν τότε στον τόπο εκείνο τον έρημο.
Τους πήρε λοιπόν μια μέρα, τους πήγε στην άκρη του χωριού και τους είπε:
-Εσύ, κι έδειξε το Γιώργη, θα πας απέναντι, βλέπεις πάνω στο βουνό, έχει ρουμάνια κι ήλιο και νερό ωφέλιμο. Θα γίνεις βοσκός, μια και τόσο αγαπάς τα ζώα.
Εσύ, είπε στο μεσαίο, που σου αρέσει τόσο να σκαλίζεις τα ξύλα, θα πας ανάμεσα, στο μεγάλο ποτάμι, που ΄χει πλατάνια με γερούς κορμούς και θα γίνεις ξυλουργός.
Κι εσύ, είπε στο μεγαλύτερο, θα κάτσεις εδώ στα πατρικά, πλάι μου, θα φροντίζεις τα ξωκκλήσια και το σπίτι.
Έτσι κι έγινε.
Ο Γιώργης, ο μελαχρινός κι ο ατίθασος, πήγε στο Δρούτσουλα, έτσι τ' ονόμασε το μέρος γιατί είχε πολλούς δρύδες, βελανιδιές δηλαδή, κι έγινε από Λέφας Μαυρογιώργης, κι έτσι σώθηκε και τ΄όνομά του στους επόμενους αιώνες. Ακόμα οι απόγονοί του με τα ζώα ασχολούνται και  κάποιοι που κληρονόμησαν την ευστροφία του πάππου τους έγιναν γραμματιζούμενοι και καλλιτέχνες.
Ο άλλος, πήγε στο ποτάμι που τ΄ονόμασε Πλατανωπή, μια και είχε πολλά πλατάνια, όπως είπαμε, και έγινε ο καλύτερος ξυλουργός της περιοχής. Οι απόγονοί του, οι Ξενιάδες, ίσως και να τον έλεγαν Ξένο λοιπόν, εξακολουθούσαν για πολλά πολλά χρόνια να ασχολούνται με το ίδιο επάγγελμα.
Ο μεγάλος, έμεινε στο χωριό, την Ακαμάτρα κι έκαμε ότι του 'πε ο πατέρας του. Κι έτσι το χωριό εκείνο έχει τις πιότερες εκκλησιές και τα ομορφότερα σπίτια.

Κι έτσι έμειναν δυο χωριά απέναντι να χαιρετιούνται οι συγγενείς.
Μα ανάμεσα, σε κείνο το ποτάμι του μοναχικού ξυλουργού, δεν απόμεινε τίποτα, παιδιά. Δεν έγινε άλλο σπίτι. Μοναχά κείνου του γιου του Λέφα, του μεσαίου. Οι απόγονοι γύρισαν πίσω ή προτίμησαν άλλους τόπους. Και λίγοι πια τον θυμούνται. Τη φήμη του δηλαδή. Από τ' αντικείμενα που πρόλαβαν να δουν που τα 'χε φτιάξει με τα χέρια του και κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά. Σκάφες, αμπάρες, πινακωτές, καφκιά (οι κατσαρόλες με τις οποίες μετρούσαν τον καρπό που έδιναν στα ζώα), κουμιά (πιθάρια για την αποθήκευση δημητριακών και όχι μόνο), μπαγκέτες (σκαμνιά για το τζάκι). Όλα μονόξυλα, μια και καρφιά δεν υπήρχαν κείνα τα χρόνια, κι ως εκ τούτου αθάνατα.
 Έπαιρνε τον κορμό και του 'δινε το σχήμα που ήθελε, όπως με το μάρμαρο φτιάχναν οι τεχνίτες τ' αγάλματα. Μονάχα για τις αμπάρες, λέει, τα τεράστια μπαούλα που ήταν καναπέδες μαζί και χώρος αποθήκευσης, κούφωνε τον κορμό κι έπειτα έφτιαχνε απ' άλλο ξύλο το καπάκι ίσα να εφαρμόζει, χωρίς μεντεσέδες, φυσικά.
Δε χτίστηκε λοιπόν άλλο σπίτι. Μα και το παλιό, δεν το 'βλεπε κανείς, καθώς το μονοπάτι πέρναγε πολύ παρακάτω κι έτσι η πρόσβαση ήταν δύσκολη κι ανώφελη άλλωστε.

Ήρθε έπειτα, παιδιά, ο πιο ανόητος δρόμος που μπορείτε να φανταστείτε, άξαφνα από την Ευρώπη, μήτε τον είχε φανταστεί κανείς κι ήταν λέει για τα ποδήλατα. Μη γελάτε, ναι, ποδήλατο σε κείνα τ΄ άγρια μέρη.
Μα έκαμε κι ένα καλό, φάνηκε μες στο ποτάμι κείνο το κτήμα το παλιό κι είναι εύκολο τώρα, αν πας με κάποιο γέροντα και σε κατατοπίσει όπως πρέπει, και δεν αγριευτείς από την απότομη ανηφόρα, είναι εύκολο να το βρεις, ναι, το σπίτι εκείνο, ύστερα από τόσους αιώνες, πώς στέκει αδερφωμένο με τα βρύχα και τα ερπετά και τους τζίτζικες. Κι είναι εύκολο να πατήσεις στα χαλάσματα, να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς τους ανθρώπους να γελούν στην αυλή, να ζυμώνουν, να σκαλίζουν τους κορμούς. Και μην τρομάξετε αν μια ανάσα έρθει και σας φιλήσει το μάγουλο, απομένουν ετούτες, μην το πείτε πουθενά, μα υπάρχουν ακόμη ανάσες στην Πλατανωπή.

Και γυρίστε τις σελίδες να δείτε εικονίτσες και να με πιστέψετε...


η κοίτη του χειμάρρου με τη στέρνα αριστερά...

οι καλοχτισμένοι τοίχοι δίπλα στην κοίτη

τα σκαλάκια όπως τότε
στην ανηφόρα καθώς προβάλλει ο ήλιος


και να το, τριγυρισμένο από τοίχο όπως όλα τα σπίτια της εποχής
δίχωρο

 κι ορθοκατέβατο, χωρίς πυργάρι
με θυρίδες για τη στάμνα και τα κιούπια

με το τζάκι στη γωνιά της κουζίνας...


....και με πεζούλα στην αυλή για τους επισκέπτες.


Να πάτε, έχει ακόμη φρέσκο αέρα και υπέροχη θέα. Και δωρεάν ταξιδάκια στα παλιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: