Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

"Πάρε, ανοιχτά είναι..."


φωτό από εδώ
 Ξημέρωμα Κυριακής. Ο "Πλαστήρας" ήρθε κατά τις εννιά. Ήταν ο βαφέας της κουζίνας.
-Τι χρώμα θα τη βάψουμε, μάνα;
-Ε, τι χρώμα... άσπρο, θα φέρει ο "Πλαστήρας" χρώμα, του 'χω παραγγείλει.
Την πίστεψα, έτσι όπως είχα έρθει με το καράβι αποβραδίς, χωρίς καλά καλά να καταλάβω πού βρισκόμουν.
Τα 'βγαλα σχεδόν όλα τα έπιπλα από την κουζίνα και τα συμπράγκαλα, σκέπασα και με νάιλον όσα δε μετακινούνταν εύκολα, τα συγκέντρωσα όλα μαζί σ' ένα σωρό, τεράστιο, και περίμενα.
Ήρθε κατά τις εννιά. Του άρεσε ο "με ολίγη". Έβγαλα καρέκλες στην αυλή, είπαμε τα νέα των άλλων, είπαμε τα νέα τα δικά μας, ήθελε πλήρης περιγραφή, γελάσαμε, κουνήσαμε το κεφάλι, κάναμε πως λυπόμασταν με τα δυσάρεστα, κάναμε πως γελάγαμε με τ' άλλα... Βασικά περιμέναμε.
Άρχισα να υποψιάζομαι κοιτώντας τη βούρτσα που 'χε έρθει μοναχή, είχε ακουμπήσει στον τοίχο και περίμενε κι αυτή τις εξελίξεις.
Το πλοίο θα έφευγε το βραδάκι. Έπρεπε να τελειώσει το μπογιάτισμα, να μπουν όλα στη θέση τους, να 'τοιμαστούν τα απαραίτητα για την πόλη... Αυγά σε μεταλλικό κουτί, σύκα ξερά, κόκορας κατεψυγμένος, λίγοι μανίτες από τη σοδειά του χειμώνα.
Μην τα πολυλογούμε, πέρασε καμιά ώρα και βάλε.
Κάποια στιγμή, σηκώνεται, με κοιτάζει με τα μεγάλα του μάτια...
-Πάμε τώρα στο Χάμπα για να πάρουμε μπογιά, α, με πας, ε;
Κλείνω τα δικά μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα.
-Εννοείς πώς δεν έφερες μπογιές, δηλαδή;
-Μονάχος μου να φέρω; Μα ήλεα πως α με πας.
-Ε, να σε πάω, μα γρήγορα γιατί θα φύγω το βραδάκι, πρέπει να 'χουμε τελειώσει.
-Έλα, Παναγία μου, σε δυο-τρεις ωρίτσες θα 'μαστε έτοιμοι.
Παίρνω τα κλειδιά, του ρίχνω μια κάπως αυστηρή ματιά.
-Πάμε.
Κάνει να σηκωθεί, το μετανιώνει.
Ξανακάθεται. Βάζει τα χέρια του στο μέτωπο.
-Βρε, να που ησάστισα. Ο Χάμπας έχει σήμερα μνημόσυνο. Ανοιχτός είναι την Κυριακή πάντα, μα σήμερα... Πώς δεν το σκέφτηκα; Σήμερα έχει το μνημόσυνο. Παιδιά, τη βάψαμε.
Γυρνάει την κούπα, ρίχνει μια τσαχπίνικη ματιά στη μάνα μου, που άρχισε να αφρίζει και άλλη μια στον πατέρα μου που δε θα τον χάλαγε λίγη κουβέντα ακόμη.
-Γιαννάκη, σκούρα τα πράματα, την πατήσαμε, θαρρώ.
Ύστερα, αναγκαστικά, γυρνάει σε μένα που 'χω μείνει με τα κλειδιά στο χέρι και τα κουνάω εκνευριστικά, κοιτώντας τον επίμονα.
-Τι εννοείς, "την πατήσαμε"; Είναι τα πράματα όλα έξω, ήρθα από την Αθήνα, για να βάψουμε και μόνο...
-Βρε, ηθύμωσε το μικρό. Ε, καλά, πάμε τον Εύδηλο, άμα βιάζεσαι. Θα τα πάρουμε από το "Φαγιέρα".

Έτερος μεγαλέμπορος, μα τις Κυριακές, δε θυμόμουν να τον είδα ανοιχτό ποτέ.
-Ας είναι. Πάμε.
Το χωριό σα να 'χε πέσει σε χειμερία νάρκη. Δέκα και μισή σχεδόν, μα κι ο περιπτεράς ακόμη, κοιμόταν. Φτάνουμε στο μαγαζί. Κλειστό, εννοείται.
-Ορίστε, κλειστός, τι κάνουμε τώρα;
-Ε, άμα είναι κλειστός, α τον ανοίξομε εμείς...
Γελά, ανασηκώνει το κεφάλι προς το μπαλκόνι του δύστυχου "Φαγιέρα" κι αρχίζει, χωρίς ίχνος ενδοιασμού.
-Μίιιιιμη, ε, Μίιιιιμηη....
Φροντίζω να κρατώ αποστάσεις.
-Σσσσσσ, θα τους ξυπνήσεις όλους...!
-Ε, ώρα τους είναι.... Μίιιιιιμη , ε, Μίιιιιιμηηηη!
Φεύγω με μάγουλα κατακόκκινα.
Βρίσκω μια γωνιά κάτω από τη σκάλα του Στέλιου και κρύβομαι. Σα να 'μουν ξανά παιδάκι που ήθελε ν' αποφύγει την τιμωρία.
Με τα πολλά, εμφανίζεται η φιγούρα του μεγαλέμπορου, αγουροξυπνημένος με πιτζάμες και μάτι θολό.
-Εεεεε, λέει μόνο με σιγανή φωνή. Ήντα θέλεις;
-Κατέβα ν' ανοίξεις. Θέλω μπογιές κι η μαντάμ βιάζεται να φύγει.
Ρεζίλι. Λέω από μέσα μου, τώρα θα αρχίσει ο Μίμης τα γαμωσταυρίδια, τη βάψαμε όντως.

Αλίμονο, δεν είχα συνειδητοποιήσει την αλλαγή του τόπου, βλέπετε.
Γυρνά, με βλέπει να κρυφοκοιτάζω κάτω από τη σκάλα, μου ρίχνει ένα χαμόγελο...
-Ε, πάρε, ανοιχτά είναι.
Και γυρίζει την πλάτη με κατεύθυνση προς τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα.

Ο "Πλαστήρας" γυρνά το πόμολο.
-Βρε, για δες, ανοιχτά ήτανε, κι εμένα μου βγήκε το λαρύγγι τόση ώρα...
Μπήκαμε μέσα, διαλέξαμε, πήραμε και πινέλα, βρήκαμε κι ένα ωραίο σκαφάκι.
Τέλειωσε το βάψιμο.
Τον συναντώ μετά από καιρό.
Αγχωμένη.
-Το Μίμη, τον πλήρωσες;
-Ε, θαρρώ πως ηπέρασα μια μέρα και του τα 'δωκα. Ε, άμε, πρέπει να του τα 'δωκα. Έχουμε νταλιβέρια, εν πάση περιπτώσει. Τι αγχώνεσαι, εσύ;

Η κουζίνα έγινε ωραία. Ο ύπνος του Μίμη δε χάλασε παρά μόνο για δυο λεπτά.
Εγώ θυμήθηκα πoύ βρισκόμουν.
Και δε αγχώνομαι πια. Θα ΄χουμε νταλιβέρια από δω και πέρα.


(Αφορμή  για τη χαριτωμένη ανάμνηση το χτεσινό, διόλου χαριτωμένο, επεισόδιο στο φούρνο. Μπαίνει νομοταγής γείτονας. Ανοίγει ψυγεία, παίρνει ψωμιά, διαλέγει κουλουράκια και καλημερίζει. "Δεν έχω μία, καλημέρα σας."
 Η φουρνάρισσα άλαλη στα πρόθυρα εγκεφαλικού.
"Τι κάνουμε τώρα; Παιδιά, τη βάψαμε", γυρνά και μας λέει μες τον πανικό της.)

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Tο Τσιμπουνάρι

  Είναι ένας στέρεος βράχος στη μέση του ορεινού χωριού, λες κι ο κατασκευαστής του χώρου δεν ήθελε να στερήσει από μας, της πάνω γειτονιάς, τη θέα προς τη θάλασσα.
Πίεσε, θαρρείς, με τα δυο του χέρια και να! Έκαμε ένα εξόγκωμα σαν μια κορώνα, θα ΄λεγες, του τόπου. Όχι, βέβαια, από χρυσό, μα από μάρμαρο, γυφτόπετρα, που λένε οι ντόπιοι.
Τριγύρω από τη βάση της φύτεψε φασκόμηλα και πρίνα.
Έσπειρε και γαριφαλιές άγριες που ξεφυτρώνουν στα πιο απίθανα σημεία, ίσα για να μην τις φτάνει ανθρώπου χέρι, μα μόνο μάτια να τις χαίρονται και να τις καμαρώνουν...
Απάνω στην κορώνα αυτή μπορείς ν' ανέβεις και ν΄ αγναντέψεις το πέλαγος με την ησυχία σου. Σκαρφαλώνοντας σχεδόν. Ο πιο ευκίνητος ανεβαίνει πρώτος κι απλώνει το χέρι σε όσους ακολουθούν. Ύστερα περπατούν πλάι-πλάι σ' ένα φυσικό επίπεδο μπαλκόνι.
Μένεις και ξυπόλητος, αν θες ν' απολαύσεις τη ζέστα απ' την ηλιοκαμένη πέτρα.
Ο καθένας επιλέγει ελεύθερα. Όποιος αγαπά τη θάλασσα, πάει προς την κάτω μεριά και χαζεύει τη σοροκάδα ή τη μπουνάτσα. Αν είναι τυχερός, και τη θέα των πλοίων που αράζουν στον Εύδηλο.
Όποιος αγαπά τα βουνά, πάει προς το νότο και χαζεύει το πράσινο στις πλαγιές του Αθέρα, τον Τσολιά, την Αρέθουσα, το Φοίνικα, τ' Αγρέλια, την πάνω Κάμπα, το Περιβολάκι...
Αν όμως πας απόγευμα και πετύχεις την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να δύει, δεν έχεις άλλη επιλογή. Μαγεμένος θα στραφείς προς την Πέρα Μεριά.
Ο ήλιος πλησιάζει προς τα εκεί φορώντας πάντα τα καλά του, άλλοτε τυλιγμένος με τα ροζ κι άλλοτε ολόγυμνος, αναψοκοκκινισμένος από ντροπή. Ακόμη κι όταν χαθεί, μένεις αποσβολωμένος από το θέαμα, κοιτάς τ' απομεινάρια του, κάτι χαρούμενες πορτοκαλί λωρίδες. Ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά.
Δεν λες τίποτε, ή λες παραπάνω απ' όσα θα 'πρεπε, σ' όποιον τυχαίνει να 'ναι δίπλα σου.

Όταν πέσει η νύχτα δε μπορείς μήτε χωριά να δεις, μήτε πέλαγος, μήτε ηλιοβασίλεμα...

Μα τότε ξυπνούν οι αναμνήσεις. Έρχονται μες τη νύχτα και σε παίρνουν από το χέρι και σβήνουν από τα πρόσωπα τις ρυτίδες της έγνοιας. Κι είναι πάλι όλοι εκεί...

Οι γονείς κοιμούνται για τα καλά. Έχουμε αναπτήρες και μερικά κλεμμένα τσιγάρα. Μαζεύουμε κλαδιά, τα κάνουμε σωρό και χαζεύουμε τις πρώτες φλόγες. Οι σπίθες, τα γέλια και τα ψιθυρίσματα, ανταμώνουν τ' αστέρια, γίνονται ένα. Δεν υπάρχουν τοπία τριγύρω, ούτε τοίχοι. Μονάχα εμείς και το γλέντι τ' ουρανού. Τ΄αστεράκια μας βλέπουν και πολλαπλασιάζονται. Φωνάζουν θείες, ξαδέρφια και μικρανίψια και στήνουν το χορό.
Συχνά τσακώνονται και διώχνουν κάτι ενοχλητικά. Τα βλέπεις πως κουτρουβαλούν τη ράχη του ουρανού και βιάζεσαι να προλάβεις την ευχή.
Λένε πως πιάνει.
Μα δεν κάνει να μετρήσεις ποτέ τους καλεσμένους. Είναι μεγάλη αγένεια.

Κάποιος αγενής όμως, έβγαλε στ' όμορφο μπαλκόνι μας ένα παράξενο όνομα. Τσιμπουνάρι.
Θυμίζει τσιμπούρι.
Σίγουρα, όχι.
Θα ΄ναι μάλλον, επειδή τσίμπησε ο Θεός τη γη για να φυτρώσει.
 Ή από τα τσιμπήματα της ψυχής μας, κείνα που νιώθουμε κάθε φορά που ξεπερνάμε τα εμπόδια και καταφέρνουμε ν' ανέβουμε στη μαγική του κορυφή.
Κάθε φορά που έρχεται η νύχτα και κρατά από το χέρι τις αναμνήσεις με τα εφηβικά ψιθυρίσματα και τις ευχές που δεν πρόλαβαν, δυστυχώς, ν' ακούσουν τα πεφταστέρια.