Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αυτοί παιδί μου δεν

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν' απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί...
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Από τη νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Γκανά "Άψινθος" από τις εκδόσεις Μελάνι

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ημίφως


φωτό από εδώ

Η θολούρα στα μάτια τής δημιουργούσε μια παράξενη αίσθηση αβεβαιότητας. Ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένη να βγάλει τη σκιά, τον καταρράκτη, όπως λένε, να δει ξεκάθαρα όπως πριν. Ο γιατρός από το νησί. Κεφάτος, έτοιμος για διηγήσεις ευτράπελες.
-Αλλά δε θα με μαλώσεις μετά, της λέει με χαμόγελο.
-Και γιατί να σε μαλώσω; Καλά δε θα βλέπω;
-Καλά, μα αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ένας ξάδερφος του πατέρα μου ήρθε πριν λίγο καιρό αποφασισμένος. Έκαμα την επέμβαση κι όλα ήρθαν στο φως. Πάει στο νησί, βλέπει τη γυναίκα του και με παίρνει τηλέφωνο μες τα νεύρα. "Τι μου 'καμες, τι μου 'καμες... Βρε εγώ είχα μια γυναίκα κούκλα κι ήρθα και την ήβρα μες τη ρυτίδα. Πανάγκασμά σε..."

 Θυμήθηκα το θειο μου. Χρόνια με καταρράκτη. Στο μεταξύ  είχε γεμίσει το πρόσωπο με ευρυαγγείες. Γυρνά από το νοσοκομείο, πάει στο μπάνιο και βγαίνει έξω μισολιπόθυμος.
-Φωνάξτε ασθενοφόρο... Παθαίνω εγκεφαλικό! Τώρα!
-Βρε, μια χαρά είσαι. Τι νιώθεις;
-Τίποτα, μα για δες τη μούρη μου... Κατακοκκίνισε απότομα.
Είδαμε και πάθαμε να τον συνεφέρουμε και να του εξηγήσουμε πως το πρόσωπο είναι κόκκινο εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια.

 -Δε φτάνει να θες το φως, συνεχίζει ο γιατρός κουνώντας το κεφάλι, πρέπει και να τ' αντέξεις. Συνηθίζουμε οι άνθρωποι στο ημίφως.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ένας ήρωας παιδικός

Τον βάφτισαν Γιάννη, μα όλοι τον αποκαλούσαν με το υποκοριστικό του επιθέτου. Μας άρεσαν πάντα τα υποκοριστικά στο χωριό για κάποιο άγνωστο λόγο. Το 'χουμε ξαναπεί. Τον αποκαλούσαν, λοιπόν, "το Παριαράκι" και τον συμπαθούσαν όλοι κι ας ήταν πάντα σοβαρός και λιγομίλητος. Κάπως αποτραβηγμένος από τους άλλους. Ζούσε άλλες ώρες. Ερχόταν στο χωριό μετά τα μεσάνυχτα  ή κάποιες φορές, αφού ξημέρωνε. Δεν ανακατευόταν στους καθημερινούς μικροτσακωμούς των χωριανών αλλά μήτε στα γλέντια και στις χαρές. Ο πατέρας μου όμως τον θυμάται στα νιάτα του γλεντζέ, κεφάτο κι αγωνιστή. Όποτε μου μιλάει για τα "χαμένα χρόνια", εκείνα του εμφυλίου, μου αναφέρει και το Παριαράκι.  «Εκρύβαμε στα κοφίνια των μουλαριών τρόφιμα κι εμπιστευτικές επιστολές για τους αντάρτες που κρύβονταν στο βουνό. Μια φορά μας εμπιστεύτηκαν και τον ασύρματο. Αμούστακα παιδιά. Ε, ρε και να μας τσάκωναν… Θα μας τουφέκιζαν στο λεπτό. Μα δε φοβόμασταν καθόλου, τον αψηφούν οι νέοι τον κίνδυνο, βλέπεις… Ε, όχι κι όλοι, μα εμείς οι δυο ήμασταν έτοιμοι πάντα για όλες τις αποστολές.»
«Ποιοι, μπαμπά;»
«Ε, ποιοι… Εγώ και το Παριαράκι. Ητόλμαε άλλος;»

 Φυλάω με προσοχή περίσσια τη φωτογραφία από το πανηγύρι της Ακαμάτρας, Δεκαπενταύγουστος του '46 του '47, θα σας γελάσω. Τα Γιαννάκια, ο Μιχαλιός, το Βασιλάκι κι η Λαμπία. Ο πατέρας μου με το μαλλί αφάνα κι οι άλλοι με μια φλόγα στα μάτια, με άσπρα πουκάμισα οι νεαροί, με φόρεμα κουμπωμένο ως το λαιμό η  κοπελιά. Συχωρεμένοι πια οι περισσότεροι.
 Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
 Με τον πατέρα μου χωρίστηκαν νωρίς. Ο ένας με την ανανέωση, ο άλλος πιστός στα παλιά. Ένα «καλημέρα» κι ένα «καλησπέρα». Εμένα με συμπάθαγε πιότερο. Το καταλάβαινα όποτε τον συναντούσα.
 Παράξενο. Δε θυμάμαι καμιά άλλη συνάντηση παρά μόνο εκείνες που εγώ κατέβαινα ή ανέβαινα το μονοπάτι τότε, τον αμαξωτό αργότερα, στο ίδιο πάντα σημείο. Στη βρύση. Εκείνος γέμιζε νερό ένα βαρέλι που ‘χε κόψει στα δυο και πότιζε τα μουλάρια του. Έξω από το σπίτι. Εγώ φορτωμένη με ζαρζαβατικά από τον κήπο ή ανάλαφρη για βόλτα και κουβεντούλα σιγοτραγουδώντας.
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
 Με κοίταγε στα μάτια και μου χαμογελούσε πάντα. Όσο κι αν ήταν κατάκοπος απ΄ τα χιλιόμετρα που διένυε κάθε μέρα κουβαλώντας διάφορα απ’ το ‘να χωριό στο  άλλο, απ’ τον αμαξωτό στο απομακρυσμένο σπίτι και πάει λέγοντας. Αγωγιάτης. Στα παιδικά μου μάτια όμως, ήρωας.
 Γιατί; Όχι για τον ασύρματο... Για τον πιο περίεργο λόγο που θα μπορούσατε να φανταστείτε.  Ήταν αυτός η παρηγόρια μου στα παιδικά μου χρόνια. Κάθε κουβέντα που γίνονταν στο σπίτι ή στην πλατεία κατέληγε πάντα στις καλομοίρες, τα φαντάσματα των Ικαριωτών.
 Φοβόμασταν πριν κοιμηθούμε. Τρέμαμε τις καλομοίρες. Κι ας ήτονε καλές, όπως έλεγαν, και δεν έβλαφταν κανένα. Κι η μάνα μου, για να μας δώσει κουράγιο, ψιθύριζε: «Βρε, μην ακούτε, δεν υπάρχουν. Για ρώτα και το Παριαράκι που ‘χει γυρίσει όλες τις ράχες και τα βουνά και μεσάνυχτα και ξημέρωμα… Για ρώτα το, είδε ποτέ; Ε, δεν είδε…»
Την πίστευα τη μάνα μου και δεν τον ρώτησα ποτέ.

 Η βρύση δεν υπάρχει πια. Το Παριαράκι έφυγε, τα μουλάρια πουλήθηκαν, η πλατεία άδειασε. Οι μύθοι και οι ψίθυροι κόπασαν. 
 Όταν περνώ από το μέρος εκείνο, όπου τον συναντούσα, προτιμώ να φαντάζομαι διαλόγους...
«Είδες ποτέ σου καλομοίρες; Υπάρχουνε;»
Μόνο που τώρα θα 'θελα να πει πως: «Ναι, υπάρχουνε στ’ αλήθεια! Τις είδα χτες το σούρουπο...»
Μπας έρθουν και μου κάνουν συντροφιά μες τη σιωπή που απλώθηκε τριγύρω...



Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Η χαρουπιά μου κι ο κρυμμένος θησαυρός



φωτό από εδώ

 Έκανε έναν ίσκιο ωραιότατο στην αυλή, μα ήτονε κακός ίσκιος... Βαρύς, λέγανε οι παλιοί, σαν αυτόν της συκιάς, κοιμάσαι από κάτω και βλέπεις παράξενα όνειρα. Στην πεζούλα, λοιπόν, που βρισκόταν ακριβώς κάτω απ' αυτόν τον ίσκιο, στρωμένη πάντα με κουρελούδες για ν΄ αποσκιάζουν οι περαστικοί, δεν τολμούσε κανείς να κλείσει τα μάτια. Αμέσως έκανε την αιφνιδιαστική επέμβαση η μάνα ή η γιαγιά και τον σκουντούσε. "Σήκω, θα σε πλακώσει ο ίσκιος της! Άμε κάτω από τον πλάτανο στην πλατεία ή στην πεζούλα της εκκλησιάς..." Εμείς, τα παιδιά, ξαπλώναμε ανάσκελα τα δύσκολα μεσημέρια τ' Αυγούστου και του Ιούλη κάτω απ' τον κακό αλλά παχύ ίσκιο και σιωπούσαμε μέσα στην αγωνία μας... "Μην κλείσουν τα μάτια και μας πλακώσει", αυτό σκεφτόμασταν μονάχα.
  Άσε το χειρότερο, την ώρα που δέναν οι καρποί κι έπαιρναν εκείνο το σκούρο χρώμα κι έπρεπε ν' ανέβει απάνω στο δέντρο ο πατέρας και να τινάζει κι από κάτω εμείς να μαζεύουμε τα χαρούπια, που συνήθως μας κοπανούσαν στο κεφάλι, και δωσ' του να γεμίζουμε τα κοφίνια και δωσ' του να τα κουβαλάμε στο στάβλο... Να 'χουνε, λέει, οι κατσίκες τροφή για το χειμώνα. Και σιγά μη μας ένοιαζε. 
  Άσε τ΄ άλλο... Στην κατοχή, λέγανε οι παλιότεροι, μέχρι και χαρούπια τρώγανε οι άνθρωποι για να σωθούν από την πείνα. Τους φανταζόμουν κάπως σταβλισμένους με ανοιχτό το στόμα, κακόμοιρους. Χαρούπια και λούπινα. Χριστούλη μου....

  Άσχημες αναμνήσεις από τη χαρουπιά μου στην αυλή. Μόνο η κουφάλα του κορμού της, όπου κρύβαμε τα μυστικά μας, λογιώ λογιώ, γράμματα ερωτικά, παιχνίδια που δε θέλαμε να βουτήξουν τ' άλλα παιδιά, μυστικά εργαλεία τάχα για την εύρεση χαμένων θησαυρών κι άλλα διάφορα, έδινε στη χαρουπιά μου μια κάποια αξία.

 Μα ήρθε με τα χρόνια η καταξίωση.

 Χαρουπιά ή ξυλοκερατιά, διαβάζω, δέντρο που αντέχει σε αντίξοες συνθήκες χωρίς ανθρώπινη φροντίδα, δέντρο που απορροφά καυσαέριο, που ζει εκατοντάδες χρόνια. Από τους καρπούς του φτιάχνουν μέλι, φτιάχνουν σιρόπι κι άλευρο που αντικαθιστά τη σοκολάτα, που έχει πολύτιμες για τον οργανισμό βιταμίνες, που καταπολεμά το βήχα, τις αϋπνίες και το άγχος, πολύτιμος ο κορμός για την κατασκευή επίπλων, πολύτιμοι οι σπόροι για την μέτρηση πολύτιμων λίθων -μια και έχουν πάντα σταθερό βάρος, εξ ου και το καράτι του χρυσού, από το αρχαίο "κεράτιο" λένε κάποιοι, από το αραβικό "κιράτι", που θα πει σπόρος, λένε άλλοι-  πολύτιμοι και ως μοναδικό  βιομηχανικό προϊόν. Πολύτιμα τα φύλλα και ο φλοιός στην βυρσοδεψία και τη βαφική. Κι άκου να δεις... Σε πολλά μέρη, κυρίως στη Κρήτη, φτιάχνουν εξαιρετικά προϊόντα που τα εξάγουν κι η καλλιέργειά της επιδοτείται, λέει, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Κύπρο, πάλι, τα χαρούπια είναι ο "μαύρος χρυσός"!
 Έλα, Παναγία μου...

 Στέκω και την κοιτώ φυτεμένη σε πάρκα και πλατείες της πρωτεύουσας. Λίγοι ξέρουν τ' όνομά της. Στέκω και την κοιτώ άναυδη από την ανοησία μου, από την ανοησία μας. Που λογαριάζαμε ευτελή τόσα πολύτιμα.

 Πάω στο νησί και μαλώνω τον πατέρα μου για το αυστηρό κλάδεμα, Χαϊδεύω τα φύλλα που απέμειναν. Στη νέα κατοχή, άκουσον άκουσον, η χαρουπιά μου μού δίνει μια τόση δα ελπιδούλα αξιοποίησης.

 Πάντως από κάτω δεν θα κοιμηθώ. Μου 'μεινε το βάρος των προκαταλήψεων....




Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)