Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Πού καιρός....

     

Ο ξάδερφός μου πάει κι έρχεται με νευρικό βηματισμό από την πόρτα ως το παράθυρο και τούμπαλιν. Φτιάχνει σπίτι στο χωριό... Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τα νεύρα ανθρώπου. Άμα περιμένεις και την επόμενη δόση από το δάνειο, άστα...
-Έπρεπε να 'χει τελειώσει το χοντρό χέρι ο σοβατζής από μέρες, να περάσει ο ηλεκτρολόγος για τα καλώδια και μετά από μια βδομάδα, υπολόγιζα, να τελειώναμε. Να περάσουνε για τον έλεγχο, να ξελασπώσουμε... Με παίρνει ο ηλεκτρολόγος και μου λέει ότι δεν έχει κάμει ούτε το μισό. Τον παίρνω. Το σηκώνει μετά από εννιά κλήσεις.
-Έλα, μου λέει, τι νέα;
-Εγώ τι νέα; Δεν το τέλειωσες ακόμα; Πέρασε ο ηλεκτρολόγος κι έφυγε.
-Έλεγα πως θα τέλειωνα σήμερα, αλλά άκουσες για τον καιρό;
-Άστα αυτά κι έμαθα. Είναι χαρά Θεού. Λάμπει ο ήλιος μέρες.
-Ε, αυτό σου λέω κι εγώ. Καιρός για ψάρεμα. Πήρα τη βάρκα κι έμεινα μέσα ίσαμε τ' απόγευμα. Πού να τον ξανάβρεις τέτοιον καιρό; Έπιασα κάτι μελανούρια και κάτι....
Κάνω υπομονή.

Περνάει βδομάδα και...
Με ξαναπαίρνει ο ηλεκτρολόγος. Τίποτα. Εφτά κλήσεις...
-Έλα, τι νέα;
-Να σου πω... με δουλεύεις;
-Όχι, βρε, α πάω...
-Και μη μου πεις για τον καιρό πάλι, γιατί ρώτησα. Ρίχτει από νωρίς και κάνει ψόφο.
-Αύτο δα θα 'λεγα... Κρασόκαιρος... Είμαστε τώρα μες το τζάκι. Είναι οι μέρες, που λένε, για φίλους. Ήρτε κι ο Γιώργης... και ο... κι η... βάλαμε και μια συκωταριά... και... και...
Μου λεγε κάμποσα. Δεν άκουγα. Έψαχνα να βρω τοίχο να χτυπήσω το κεφάλι μου. Άμα βρει καιρό για σοβάτισμα, γράψε μου...

Καιρός για φίλους. Καλές γιορτές!


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο κόκορας


φωτό από εδώ

 Απίθανα χρυσές φτερούγες που έλαμπαν στον ήλιο κι ύφος περήφανο. Περπατούσε καμαρωτός ανάμεσα στις πουλάδες με λειρί κατακόκκινο. Περίμενε να φάνε πρώτα αυτές κι έπειτα έριχνε ένα βλέμμα τριγύρω, επιβεβαίωνε πως ήταν μόνος και μόνο τότε τολμούσε να ρίξει μια κουκουνιά στο κομμάτι από την κολοκύθα που είχε απομείνει.
 Εκείνη τους το κέρασε. Πήγε στον κήπο, μικρό κοριτσάκι πέντε ή έξι, και το 'φερε, το 'κοψε λωρίδες χοντρές για να διευκολύνει τα ζωντανά- τότε τα μικρά μπορούσαν ελεύθερα να χρησιμοποιούν μαχαίρια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα- τους το 'ριξε μες το κοτέτσι κι ύστερα χάζευε πάνω απ' το σύρμα τη συμπεριφορά τους. Να περάσει η ώρα.
Το γεύμα τέλειωσε, ο ήλιος έπιασε να γέρνει προς την πλαγιά...
-Να τους ανοίξω; ρώτησε τη μάνα της που έπλενε στην κάτω αυλή.
-Άνοιξε, να κάμουνε μια βόλτα πριν μπούνε για ύπνο. Άνοιξε.
 Τραβά το σύρτη, δίνει μια ώθηση στην ξύλινη πορτούλα και χαμογελά με την ομαδική φυγή προς την ελευθερία. Οι πουλάδες ξεχύνονται με γέλια κακαριστά. Άλλες προς την κουντουριδιά, άλλες κάτω από το πατητήρι, άλλες στη συκαμινιά για να πάρουν το γλυκάκι τους.
 Ο χρυσός βασιλιάς τους βγαίνει τελευταίος. Περπατησιά όλο σιγουριά και βλέμμα μοχθηρό. Ηγέτης αληθινός. Η μικρούλα έχει σταθεί τώρα κάτω από την αγγελική και τον χαζεύει. Τον θαυμάζει ίσως. Για λίγο της περνά από το μυαλό πως τον αγαπά. Για πολύ λίγο.
Τον βλέπει πως κατευθύνεται προς το μέρος της αργά, αποφασιστικά. Κάνει ασυναίσθητα δυο βήματα πίσω. Αγγίζουν τα ποδαράκια της το τοιχαλάκι της πεζούλας. Αν κάνει ένα βήμα ακόμη θα πέσει στο κενό. Την πλησιάζει κι άλλο. Απότομα ανοίγει τις φτερούγες του, κάνουν ένα βουητό πρωτοφανές, ανατριχιαστικό. Προσγειώνεται στο κεφαλάκι της. Η μικρή βάζει τις φωνές. Εκείνος αρχίζει να της χτυπά με τα φτερά το πρόσωπο. Δυνατά χαστούκια. Τα μάγουλά της κοκκινίζουν. Δεν μπορεί ν' αντιδράσει. Μένει ακίνητη και κλαίει. Εκείνος παίρνει κι άλλη δύναμη και με το ράμφος του της καταφέρνει απανωτές τσιμπιές στο μέτωπο. Την σώζει η μάνα της μ' ένα κλαδί. Την παίρνει ράκος, μια σταλίτσα θυματάκι, την πάει μες το σπίτι αγκαλιά.
 Δε συνήλθε ποτέ. Ούτε κι όταν είδε τις φτερούγες με σάλτσα κόκκινη και τη δύναμη ως λίπος πια ανάμεσα σε κόκκους ρυζιού. Έμεινε αδύναμη. Έχει εμμονή να ψάχνει το "γιατί". Τα χάνει πάντα όταν δεν βρίσκει την απάντηση. Ωστόσο συνεχίζει ν' ανοίγει τις πορτούλες...


Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ώμος, παλάμη κι ένα τσαφ!

 

Στο πανηγύρι του Χριστού.
-Χορεύουμε;
-Μπα, δεν έχω όρεξη τώρα…

Κάθισε λίγο πιο κει με σκυμμένο κεφάλι. Περασμένης ηλικίας μα ετοιμοπόλεμος.
Ξημέρωνε. Οι άλλοι ξενύχτηδες έπαιρναν δυο δυο τη θέση τους στην πίστα.
Τάρα ταρά τατατάμ… τάρα ταρά τατατάμ…
Μόνοι οι δυο μας σαν αναπληρωματικοί στον πάγκο. Πιάναμε τα πλαστικά ποτηράκια και αντλούσαμε ζωή οίνου ζαλισμένη παρέα με ρουφηξιές καπνού. Κοιτώντας μια προς την πίστα και μια προς το βουνό που είχε αρχίσει να λούζεται με τις πρώτες ακτίνες.
Αλλά κράτησε πολύ το τραγούδι. Δεν άντεξε τη σιωπή παραπάνω. Με πλησίασε.
-Και γιατί, παρακαλώ, δεν ήθελες να χορέψουμε;
«Γιατί δε σε ξέρω, δε με ξέρεις κι έχεις και θολό βλέμμα από νωρίς» πήγα να του απαντήσω, αλλά κρατήθηκα.
-Δεν είχα όρεξη εκείνη τη στιγμή. Δεν ήθελα να σε προσβάλω, απάντησα.
-Δεκτόν, είπε με σιγουριά. Κατανοώ απολύτως. Και τι είναι ο χορός; Ένα τσαφ! Μια έμπνευση που σου ‘ρχεται κείνη δα τη στιγμή που ακούς την πρώτη νότα. Ή όχι. Κι άμα δε σου ‘ρχεται, πιο καλά είναι να κάτσεις στο πάγκο από το να χορεύεις με το ζόρι.
Ήξερα ότι Καριώτης που κάθεται άπραγος θα φιλοσοφήσει στο πεντάλεπτο, αλλά μετά από τόσο κρασί φαντάστηκα πως θα λέει ασυναρτησίες. Ή μήπως όχι; Γιατί τα φέρνω στο μυαλό μου τα λόγια του πολλές φορές.
-Έτσι, που λες... Κάτι που αστράφτει στο μυαλό σου, μια λάμψη, εμπνέεσαι τότες και δε σε νοιάζει τίποτα. Ούτε με ποιον είσαι ούτε τι είσαι. Ακουμπάς σ’ έναν ώμο ανθρώπου και βουτάς και μια παλάμη, θες γεροντίστικη, θες νεαρού, παιδιού, κοριτσιού, αγοριού, σημασία δεν έχει, μόνο έναν ώμο κι ένα χέρι ανθρώπου και πας και στροβιλίζεσαι στην πίστα κι ο κόσμος όλος χάνεται κι εσύ νιώθεις πως πετάς κι ούτε να τελειώσει θέλεις ούτε και ν’ αρχίσει τίποτα. Είσαι κείνη την ώρα ευτυχισμένος. Αλλά άμα δε νιώσεις κείνο το τσαφ, κείνη την έμπνευση, που λέμε, το φως, πώς να στο πω, καλύτερα να κάτσεις στ’ αυγά σου. Και καλά ήκαμες και μου το ‘πες, γιατί χαμένα θα πηαίνανε τα βήματα…

Δημοσιεύτηκε στο ikariamag 10-12-12

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Α περάσει...


φωτό από εδώ
   
 Το ασθενοφόρο με τις σειρήνες να ουρλιάζουν πέρασε την είσοδο του "Σωτηρία", άνοιξε η πίσω πόρτα και έβγαλαν το φορείο με την καημένη την κυρα-Λευτερία σε άθλια κατάσταση.
Έτερος Καριώτης που παρευρισκόταν στο σκηνικό έτρεξε να δει τι γίνεται, μιας και τα πρόσωπα του φαινόταν κάπως γνωστά. Αφού συστήθηκαν, άρχισε τις ερωτήσεις.
-Και τι έπαθε η γυναίκα; ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον.
-Ξέρω 'γω; Πόνοι στο στήθος και στην πλάτη, δύσπνοια φοβερή και πίεση.
-Πολλή πίεση;
-Πολλή... απάντησε ο γαμπρός της γυναίκας σκεφτικός και με ζωγραφισμένη την ανησυχία στο πρόσωπο. Δίπλα η κόρη της ασθενούς, έτοιμη να λιποθυμήσει από την αγωνία.
-Δυνατός πόνος;
-Δυνατός. Δεν την άκουσες; Ουρλιάζει η γυναίκα.
-Και στην πλάτη και στο στήθος;
-Ναι, αυτό μ' ανησύχησε πιότερο.
-Και δύσπνοια;
-Ναι... Και δύσπνοια...
-Ίωση θα 'ναι, του λέει με σιγουριά. Μη στενοχωριέστε. Α περάσει...
Έπειτα τους χτύπησε την πλάτη με συμπάθεια και προχώρησε προς το προαύλιο.

-Κατάλαβες; μου λέει όλο αγανάκτηση η φιλενάδα μου. Να 'χω τη μάνα μου σε κρίση, να μην ξέρω αν έχει πάθει έμφραγμα, αν θα ζήσει και πόσο και να 'χω και τον παλαβό να μου λέει πως είναι ίωση και πως α περάσει...
Μόλις είχα ξυπνήσει κι είχα μια καθαρότητα στη σκέψη. Μπορεί και αφέλεια.
-Πέρασε;
-Πέρασε, αλλά πήγα να τρελαθώ...
-Έτσι θα περάσουμε τις κρίσεις, καλή μου. Και καλά ίωση. Χτύπημα στην πλάτη και αισιοδοξία. Κι εκείνο το "α περάσει..." κράτα το. Ίσως το πίστευε. Κι ίσως και να γίνεται, άμα το πιστεύεις.


Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Η ντροπή




φωτό από εδώ
 Τους ζητώ να κατατάξουν τα ουσιαστικά από το ασθενέστερο στο ισχυρότερο.
Συμπάθεια, αφοσίωση, αγάπη, λατρεία. Τα τακτοποιεί αμέσως. Και συμπληρώνει: "Εύκολο αυτό, το 'χω μάθει στο κέντρο αποτοξίνωσης. Εκεί έμαθα και ν' αγαπώ πραγματικά".
Γράφτηκε στο εσπερινό, όταν ο εργοδότης επισήμανε αυστηρά πως ένα απολυτήριο Λυκείου θα 'ταν απαραίτητο για να συνεχίσει να τον απασχολεί. Τρέχει κάθε απόγευμα από την άλλη άκρη της πόλης με την ψυχή στο στόμα για να προλάβει το κουδούνι. Στα σαρανταπέντε. Έχουν περάσει τρία χρόνια. Τώρα είναι στη Δ' τάξη. Βραχνή φωνή και τατουάζ παντού. Εν τω μεταξύ ο εργοδότης "βάρεσε κανόνι", όπως λέει. Ο αδερφός του και η νύφη του έμειναν επίσης άνεργοι. Κανένα απολυτήριο δεν έχει νόημα πια. Μένει σε σαράντα τεραγωνικά μαζί με το λοιπό συγγενολόι, σύνολο οχτώ άτομα. Ζουν με τη σύνταξη της μάνας. Δεν γουστάρει τη δημοκρατία. Ρίχνει εκεί το φταίξιμο όλο. Γουστάρει τις ερπίστριες. Θέλει να βάλουν τάξη, να τους στείλουν στα σπίτια τους ή και να τους λιώσουν. Δεν τον ενοχλεί η βία και δεν καταφέρνω να τον πείσω για το αντίθετο.

Με κοιτά στραβά. Νομίζει πως τον αντιπαθώ για τις ιδέες του. Κάποια βράδια τον πείθω πως αντιπαθώ τις ιδέες του, μα όχι τον ίδιο. Δεν μπορώ πάντα να τα βάζω σε σειρά. Μπερδεύω την αποστροφή, το μίσος, την απέχθεια, την αντιπάθεια. Μπαίνει ανάμεσα η κατανόηση σαν αστραπή και μου ρημάζει το μυαλό. Τη διώχνω γρήγορα και σβήνουν όλα. Μόνο η ντροπή μένει...



Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αυτοί παιδί μου δεν

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν' απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί...
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Από τη νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Γκανά "Άψινθος" από τις εκδόσεις Μελάνι

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ημίφως


φωτό από εδώ

Η θολούρα στα μάτια τής δημιουργούσε μια παράξενη αίσθηση αβεβαιότητας. Ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένη να βγάλει τη σκιά, τον καταρράκτη, όπως λένε, να δει ξεκάθαρα όπως πριν. Ο γιατρός από το νησί. Κεφάτος, έτοιμος για διηγήσεις ευτράπελες.
-Αλλά δε θα με μαλώσεις μετά, της λέει με χαμόγελο.
-Και γιατί να σε μαλώσω; Καλά δε θα βλέπω;
-Καλά, μα αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ένας ξάδερφος του πατέρα μου ήρθε πριν λίγο καιρό αποφασισμένος. Έκαμα την επέμβαση κι όλα ήρθαν στο φως. Πάει στο νησί, βλέπει τη γυναίκα του και με παίρνει τηλέφωνο μες τα νεύρα. "Τι μου 'καμες, τι μου 'καμες... Βρε εγώ είχα μια γυναίκα κούκλα κι ήρθα και την ήβρα μες τη ρυτίδα. Πανάγκασμά σε..."

 Θυμήθηκα το θειο μου. Χρόνια με καταρράκτη. Στο μεταξύ  είχε γεμίσει το πρόσωπο με ευρυαγγείες. Γυρνά από το νοσοκομείο, πάει στο μπάνιο και βγαίνει έξω μισολιπόθυμος.
-Φωνάξτε ασθενοφόρο... Παθαίνω εγκεφαλικό! Τώρα!
-Βρε, μια χαρά είσαι. Τι νιώθεις;
-Τίποτα, μα για δες τη μούρη μου... Κατακοκκίνισε απότομα.
Είδαμε και πάθαμε να τον συνεφέρουμε και να του εξηγήσουμε πως το πρόσωπο είναι κόκκινο εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια.

 -Δε φτάνει να θες το φως, συνεχίζει ο γιατρός κουνώντας το κεφάλι, πρέπει και να τ' αντέξεις. Συνηθίζουμε οι άνθρωποι στο ημίφως.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ένας ήρωας παιδικός

Τον βάφτισαν Γιάννη, μα όλοι τον αποκαλούσαν με το υποκοριστικό του επιθέτου. Μας άρεσαν πάντα τα υποκοριστικά στο χωριό για κάποιο άγνωστο λόγο. Το 'χουμε ξαναπεί. Τον αποκαλούσαν, λοιπόν, "το Παριαράκι" και τον συμπαθούσαν όλοι κι ας ήταν πάντα σοβαρός και λιγομίλητος. Κάπως αποτραβηγμένος από τους άλλους. Ζούσε άλλες ώρες. Ερχόταν στο χωριό μετά τα μεσάνυχτα  ή κάποιες φορές, αφού ξημέρωνε. Δεν ανακατευόταν στους καθημερινούς μικροτσακωμούς των χωριανών αλλά μήτε στα γλέντια και στις χαρές. Ο πατέρας μου όμως τον θυμάται στα νιάτα του γλεντζέ, κεφάτο κι αγωνιστή. Όποτε μου μιλάει για τα "χαμένα χρόνια", εκείνα του εμφυλίου, μου αναφέρει και το Παριαράκι.  «Εκρύβαμε στα κοφίνια των μουλαριών τρόφιμα κι εμπιστευτικές επιστολές για τους αντάρτες που κρύβονταν στο βουνό. Μια φορά μας εμπιστεύτηκαν και τον ασύρματο. Αμούστακα παιδιά. Ε, ρε και να μας τσάκωναν… Θα μας τουφέκιζαν στο λεπτό. Μα δε φοβόμασταν καθόλου, τον αψηφούν οι νέοι τον κίνδυνο, βλέπεις… Ε, όχι κι όλοι, μα εμείς οι δυο ήμασταν έτοιμοι πάντα για όλες τις αποστολές.»
«Ποιοι, μπαμπά;»
«Ε, ποιοι… Εγώ και το Παριαράκι. Ητόλμαε άλλος;»

 Φυλάω με προσοχή περίσσια τη φωτογραφία από το πανηγύρι της Ακαμάτρας, Δεκαπενταύγουστος του '46 του '47, θα σας γελάσω. Τα Γιαννάκια, ο Μιχαλιός, το Βασιλάκι κι η Λαμπία. Ο πατέρας μου με το μαλλί αφάνα κι οι άλλοι με μια φλόγα στα μάτια, με άσπρα πουκάμισα οι νεαροί, με φόρεμα κουμπωμένο ως το λαιμό η  κοπελιά. Συχωρεμένοι πια οι περισσότεροι.
 Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
 Με τον πατέρα μου χωρίστηκαν νωρίς. Ο ένας με την ανανέωση, ο άλλος πιστός στα παλιά. Ένα «καλημέρα» κι ένα «καλησπέρα». Εμένα με συμπάθαγε πιότερο. Το καταλάβαινα όποτε τον συναντούσα.
 Παράξενο. Δε θυμάμαι καμιά άλλη συνάντηση παρά μόνο εκείνες που εγώ κατέβαινα ή ανέβαινα το μονοπάτι τότε, τον αμαξωτό αργότερα, στο ίδιο πάντα σημείο. Στη βρύση. Εκείνος γέμιζε νερό ένα βαρέλι που ‘χε κόψει στα δυο και πότιζε τα μουλάρια του. Έξω από το σπίτι. Εγώ φορτωμένη με ζαρζαβατικά από τον κήπο ή ανάλαφρη για βόλτα και κουβεντούλα σιγοτραγουδώντας.
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
 Με κοίταγε στα μάτια και μου χαμογελούσε πάντα. Όσο κι αν ήταν κατάκοπος απ΄ τα χιλιόμετρα που διένυε κάθε μέρα κουβαλώντας διάφορα απ’ το ‘να χωριό στο  άλλο, απ’ τον αμαξωτό στο απομακρυσμένο σπίτι και πάει λέγοντας. Αγωγιάτης. Στα παιδικά μου μάτια όμως, ήρωας.
 Γιατί; Όχι για τον ασύρματο... Για τον πιο περίεργο λόγο που θα μπορούσατε να φανταστείτε.  Ήταν αυτός η παρηγόρια μου στα παιδικά μου χρόνια. Κάθε κουβέντα που γίνονταν στο σπίτι ή στην πλατεία κατέληγε πάντα στις καλομοίρες, τα φαντάσματα των Ικαριωτών.
 Φοβόμασταν πριν κοιμηθούμε. Τρέμαμε τις καλομοίρες. Κι ας ήτονε καλές, όπως έλεγαν, και δεν έβλαφταν κανένα. Κι η μάνα μου, για να μας δώσει κουράγιο, ψιθύριζε: «Βρε, μην ακούτε, δεν υπάρχουν. Για ρώτα και το Παριαράκι που ‘χει γυρίσει όλες τις ράχες και τα βουνά και μεσάνυχτα και ξημέρωμα… Για ρώτα το, είδε ποτέ; Ε, δεν είδε…»
Την πίστευα τη μάνα μου και δεν τον ρώτησα ποτέ.

 Η βρύση δεν υπάρχει πια. Το Παριαράκι έφυγε, τα μουλάρια πουλήθηκαν, η πλατεία άδειασε. Οι μύθοι και οι ψίθυροι κόπασαν. 
 Όταν περνώ από το μέρος εκείνο, όπου τον συναντούσα, προτιμώ να φαντάζομαι διαλόγους...
«Είδες ποτέ σου καλομοίρες; Υπάρχουνε;»
Μόνο που τώρα θα 'θελα να πει πως: «Ναι, υπάρχουνε στ’ αλήθεια! Τις είδα χτες το σούρουπο...»
Μπας έρθουν και μου κάνουν συντροφιά μες τη σιωπή που απλώθηκε τριγύρω...



Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Η χαρουπιά μου κι ο κρυμμένος θησαυρός



φωτό από εδώ

 Έκανε έναν ίσκιο ωραιότατο στην αυλή, μα ήτονε κακός ίσκιος... Βαρύς, λέγανε οι παλιοί, σαν αυτόν της συκιάς, κοιμάσαι από κάτω και βλέπεις παράξενα όνειρα. Στην πεζούλα, λοιπόν, που βρισκόταν ακριβώς κάτω απ' αυτόν τον ίσκιο, στρωμένη πάντα με κουρελούδες για ν΄ αποσκιάζουν οι περαστικοί, δεν τολμούσε κανείς να κλείσει τα μάτια. Αμέσως έκανε την αιφνιδιαστική επέμβαση η μάνα ή η γιαγιά και τον σκουντούσε. "Σήκω, θα σε πλακώσει ο ίσκιος της! Άμε κάτω από τον πλάτανο στην πλατεία ή στην πεζούλα της εκκλησιάς..." Εμείς, τα παιδιά, ξαπλώναμε ανάσκελα τα δύσκολα μεσημέρια τ' Αυγούστου και του Ιούλη κάτω απ' τον κακό αλλά παχύ ίσκιο και σιωπούσαμε μέσα στην αγωνία μας... "Μην κλείσουν τα μάτια και μας πλακώσει", αυτό σκεφτόμασταν μονάχα.
  Άσε το χειρότερο, την ώρα που δέναν οι καρποί κι έπαιρναν εκείνο το σκούρο χρώμα κι έπρεπε ν' ανέβει απάνω στο δέντρο ο πατέρας και να τινάζει κι από κάτω εμείς να μαζεύουμε τα χαρούπια, που συνήθως μας κοπανούσαν στο κεφάλι, και δωσ' του να γεμίζουμε τα κοφίνια και δωσ' του να τα κουβαλάμε στο στάβλο... Να 'χουνε, λέει, οι κατσίκες τροφή για το χειμώνα. Και σιγά μη μας ένοιαζε. 
  Άσε τ΄ άλλο... Στην κατοχή, λέγανε οι παλιότεροι, μέχρι και χαρούπια τρώγανε οι άνθρωποι για να σωθούν από την πείνα. Τους φανταζόμουν κάπως σταβλισμένους με ανοιχτό το στόμα, κακόμοιρους. Χαρούπια και λούπινα. Χριστούλη μου....

  Άσχημες αναμνήσεις από τη χαρουπιά μου στην αυλή. Μόνο η κουφάλα του κορμού της, όπου κρύβαμε τα μυστικά μας, λογιώ λογιώ, γράμματα ερωτικά, παιχνίδια που δε θέλαμε να βουτήξουν τ' άλλα παιδιά, μυστικά εργαλεία τάχα για την εύρεση χαμένων θησαυρών κι άλλα διάφορα, έδινε στη χαρουπιά μου μια κάποια αξία.

 Μα ήρθε με τα χρόνια η καταξίωση.

 Χαρουπιά ή ξυλοκερατιά, διαβάζω, δέντρο που αντέχει σε αντίξοες συνθήκες χωρίς ανθρώπινη φροντίδα, δέντρο που απορροφά καυσαέριο, που ζει εκατοντάδες χρόνια. Από τους καρπούς του φτιάχνουν μέλι, φτιάχνουν σιρόπι κι άλευρο που αντικαθιστά τη σοκολάτα, που έχει πολύτιμες για τον οργανισμό βιταμίνες, που καταπολεμά το βήχα, τις αϋπνίες και το άγχος, πολύτιμος ο κορμός για την κατασκευή επίπλων, πολύτιμοι οι σπόροι για την μέτρηση πολύτιμων λίθων -μια και έχουν πάντα σταθερό βάρος, εξ ου και το καράτι του χρυσού, από το αρχαίο "κεράτιο" λένε κάποιοι, από το αραβικό "κιράτι", που θα πει σπόρος, λένε άλλοι-  πολύτιμοι και ως μοναδικό  βιομηχανικό προϊόν. Πολύτιμα τα φύλλα και ο φλοιός στην βυρσοδεψία και τη βαφική. Κι άκου να δεις... Σε πολλά μέρη, κυρίως στη Κρήτη, φτιάχνουν εξαιρετικά προϊόντα που τα εξάγουν κι η καλλιέργειά της επιδοτείται, λέει, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Κύπρο, πάλι, τα χαρούπια είναι ο "μαύρος χρυσός"!
 Έλα, Παναγία μου...

 Στέκω και την κοιτώ φυτεμένη σε πάρκα και πλατείες της πρωτεύουσας. Λίγοι ξέρουν τ' όνομά της. Στέκω και την κοιτώ άναυδη από την ανοησία μου, από την ανοησία μας. Που λογαριάζαμε ευτελή τόσα πολύτιμα.

 Πάω στο νησί και μαλώνω τον πατέρα μου για το αυστηρό κλάδεμα, Χαϊδεύω τα φύλλα που απέμειναν. Στη νέα κατοχή, άκουσον άκουσον, η χαρουπιά μου μού δίνει μια τόση δα ελπιδούλα αξιοποίησης.

 Πάντως από κάτω δεν θα κοιμηθώ. Μου 'μεινε το βάρος των προκαταλήψεων....




Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ριπές συμμάχων


Rare Photos & Video of The Destroyed Berlin in 1945 | incid hist
Φωτό από εδώ
 Τους περίμεναν ως σωτήρες. Τους συμμάχους. Θα τους βομβαρδίσουν, λέει, θα τους κάμουν στάχτη. Τους αθεόφοβους τους ναζιστές, τα σκουπίδια του κόσμου. Όλα είχαν πάει κατ' ευχήν.
 Μόνο η δικιά της μοίρα είχε πάρει το στραβό δρόμο. Κάτι ξέφυγε... Ποιος ξέρει ποιο να ΄ταν το πρώτο; Ο χαμός της μάνας; Η δύσκολη μητριά; Το καράβι που έφευγε με υποσχέσεις για τον Πειραιά; Ο άδικος χαμός του αγαπημένου αδερφού που έφυγε με φυματίωση ραγδαίας εξέλιξης; Η απόγνωση; Η πείνα; Οι φιλενάδες από το δίπλα χωριό που της έταξαν δουλειά και φαγητό με τις νέες θέσεις εργασίας που προκηρύσσονταν;
 Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί καθαρά. Σκύβει κάτω από τον πάγκο εργασίας. Οι σύμμαχοι βομβαρδίζουν ανελέητα το Βερολίνο. Κανείς δεν τους είπε ότι εκείνη, μια Ελληνίδα νησιωτοπούλα αθώα, είχε πάει πριν δυο μήνες εργάτρια σε εργοστάσιο της πόλης. Κανείς δεν τους είπε ότι ο πατέρας της την περίμενε με λαχτάρα να γυρίσει ζωντανή στο χωριό. Κανείς δεν τους είπε πόση χαρά έδινε στους φίλους με το γάργαρο γέλιο της και τη μοναδική φωνή της που ξεσήκωνε και τις πέτρες.
Την πήρε και τη σήκωσε. Τη διέλυσε όλη εκείνος ο βομβαρδισμός που περίμενε με τόση λαχτάρα. Και μες τη χαρά της, ξεκόλλησε το κεφάλι, τα πλευρά, διέλυσε το παγωμένο χαμόγελο στα όμορφα χείλη. 

 Εξηνταεφτά χρόνια μετά μια ανιψιά ψάχνει να τη βρει μάταια στους καταλόγους των θυμάτων,  καταγεγραμμένα ονόματα σε κάτι μαγικές οθονίτσες που θολώνουν τα μάτια, άφαντη, ούτε καν μια θεσούλα ανάμεσά τους...
 Μια ύπαρξη ολότελα χαμένη από ριπές συμμάχων. Για την ελευθερία, για τη δημοκρατία, για την ειρήνη.
-Χαλάλι, είπε, ξεψυχώντας. Αρκεί που θα 'μαστε ξανά όπως πριν. Ασφαλείς. Δεν πειράζει που θα λείπω.

 Πειράζει, θεια μου...  Κανένα στεφάνι, καμιά αποζημίωση δε μπορεί ν' απαλύνει χαμό ανθρώπου. Κι ας κουβαλά την πιο βαριά μοίρα. Ακόμη μας ζώνουν οι ριπές, θεια... Συμμάχων και φασιστών.
 Παράπλευρες απώλειες γίναμε όλοι, θεια...

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Μια τρελή λαμπέλα

Κατσίκια στα Τηρίματα, ρασκά ετούτα... 
  Ήτανε λαμπέλα, ασπρόμαυρη δηλαδή, προφανώς όμορφη για τα ικαριακά δεδομένα, εξ ου και τ' όνομα που έδιναν σε ζώα με τέτοια χρώματα. Επρόκειτο για μια κατσίκα. Αγαπημένη, δική μου, από τότε που 'μουν στα τρία ή στα τέσσερα. Οι γονείς σεβάστηκαν την αδυναμία μου στο ζωντανό κι αρνήθηκαν τη σφαγή, την ώρα που το κρέας θα 'ταν μαλακό ακόμη και θα πουλιόταν σε καλή τιμή σε γάμους ή σε πανηγύρια του χωριού. Λοιπόν, η καημένη η λαμπέλα, "το αραπάκι" μου -έτσι την ονόμαζα καθώς το μαύρο κυριαρχούσε στην πλάτη και στη μούρη- έμελλε να ζήσει χρόνια πολλά. Ως τα βαθιά γεράματα.

 Εγώ δεν ήξερα τα γεράματα. Κι αν έβλεπα κάτι γιαγιάδες που τα 'χανε μισοχαμένα και κάτι παππούδες που δεν άκουγαν καλά ή δεν έβλεπαν, πότε δε μου περνούσε από το μυαλό πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σε μια κατσίκα και μάλιστα σε μια κατσίκα που μεγαλώναμε μαζί, νιάτο δηλαδή, με τη ζωή μπροστά της. Έμαθα να την αρμέγω, έμαθα να βοηθώ τα ριφάκια της να βυζάξουν, έμαθα να τ' αποχαιρετώ το Πάσχα, έμαθα να της δίνω την τροφή -πάντα το μεγαλύτερο μερίδιο- να τη δένω στη μέση της κάμπας με το πιο πυκνό χορτάρι, να τη βάζω στη σκιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Κείνη έμαθε να με χαιρετά βελάζοντας, να με φυσά στα χέρια με την πιο ζεστή της ανάσα, να με ζητά όταν αργούσα χαλώντας τον κόσμο, αν κάποιος άλλος την πλησίαζε.

 Κι άξαφνα, θόλωσε το βλέμμα, ένας απροσδιόριστος εχθρός μπήκε ανάμεσά μας. Μ' έβλεπε κι αντί για βέλασμα και πλησίασμα έχωνε τα κέρατα στο χώμα, έτριβε τη μούρη στους κορμούς, μπέρδευε το σκοινί στον κορμό της βελανιδιάς, μουρμούραγε κάτι παράξενα λόγια σαν κρώξιμο...
Εγώ μόλις είχα μπει στη εφηβεία. Τα 'βλεπα ακόμη όλα καινούρια ψάχνοντας για εξηγήσεις με λογική.
-Κάτι έχει "το αραπάκι", κάπου πονάει, να της βράσουμε κάτι ζεστό.
Κάπως με κοιτούσαν, αλλά απάντηση ή ενέργεια καμιά.
Ένας γείτονας που άκουγε όλη τη νύχτα τα κρωξίματα μου 'πε πολύ σοβαρός:
-"Το αραπάκι" σου γέρασε. Όταν γερνάνε οι κατσίκες, ένας διάολος μπαίνει μες τα κέρατα, μοιάζει με σκουλήκι, κι αρχινά να μπαίνει σιγά-σιγά μες το κεφάλι, τρώει το μυαλό μέρα με τη μέρα και το ζωντανό υποφέρει. Τρελαίνεται... Είναι για σφάξιμο τότες.

Και το σφάξαμε... Δε φαγώθηκε ποτέ. Έγινε ταφή. Ησύχασε το ζωντανό...

Ακόμη έχω τη στενοχώρια της λαμπέλας μου. Έζησε παραπάνω, η δύστυχη...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ιδέα περί θερμάνσεως

   Με κοίταζε με μισόκλειστα μάτια από τη νύστα, καθώς του εξέφραζα -περασμένα μεσάνυχτα στην τραπεζαρία του πλοίου- τις ανησυχίες μου για τα νέα μέτρα, για τους φόρους στο πετρέλαιο θέρμανσης και τα λοιπά. Τον διέκρινε πάντοτε μια στωικότητα αξιοθαύμαστη. Αλύγιστος σε ατυχήματα, σε ξαφνικές αλλαγές της μοίρας, σε επώδυνες καταστάσεις που μας προβλημάτιζαν όλους. Επέλεγε το χαμόγελο κι είχε μια ατάκα έτοιμη πάντα, ίσως και μια ιστοριούλα σχετική.
-Και πού θα 'βρουμε λίγο χώμα; είπε απλά ως απάντηση.
-Χώμα; Για να θαφτούμε;
-Ε, όχι κι έτσι... Για τα κάρβουνα λέω.
Οι γνωστές ρυτιδούλες γέλιου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται γύρω από τα βλέφαρα. 

Και καθώς η Β. λογάριαζε τα μηνιαία έξοδα για την κόρη που σπουδάζει κι ο Σ.  όσα θα δώσει στους γιατρούς για τις εξετάσεις που θα 'κανε η γυναίκα του μόλις θα πιάναμε λιμάνι κι η Μ. για το μισθό Γεωργιανής που θα φρόντιζε την άρρωστη μάνα όσο εκείνη θα έλειπε στη δουλειά, ο Γ. ,ο χαμογελαστούλης,  έσπρωξε την καρέκλα προς το μέρος μου.
-Το κόλπο δεν το ξέρεις; Κείνο που κάναν οι παλιοί πριν τα πλακάκια και τα μωσαϊκά;
Ε, δεν το 'ξερα. Κι ας μεγάλωσα με χίλιες δυο στερήσεις στο νησί.
-Τον "πουλάδα", τον είχες ακουστά; Έχει πεθάνει, χρόνια τώρα...
Δεν τον είχα.
-Σπάγκος ήτονε. Και χάρη στη τσιγκουνιά του μήτε οικογένεια έκαμε μήτε έβαλε ποτέ να κάμει μοντέρνο το σπίτι του. Κι είχε χώμα στο πάτωμα. Όπως οι παλιοί. Ήναβε τη φωτιά, ηζεσταινόταν μια χαρά, ύστερα ήκανε το λάκκο μες τη μέση της κάμαρης, ήχωνε τα κάρβουνα μέσα, ησκέπαζε με το χώμα. Ήπαιρνε την προβιά με την καλή τριχιά, κι ηκοίτουνταν απάνω. Ε, ρε ύπνους που θα 'ριχνε...
-Εγώ κάτι μαγκάλια θυμάμαι. Στο δωμάτιο. Μύριζε κιόλας και φοβόταν η μάνα...
-Α, είσαι πολύ προχώ... Χώμα, κάρβουνα και δέρμα με τριχιά. Κι ας τους άλλους να κουρεύονται...Υγειινότατο... Αλλά άμε τώρα να ξεπατώσεις τα πλακάκια.... ΙΚΑ, για ξεπάτωμα πλακακίων θα πληρώσουμε; Πιθανόν...

Είχα στρώσει ήδη τον υπνόσακο στη μοκέτα του πλοίου. Τράβηξα το φερμουάρ. Μια ζεστασιά από τα παλιά μου 'ρθε στην πονεμένη πλάτη.
Τον είδα ξανά στο κατάστρωμα. Μόλις είχε χαράξει...
-Καλό χειμώνα, του 'πα, αν δε σε δω στο φεύγα...
-Καλά πισωγυρίσματα, μου 'πε χαϊδεύοντας τη γενειάδα.
Γύριζε στο σπίτι δίχως τα χρωστούμενα. Ζει σε διαμέρισμα στην Αθήνα. Γυναίκα και δυο παιδιά. Δίχως χώμα. Μονάχα κρύες σωληνώσεις. Άντε και λίγες ρυτιδούλες γέλιου για να τα περιμπαίξουμε όλα...


Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Συννεφιές...


Νεφέλες- Θέατρο Πέτρας 2012

Ο άμοιρος, ο Στρεψιάδης, βουτηγμένος στα χρέη, άλλη διέξοδο δεν έχει παρά μόνο τη σχολή του Σωκράτη. Εκείνος αεροβατώντας του συστήνει τις Νεφέλες, θεότητες τάχα, και σήμερα ψάχνοντας, απελπισμένος από τα παραστρατήματα του άμυαλου γιου, τις βρίσκει... στα προποτζίδικα, στα εθνικιστικά σύμβολα, στις φιλοσοφικές θεωρίες, στα τερτίπια του Άδικου λόγου, στις λίγες απολαύσεις που ακόμα υπάρχουν. Στις παραστάσεις πρώην και νυν δοξασμένων ηθοποιών, άλλοι τυλιγμένοι στη δόξα που τους αναλογεί μετά τις εκλογές που κατάφεραν μετά από τόσο κόπο να τους αναδείξουν νικητές (ηττημένους, αλλά δεν το γνωρίζουν ακόμη) και ηθοποιών που μετά την αποθέωση του κοινού κρύβονται τώρα κάτω από τις άσπρες τους κουκούλες, μέλη του χορού που στο τέλος της παράστασης, στο χειροκρότημα, αρνούνται να αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους καθώς δεν κατάφεραν ούτε μια λέξη να ψελλίσουν στη διάρκεια της παράστασης.
Ντρέπονται...θες για τα χρέη τους, θες για την πτώση, θες για το μήνυμα που πριν λίγο υποστήριξαν μ' επιδέξιες κινήσεις που υπαγόρευσε γνωστός χορογράφος:

"Οποιος έχει το μαστίγιο, έχει και το μικρόφωνο"



Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Συνταγή για δύσκολους χειμώνες

Καραβόσταμο. Στο γιαλό...
 Γιατρός στο νησί, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ούτε καν στην πρωτεύουσα. Στο Καραβόσταμο.
 Η όποια διάθεση επιστημονικής αναζήτησης έπρεπε να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του χωριού.
 Κάθε διάθεση που οδηγούσε στην απογοήτευση ή την παραίτηση έπρεπε να καταπολεμηθεί πάραυτα.

 Ξεκινούσε από το δεύτερο που χρειαζόταν άμεση αντιμετώπιση.
 Παρέα, γλέντι, αφορμή για γλέντι... Χμμμ...
Δε δινόταν κάθε μέρα. έπρεπε να περιμένεις τ' Αη Γιαννιού ανήμερα ή κάνα χοιροσφάγι ή τη Πρωτοχρονιά. Δεν αρκούσαν. Νύχτωνε νωρίς, μαζεύονταν οι χωριανοί στα σπίτια τους κι εκείνος απέμενε μόνος στην κάμαρη με τη λάμπα του πετρελαίου να σιγοκαίει. Τι στο καλό; Τόσες σπουδές... έπρεπε να βρει τη λύση.

-Κι ήφτιαξε μια ομάδα, που λες, διηγείται γέροντας αυτόπτης, που ήτανε πάντα ετοιμοπόλεμη. Εκείνος αναλάμβανε την ανάγνωση του ημερολογίου. Ήψαχνε κάθε μέρα ποιος άγιος είχε την τιμητική του. Μόλις ηνύχτωνε ξεκινούσανε για τη χαιτερούρα. Μη φανταστείς πως ήβρισκε ονόματα γνωστά κι ήτονε προετοιμασμένοι οι άνθρωποι για τραπέζωμα. Όχι. Ήβρισκε κάτι παρατσούγκλια, ό,τι του θύμιζε κάτι. Μια μέρα ήβρε πως ήτονε της Αγίας Θεοφανούς. Μια και δυο με το ημερολόγιο παραμάσκαλα, πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη, που ο άνθρωπος ηγιόρταζε των Φώτων. Ανοίγει η γυναίκα του, μπουκάρουνε μέσα κι αρχίζουνε τη χαιρετούρα.
-Βρε, δε γιορτάζει κανείς, έλεγε η γυναίκα μισοκοιμισμένη.
-Πώς δε γιορτάζει; Αφού σήμερα είναι της Αγίας Θεοφανούς, της λέγανε και της έδειχναν το ημερολόγιο. Και να το κρασί και ό,τι υπήρχε από μεζεκλίκια. Και δώσ' του το χορό και το τραγούδι...
Άλλο βράδυ πήγανε στου Αγάπιου που τον ηφώναζαν περιπαιχτικά "Παχούμι"
Κάθονται στο τραπέζι να φάνε και να γλεντήσουνε. Δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήτονε, λέει, του Αγίου Παχουμίου...Το 'γραφε στο ημερολόγιο!

 Για το άλλο θέμα, της επιστήμης, τα πράγματα ήτανε πιο σκούρα. Μέσα πολλά δεν υπήρχαν. Μάλλον κανένα μέσο δεν υπήρχε, όχι για επιστημονική αναζήτηση, μα ούτε και για τις βασικές εξετάσεις των ασθενών. Παρ' όλα αυτά δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα. Ποιο ήταν το μεγάλο του όνειρο, σαν ήταν φοιτητής; Ε, θα το κατάφερνε εδώ. Με αγνά υλικά. Ναι, θα 'φτιαχνε εκείνο που πάντα οραματιζόταν. Το αεικίνητο! Τη μηχανή που δε χρειαζόταν καμιά ενέργεια για να κινηθεί.
 Καθόταν τα βράδια που καμιά γιορτή αγίου δεν κολλούσε με τίποτα και έκανε τα σχέδια.
Σ' ό,τι χαρτί έβρισκε. Αφού ολοκληρώθηκαν, άρχισε ν' ασχολείται με την κατασκευή. Χρειαζόταν κάτι μεταλλικό... Βρήκε. Γάλα εβαπορέ! Όχι, που θα το 'βαζε κάτω...

-Και πήρε βοηθό το Σίμο που 'χε αντοχές και πέρναγε και δύσκολα η οικογένειά του. Και να τα γάλατα και δώσ' του ο Σίμος να τ' αδειάζει. Και να τα κουτιά, το 'να πάνω στ' άλλο, πιο δίπλα, άλλα να αιωρούνται κι άλλα να περιμένουνε το καταπινάρι του Σίμου για την αλλαγή χρήσης.
-Το έκανε στο τέλος το αεικίνητο;
-Εν ηκούστη κάτι τέτοιο, μα τι σημασία είχε; Ο Σίμος ήγινε τετράγωνος από το πάχος κι ο γιατρός ηπέρασε μια χαρά εκείνους τους χειμώνες...

 

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Κραχχχ...



φωτό από εδώ
 
Πριν λίγους μήνες έψαχνα χαμόγελα. Στη διάρκεια της αναζήτησης είχα περάσει κι από το χασάπη της γειτονιάς.
 Θυμάστε; Με τη μανία που είχε να παρακολουθεί από μια τεράστια οθόνη τις εξελίξεις πάνω από τις μπριζόλες μόσχου και τα συναφή. Τα ίδια πρόσωπα κάθε μέρα με εξαγγελίες, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσιογραφικές αναλύσεις με εγκυρότητα...
 Δεν τον ρώτησα ποτέ αν είχε ελπίδες, αν είχε χρέη. Με πείραζε μόνο που έσβησε από πέρσι το ωραίο του χαμόγελο ή που υπήρχε μόνο προσποιητά με εξαίρεση τις στιγμές που εμφανιζόταν η μικρή του κορούλα.
 Χτες πήγα για μισό κιλό κιμά. Είχε κόσμο.
Όχι πελάτες. Ο βοηθός του που είχε παρατήσει  τη δουλειά στην κάμαρη-ψυγείο κι ένας άγνωστος κύριος, πιθανότατα έμπορος κρεάτων. Είχαν ένα ύφος κάπως.
 Γύρισαν προς το μέρος μου, αλλά σα να μη με είδαν στ' αλήθεια. Συνέχισαν...

-....και δεν του έδινε κανείς κρέατα, έλεγε με παραστατικό ύφος ο άγνωστος κύριος, χρώσταγε πολλά... κι όπως ήταν με το αμάξι και τα σκοινιά στο πίσω μέρος για να τα κρεμάσει, πήρε το ένα βρε παιδιά, ναι, το 'καμε θηλιά, το 'δεσε στα κάγκελα της γέφυρας, το πέρασε στο λαιμό και βούτηξε κάτω. Κραχχχ... Σήμερα το πρωί, χαράματα. Ναι. Έτσι, που λέτε, ο Γιώργης...

Κανείς μας δε μίλησε.

Πήρα τη σακούλα, μου 'δωσε τα ρέστα.
Η οθόνη παίζει, καιρό τώρα, βίντεο κλιπ.


Έψαξα για την είδηση. Μόνο αποσπάσματα βρήκα. Η ημερομηνία δεν ήταν 1 Οκτώβρη 2012.

«Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη σας σχετικά με τους εθνικούς πόρους και την ισορροπία που βρίσκετε ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα. Αν συνυπολογίσετε τη φοβερή δυστυχία του λαού και την αφορία που θα μπορούσε να πλήξει επί μακρόν το έδαφος της Ελλάδας, ελλείψει πιστώσεων και κεφαλαίων, θα βλέπατε ότι τα μέσα που διαθέτουμε είναι τελείως δυσανάλογα προς τις ανάγκες μας, πράγμα που με ανησυχεί, διότι μπορώ και συμπάσχω, και υποφέρω περισσότερο από τους δυστυχείς που μου ζητούν ψωμί και δεν μπορώ να τους δώσω…»

(13 Απριλίου 1828)
Ιωάννης Καποδίστριας

«Οι πληγές της Ελλάδος είναι οι αρχηγοί της. Άπαντες έχουν γλώσσαν χρυσωμένην. Ασχολούνται (κατά το πλείστον τουλάχιστον) αποκλειστικώς με τα ιδιαίτερα συμφέροντά των. Καί τούτο υπό το πρόσχημα του αγνοτέρου πατριωτισμού. Άπαντες είναι ικανότατοι εις το να προβάλλουν τον εαυτόν των και να εκμηδενίζουν τους αντιπάλους των με εκθέσεις πλήρεις υπερβολής»

(30 Νοεμβρίου 1832)
Jean-Gabriel Eynard
 (Από livasperiklis.com)


Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Μήτε πικρός μήτε γλυκύς

"-Τρώγονται, θεία;
-Αυτά; Φαρμάκι είναι... Κλαδεύεις το φθινόπωρο και τα πετάς όπως είναι, με τους καρπούς... Μπας και θαρρείς πως τρώγεται ό,τι είναι όμορφο;
Λίγο πιο πέρα είχε μαζέψει σύκα να τα κάμει ξερά για το χειμώνα.
-Κειναδά όμως τρώγονται μια χαρά, μου λέει χαμογελώντας. Μμμ, είναι και ολόγλυκα, παναθεμά τα."



Ήθελα να πάω μια βόλτα ακόμη στο νησί. Να γευτώ τα τελευταία σταφύλια, τα τελευταία τσαλαβουτήματα, το τελευταίο καφεδάκι στην αυλή με τον περίπατο πράσινο ακόμη, με τα τελευταία ντοματίνια στο κηπάρι, με τον ήχο από τους μελλοθάνατους τζιτζίκους.
 Κι εκείνη ήρθε απρόσκλητη να πιει καφεδάκι, μια μέρα θα 'μενε στην Αθήνα, θα 'φευγε σύντομα.
Τόλμησα να της πω το μυστικό στο τηλέφωνο.
-Ξέρεις, σκέφτομαι να φύγω για δυο μέρες το απόγευμα, δεν είμαι και σίγουρη...

 Μα ήρθε, να 'ναι καλά, και κάναμε παρέα και φάγαμε και γελάσαμε. Δεν έφευγε όμως...
 Εγώ με έναν κόμπο στο στομάχι. Με μια ανάσα που δεν έβγαινε ολόκληρη. Με μια εφίδρωση αδικαιολόγητη ακόμη και για τις ανεβασμένες κάπως θεμοκρασίες του Σεπτέμβρη.
 Πριν φύγει με ρώτησε:
-Τελικά δε θα πας στο νησί σου, ε;
-Μπα, θα 'ταν πολύ κουραστικό, είπα με μισοσβησμένη φωνή.

 Αφού νύχτωσε πήρα τη μάνα μου.
-Πώς ακούγεσαι έτσι; Και γιατί δεν είσαι στο βαπόρι;
-Το και το...
-Και γιατί δεν της είπες πως θα έρθεις;
-Μα θα 'ταν κάπως κούραση, βρε μάνα, για δυο μέρες...
-Και γιατί δεν είπες πως είσαι κουρασμένη να κάτσεις να ξεκουραστείς; Μια δικαιολογία, πως κάτι έτυχε ξαφνικό. Ένα τηλεφώνημα από τη δουλειά, κάτι, να μην κακοκαρδίσεις κιόλας...
-Ήθελα και να τη δω, αλήθεια είναι.
-Βρε, σε μένα που σε γέννησα; Εν ηξέρεις τίποτα; "Μήτε πικρός και ρίξεις με μήτε γλυκύς και φας με".
-Αυτό πάλι; Παροιμία καριώτικη; Να το γράψω.
-Και πού να ξέρω; Στη Νικαριά, μια φορά το 'κουσα. Εσύ α μ' ακούσεις καμιά φορά; Έχε το στο νου σου κι άσε τα λαογραφικά κατα μέρους.

Παροιμία: εμπειρικά βεβαιωμένη αλήθεια. Το 'ζησα. Πάμε για το ημίγλυκο από 'δω και μπρος...
Φτύνοντας κουκούτσια.



Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Φιλοξενία σε Παπιστάνο


Κάποιο παλιό πυργάρι. Για ανύποπτους περαστικούς...


Κείνη τη μέρα, ο οικοδεσπότης είχε παρέα ένα φίλο του.
-Θυμάσαι κείνο το ωραίο με τις αμυγδαλιές και τον Παπιστάνο;
-Ε, άμε… Που ‘χε ξωμείνει στου τάδε το σπίτι…
-Τι έγινε; πετιέμαι εγώ.
Άλλο που δεν ήθελαν...

-Ήτονε κείνα τα χρόνια που άμα ηνυχτωνόσουνα πουθενά, ήπρεπε να σε πάρει στο σπίτι του κάνας νοικοκύρης. Είτε τον ήξερες είτε όχι. Τα ΄χεις ακούσει… Σε κοίμιζαν στο πυργάρι, στην καλή κάμαρη κι εκείνοι ηξαπλώνανε στο κατώι.
Ε, κείνος, ο κακόμοιρος, ήρχουνταν από το Καρκινάγρι κι ηνυχτώθηκε ανάμεσα Φραντάτο και Μάραθο. Πετυχαίνει έναν άθρωπο, τον επαίρει σπίτι του, τον συστήνει στη γυναίκαν του. Αφού τρώνε, ανεβαίνει στο πυργάρι, ξαπλώνει, κάνει να κοιμηθεί κι ακούει έναν καβγά τρικούβερτο. Πού να κατέβει να τους μονοιάσει; Μουσαφίρης ήτονε. Ήκανε, το λοιπόν, υπομονή.
 Μα άξαφνα, ακούει έναν πυροβολισμό. Ε, εν ημπορούσε πια να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια…Καθώς ήκανε να κατέβει τα σκαλιά φουριόζος, βλέπει μπροστά του το νοικοκύρη.
-Βούθα με και την ησκότωσα, του λέει…
-Ποια, μωρέ;
-Ήντα ποια; Τη γυναίκα μου. Μου ‘πε μιαν κακιά κουβέντα, ηθόλωσα κι ηπήρα το όπλο.
-Παναγία μου! Ηλωλάθηκες; Τη γυναίκα σου;
-Κι α δε με πιστεύεις, άμε μέσα να τη δεις που κείται ανάσκελα. Μόνο βούθα με να την εθάψω, γιατί α μας πάρουνε χαμπάρι και α βρεις κι εσύ το μπελά σου.

 Ηζαβώθηκε ο άθρωπος καλά-καλά. Βρε, φόνος;
Πού ξέρεις εσύ, τέτοια πράματα εν είχαμε ποτέ…

Πιάνει ο άλλος μια τσάπα και τη δίνει στον ξενοχωρίτη.
-Ακολούθα με να σου δείξω που α σκάψεις γιατί εγώ, μ’ αυτό δα που ‘παθα, εν ημπορώ ούτε τα πόδια μου να κουνήσω.
 Ήντα να κάμει; Παίρει την τσάπα κι αρχινά το σκάψιμο.
Μόλις κάνει μια μικρή λακκούβα, του λέει ο νοικοκύρης:
-Βρε, από ‘δωνά περνάω κάθε μέρα για να ταΐσω τις κότες. Απάνω α πατάω; Έλα πιο δω καλύτερα.
Πιάνει να κάμει τη δεύτερη λακκούβα και του λέει πάλι:
-Από ‘δωνά περνάει το νερό που ποτίζω το κηπάρι. Ε κάνει. Άμε πιο κει…
 Μια έτσι, μια αλλιώς, ήσκαβε ο άθρωπος όλη νύχτα κι ήκαμε ίσαμε δέκα λακκούβες, μα καμιά εν ήρεσε. Σαν πιάνει να ξημερώσει, του λέει ο νοικοκύρης:
- Άμε στο καλό, κι εγώ ήβρα τα κουράγια μου και α συνεχίσω. Μόνο πήαινε στην ευχή του Θεού και τσιμουδιά. Μήτε σε ξέρω μήτε με ξέρεις…

 Είχα απομείνει με το στόμα ανοιχτό.
 Οι συνομιλητές μου κοιτάχτηκαν με νόημα.
-Μα την ηκατάλαβες την ιστορία; Η όλη υπόθεση ήτονε οι αμυγδαλιές…
-Ποιες αμυγδαλιές; ρωτάω σα χαμένη.
Ξανακοιτάχτηκαν με χαμόγελο τώρα.
-Βρε, είχανε τις αμυγδαλιές αφύτευτες καιρό κι ηβαριόντουσαν το σκάψιμο... Ε, ηθέλανε να σπάσουνε και λίγο πλάκα… Εν ηπέρναε, βρε, τότε ο καιρός άμα εν ήκανες και κάνα καλαμπούρι. Εν είχε τηλεοράσεις και τέθοια που ξέρεις τώρα… Χμμμμ…μα τις πλάκες πιο καλά να μην τις κάνεις στους Παπιστάνους. Αφορμή γυρεύγουνε κι αυτοί…

 Και τον ήβρε ύστερα από καιρό, ο άτιμος. Στο Καρκινάγρι. Πάει τρεχάλα σπίτι του ο Παπιστάνος, παίρει ένα μπετόνι τεράστιο, το γεμίζει με νερό κι απάνω-απάνω βάλλει μια τσούτα λάδι.
-Πάρε λαδάκι για το σπίτι σου, χαλάλι, που τέτοια πλάκα πετυχημένη ε μου ‘χανε ξανακάμει κι ακόμα τη θυμάμαι…

 Και το κουβαλούσε το μπετόνι χιλιόμετρα, στην πλάτη… Την ξέρεις την απόσταση… Ε, μα του ‘ξιζε….



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 25-9-2012. Για την ιστορία, Παπιστάνοι ονομάζονται οι κάτοικοι της περιοχής του κάβο-Πάπα, γένος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ένδοξοι για το φιλελεύθερο πνεύμα τους και για πολλά ακόμη που γεννούν δέος στους υπόλοιπους "φιλήσυχους" κατοίκους της νήσου.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Φραπές με άποψη

 
φωτό από εδώ
 «Ο καφές πρέπει να χτυπιέται», μου λέει. «Με το σέικερ. Είναι άποψη…» και μου ‘δωσε πίσω άκαρδα το δωράκι μου.
 Από τότε που ανακαλύφθηκαν τα μαγικά χτυπητήρια –σαν αυτό που πήρα μαζί μου για δώρο- που τα βάζεις στην πριζούλα κι αρχίζουν το βρρρρ  και κάνουν εκείνο το πηχτό αφρό που τρελαίνομαι να βλέπω να σχηματίζεται στο πάνω μέρος του ποτηριού και δεν διαλύεται με τα παγάκια, ούτε με το γάλα που προσθέτω μετά, έτσι πίνω το φραπεδάκι. Ξέχασα στο πάνω μέρος του ντουλαπιού το σέικερ, ξεκουράστηκαν και τα χεράκια μου. Νόμιζα πως θα του ‘ταν χρήσιμο.
«Άκου άποψη…» σκέφτηκα με περιφρόνηση σχεδόν και το ‘βαλα πίσω ξανά στην τσάντα.

 Το βραδάκι όμως ταξιδεύοντας παρέα με τις σκέψεις και τις φράσεις, μου ‘ρθε στο νου ο Γιώργης.
 Μακρινός ξάδερφος, ένα κομμάτι μάλαμα, έφυγε από το νησί χρόνια τώρα και τον πέτυχα τυχαία πέρσι σε μπαράκι του διπλανού χωριού από όπου καταγόμαστε και οι δύο. Είχαμε πάει για δυο τρεις μέρες. Χειμώνας, κρύο, ερημιά. Δυο τρεις ήμασταν στο μπαρ. Τριγύρω κλειστά παραθυρόφυλλα. Κι ο  Γιώργης, κυριευμένος από μια έντονη νοσταλγία για τα περασμένα χρόνια, είχε αφεθεί σ' έναν μονόλογο με ανάκατες αναμνήσεις.
«Αχ, κι εκείνος ο φραπές του Δημητρού… τον θυμάστε βρε εκείνο το φραπέ; Πιο νόστιμο δεν είχα πιει στη ζωή μου. Ακόμα κι όταν βγήκαν εκείνα τα άτιμα τα μηχανήματα εκείνος αρνιόταν την εξέλιξη. Του 'κανες την παραγγελιά, έπαιρνε το πλαστικό σέικερ κι άρχιζε τα πήγαινε-έλα. Καμιά φορά ξεχνιόταν κι έπαιρνε την κατηφόρα. Τον χάναμε. Πήγαινε μέχρι το γιαλό, ξανανέβαινε μετά, έμπαινε στον καφενέ του, άδειαζε με προσοχή το περιεχόμενο και σου το ‘φερνε με καμάρι. Νόστιμος, βρε, νόστιμος σας λέω. Χρυσό τον είχα κάνει να μου πει το μυστικό.
-Α, είναι του επαγγέλματος αυτά, μου ‘λεγε.
Και μια μέρα, βρε παιδιά, είχα τον καημό μου, ‘τοιμαζόμουνα να φύγω για μόνιμα πάνω, έπινα τελευταία φορά το καφεδάκι μου- πρωί, με τις βαλίτσες παραδίπλα- με πλησιάζει και σκύβει στο αυτί.
-Α σου κάμω ένα δωράκι να με θυμάσαι… Σαράντα οχτώ κάθετα και τριάντα δύο οριζόντια!
-Εεεε, τι ναι τούτο;
Χαμογέλασε.
Φεύγοντας μου φώναξε από μακριά.
-Τα χτυπήματα, αγορίνα μου, τα χτυπήματα. Να τον πίνεις και να με θυμάσαι….»

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Γράμμα απ' το χωριό 2

 

 Γεια!
 Πήγα για δυο μέρες μόνο. Είχα ένα μυαλό γεμάτο με σκοτούρες. Να μη ξεχάσω εκείνο, να μη ξεχάσω το άλλο. Να προλάβω... Είδα τους δυο τρεις που απόμειναν στο χωριό, βιαστικά. Απέφυγα με δυσκολία το καφεδάκι στην αυλή που μου πρότειναν.
 Μα φεύγοντας,  μου 'ρθε στο μυαλό η παραγγελιά.
"Να βγάλεις φωτογραφίες από την Κάτω Γειτονιά και να μου τις στείλεις...Κοντεύω να την ξεχάσω"
 Έψαξα στη τσάντα με το ένα χέρι, γιατί με τ΄ άλλο οδηγούσα. Βρήκα τη μηχανή, άνοιξα εντελώς το παράθυρο. Πατούσα φρένο ανα δέκα μέτρα σαν την τρελή.  Κλικ κλικ... βιαστικά κι αυτά.
Τελικά ωραίες βγήκαν. Η ανάρτηση αυτή δε θα χει ενδιαφέρον για πολλούς. Για δυο τρεις ξενιτεμένους ίσως...       
 
                                 Αρχή της Κάτω Γειτονιάς. Τα ερείπια της πρώτης και τελευταίας επιχειρηματικής δράσης στο χωριό από προγόνους που πόθησαν τον επαναπατρισμό, αλλά φευ...  Το παλιό λιοτρίβι λοιπόν.    




Πιο κάτω το σπίτι με το μαρμάρινο ρολόι. Σου κλείνω το μάτι...
Με τυφλώνει η ακτινούλα αριστερά




Η κουκουναριά, η μεγάλη. Κάποτε ψάχναμε στα ξερά χορτάρια, και γευόμασταν τους μισάνοιχτους καρπούς.
Το σπίτι του Βασίλη σκεπάστηκε από κλώνους. Το τάβλι παραμένει κλειστό.


Ο κήπος του Κώστα. Δεν κάνεις λάθος.
Κάπου στο βάθος διακρίνεται η πλάτη του. Βγάζει την πατάτα σήμερα... Κι ας κοντεύει τα ογδόντα.



            Το πίσω μέρος του παλιότερου σπιτιού. Το μπροστινό θα σε λυπήσει ίσως. ΄
                       Όταν ο περίπατος μαραζώνει, όταν μένει ασκούπιστη η αυλή, όταν δεν ακούγονται νιαουρίσματα και βρύσες που τρέχουν και φωνές, κάπως σα να μη σου θιμίζει τίποτα μοιάζει....



Άλωνες. Στο βάθος η μικρή σπηλιά από σκίνα. Απέναντι το πέλαγος. Στην καρδιά οι αναμνήσεις από όμορφες βραδιές κι αξέχαστες πλάκες.



Κρίμα που δε θ' απολαύσουμε αυτό το ηλιοβασίλεμα.
 Υπέροχο θα ΄ναι σίγουρα.




Στη στροφή, λίγο πριν το τέλος του χωριού, ο λόφος με το Τσιμπουνάρι, γεμάτος δρύδες, βάτους και βυσσινιές.


Άντε, καλήν αντάμωση!










Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Αποκριτική γραφή

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο ειν' εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθεί μια σπιθαμή δε θα βρει.
Αλάργα. Μώρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός και μπουντρούμι το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο Ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γύρω μου αδιάφοροι κι οχτροί, και ουρλιάζουμε μπροστά μου,
κι εμέ μ' αδράχνει ένας θυμός κι ένας σκοπός με πάει
κι ένα παλιό τραγούδι μου μες απ' τη θάλασσά μου
ξανάρχεται στα χείλη μου, κύμα κι αφρός, και σπάει:

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι κι οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοσκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ("Πολιτεία και Μοναξιά")

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Ακριβοί ίσκιοι




φωτό από εδώ

Ένα μεγαλούτσικο κτήμα είναι στη μέση του χωριού. Χώμα και τοιχαλάκια. Μα στο πάνω πεζούλι δεσπόζουν δυο τεράστιες βελανιδιές η μια κολλητά στην άλλη. Τριγύρω τους μεγαλώσαμε, πότε κρυβόμασταν από τους γονείς, πότε σκαρφαλώναμε στους κορμούς, πότε βγάζαμε φωτογραφία τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που παιχνίδιζαν ανάμεσα στα κλαριά..

 Ένα πρωί έπινα καφεδάκι με έναν από τους γέροντες, δείγμα μακροζωίας για τους επιστήμονες, δείγμα αυθεντικού Ικαριώτη για μας, τους συχωριανούς.
Απέναντι μας το κτήμα, άδειο όλο και πάνω-πάνω οι δυο βελανιδιές.

Τα θέματα είναι λίγα ή μάλλον δεν είναι τα συνηθισμένα. Σκέφτεσαι αν πρέπει να θίξεις την πολιτική κατάσταση, μα βαριέσαι συνήθως καλοκαιριάτικα, σκέφτεσαι να πεις για τα οικονομικά, μα ούτε λόγος. Πού να παραπονεθείς σ’ ανθρώπους που πείνασαν στ’ αλήθεια, που μεγάλωσαν κι ωρίμασαν μες την ανέχεια πως δε σου φτάνουν τα λεφτά για να πληρώσεις το λογαριασμό του κινητού, ας πούμε…  

Έτσι μες τη σιωπή ρουφάγαμε γουλιά-γουλιά το καφεδάκι κι αφήναμε το βλέμμα να χαϊδέψει το τώρα, τη στιγμή. Λες ό,τι σου ‘ρχεται κείνες τις ώρες για πράγματα απλά. Δίχως βάθος κι αναλύσεις.

-Δε μου λες, του απευθύνω το λόγο, εκεδά απέναντι, πώς διάολο κι έχει δυο βελανιδιές θεόρατες κι από κάτω τόση ξεραΐλα; Παράξενο εν είναι;
-Ε, άμε, μα εν είναι και τοσοδά παράξενο… χαμογέλασε. Α, μπορούσε, βέβαια, να τονε και τυχαίο, μα εν είναι. Κρατάς μυστικά;
-Ίντα; Για πες…
Γυρνάει το βλέμμα τριγύρω, ελέγχει αν κανείς μας ακούει.

-Άκου, μα τσιμουδιά… Κείνα τα πεζούλια που βλέπεις, πριν πολλά χρόνια γεμάτα ήτονε από δρύδες. Κάτι δέντρα που εν τα φαντάζεσαι. Τ’ αγαπούσα το λοιπόν κείνα τα δέντρα. Ε, όσο να ‘ναι, στον ίσκιον τους ήπαιζα μικρό, ηπήαινα και με τ’ αδέρφια που ‘χασα στον πόλεμο, ε, ηδέθηκα… Μα εν το ‘χα καταλάβει. Ώσπου τον καιρό που ηκάμνανε τα καμίνια ηρχίνησαν να τα κόβουν για κάρβουνα. Φτώχια, βλέπεις, ό,τι είχες μπροστά σου ηκοίταζες να το εκμεταλλευτείς…Ήλειπα μέρες, το λοιπόν, για κάτι μεροκάματα, έρχομαι στο χωριό και βλέπω άδεια τα πεζούλια. Μια ερημιά. Μονάχα κάτι κορμοί ίσα- ίσα που ηφαινόντανε. Ηπιάστηκε η ψυχή μου. Έτοιμους τους ηύρα να κόψουν και τα δυο τα τελευταία. Πάω που λες κι αδειάζω την τσέπη μου. «Τόσα δα έχω, πάρτε τα και αφήκετέ τα». Και τ’ άφηκαν, που λες, κι ηπομείνανε μέχρι σήμερα. Στη θέσην τους.
-Μα ξένο εν ήτονε το χωράφι; Σ’ αλλουνού περιουσία ηπήες να κάμεις κουμάντο;
-Και ποιανού είναι μωρέ τα δέντρα; Κείνου που τα βλέπει εν είναι;

-Σωστά…Κι ίντα ντρέπεσαι; Καλό ήκαμες. Κοίτα τα τι όμορφα που είναι.
-Ντρέπομαι, παιδάκι μου, γιατί είχα πάει στη δουλειά για να χορτάσουν οι γονείς κι οι παππούδες. Ίντα να τους ήλεα; Πως τα ‘δωκα τα λεφτά για τους δρύδες; Είπα ότι μου πέσανε στο δρόμο… Ακόμα  βάρος το ‘χω…


 

(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 29/5/12)

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Στην "Ελευθέρα Πολιτεία"



Έτσι ονόμασαν τον καφενέ. Στο κέντρο του Πειραιά. Τον άνοιξε μια κοπέλα από το νησί.
Κάποιος από την παρέα άκουσε για το νέο στέκι και του καρφώθηκε η ιδέα.
-Να πάμε, βρε παιδιά, να δούμε πώς είναι. Πλάκα θα 'χει.
Σάββατο μεσημέρι πήγαμε, γιατί κλείνει νωρίς. Δουλεύει κυρίως με τους ανθρώπους της αγοράς.
-Το βράδυ δεν έχει κίνηση, τις Κυριακές επίσης. Το κλείνουμε τότε και πάμε στα σπίτια μας,  μας λέει η συμπατριώτισσα που πρώτη φορά μας έβλεπε.
Χαρούμενη και με μάγουλα κατακόκκινα, λες και κάποιος την πήρε πριν λίγο από το χωριό και την τοποθέτησε για πλάκα σε κείνη τη σκοτεινή στοά της Γούναρη.
Πάνω στο ψυγείο υπάρχει μια τεράστια ανθοδέσμη με μαργαρίτες κίτρινες, σαν να 'ρθαν και κείνες από κάτω με το βαπόρι. Είχα αφήσει μια ίδια στο τραπέζι της κουζίνας πριν φύγω από το νησί.

 Όλοι οι άλλοι θα 'ταν από αλλού. Όχι μόνο από άλλο μέρος, θαρρείς κι από άλλο αιώνα.

 Ένας παππούς με τεράστιο μουστάκι, καλοσιδερωμένο πουκάμισο, βλέμμα μάγκα αριστοκράτη.

 Μια κυρία με διχτυωτό καλσόν, σκισμένο εμφανώς στο γόνατο, έντονη πράσινη σκιά στα μάτια και έτοιμη για ζαβολιές. Περασμένης ηλικίας πια, έμοιαζε να αποζητά τη χαμένη της πελατεία.
Κάθισε δίπλα στον κύριο, ο οποίος δεν έδειχνε να την κάνει και τόσο κέφι.

 Μια παρέα πενηντάρηδων που φαίνονταν ιδιαίτερα δεμένοι μεταξύ τους, γελούσαν ασταμάτητα, τσούγκριζαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο.  Ξαφνικά, κάτι θυμήθηκαν, ο ένας πήρε ένα μπουζούκι κι ο άλλος μια κιθάρα που κρεμόταν στον τοίχο. Άρχισαν τα ρεμπέτικα, Καζαντζίδη, Πάνου, απαγορευμένα.

 Ένας άλλος κύριος γύρω στα εβδομήντα, ιδιαίτερα αδύνατος και σίγουρα όχι καλοντυμένος, περνά σκυφτός απ' έξω. Δίχως "γεια", δίχως χαμόγελο, μπαίνει μέσα, στέκεται στο κέντρο του καφενέ και ρίχνει μια φοβερή ζεμπεκιά. Τον χειροκροτούμε όλοι.
 Πάλι δε χαμογελά, στέκει για λίγο μπροστά στην παρέα των πενηντάρηδων, πίνει μια γουλιά από το κρασί που τον κερνούν και φεύγει. 

 Η κυρία μερακλώνει, πάει στην παρέα, στέκεται δίπλα τους κι αρχίζει το φλερτ. Ο παππούς, που μέχρι εκείνη την ώρα δε γύρναγε ούτε να την κοιτάξει, ενοχλείται που τον άφησε.
"Παλούκα, μωρή..." της λέει καλώντας την στα πειραιώτικα να ξανακάτσει κοντά του.
Μάλιστα για να την κάνει να ζηλέψει, παίρνει ένα τριαντάφυλλο από έναν πλανόδιο που εμφανίζεται ξαφνικά στο μαγαζί και όλο καμάρι το προσφέρει στην ...ιδιοκτήτρια.
Η άλλη παλουκώνεται ξανά στο τραπέζι και του χαμογελά με νάζι.

Η Δώρα, που κάθεται δίπλα μου φορά το μαύρο γυαλί και παρατηρεί όσα παράξενα διαδραματίζονται.
-Πού βρισκόμαστε, ρε παιδιά; Ταινία γυρίζουνε;
Ο Θάνος έχει πάρει το κινητό και τραβά βίντεο. Ανώφελο. Δεν κλειδώνονται τέτοιες στιγμές στις οθονίτσες....


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Ησυχία...
















Και τότε περπατήσαμε μαζί για πρώτη φορά.
Είχε μια ησυχία παράξενη κείνο το καλοκαιρινό απόγευμα. Μόνο το ξερό χώμα ανέδυε μικρές, κοφτές ανάσες κάτω από το βάρος των βημάτων μας.
Το φως τρεμόπαιζε ανάμεσα στα φύλλα.
Ο κόσμος όλος γαλήνεψε απότομα. 
Χιλιάδες λέξεις κρύφτηκαν πίσω από τους κορμούς, για να μην τις έβρουν πια μήτε τα κόμματα, μήτε οι τελείες, μήτε τα ερωτηματικά. Αυτόνομες, ξέμπαρκες. Πού και πού έκαναν στ' αστεία πως χάιδευαν τα χείλη, μα έπειτα ξεγλιστρούσαν γελώντας.
Τα τζιτζίκια μας έβλεπαν παραξενεμένα. Δεν καταλάβαιναν τη σιωπή.





Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Τα δεκάξι Βαγγέλια




  Αρχίσαμε να ντυνόμαστε καμιά ώρα μετά το χτύπημα της καμπάνας. Μεγάλη Πέμπτη. Για ν’ ακούσουμε τα Δώδεκα Βαγγέλια.
  Έτσι κάναμε πάντα. Φροντίζαμε να πάμε στο όγδοο περίπου για να μη βαρεθούμε και πολύ. Ο Θεός να μας συγχωρέσει. Ε, και λίγη κουβεντούλα στο δρόμο και τα καλωσορίσματα στο προαύλιο, όσο να πεις, περνούσε η ώρα.
  Ύστερα ανάψαμε το κερί και πήραμε θέσεις. Οι γυναίκες πίσω, οι άντρες μπροστά, τα πιτσιρίκια πέρα δώθε. Και καλά ακούγαμε τα Ευαγγέλια, μα όλο και γυρνούσε ο νους μας στα πιο ευτελή, του τύπου «Πώς άσπρισε έτσι ο Γιώργης, μικρό παιδί…» ή «Πήρε κιλά η Κατερίνα φέτος…» και τα λοιπά  
  Σοβαροί όμως, κατά τ’ άλλα, και με περίσκεψη κι αφοσίωση…

  Βγαίνει ο παπάς κι αρχίζει το όγδοο, το ένατο, θα σας γελάσω, ένα από τα τελευταία πάντως, σίγουρα. Στα πρώτα λόγια μια ανησυχία άρχισε να διαφαίνεται στα μάτια των γιαγιάδων που κάθονταν παραπίσω. Κάτι μουρμουρητά, κάτι περίεργες κινήσεις, κάτι κοιτάγματα. Εμείς, οι ανίδεοι, στον κόσμο μας. Η παπαδιά παίρνει χαμπάρι, κοκκινίζει και σπάζοντας το πρωτόκολλο βάζει μια φωνή από το βάθος. Μια σταλιά η εκκλησία.
- Παπά, παπά…
Εκείνος απτόητος, δεν της ρίχνει ούτε ματιά.
-Παπά, το πες αυτό…
Σταματάει εκείνος την ανάγνωση για δευτερόλεπτα.
-Σσσσσς, ησυχία…
Κι ύστερα πιο χαμηλόφωνα…
-Εν το ‘πα…
Οι γυναίκες όλες κοιτούν την παπαδιά, νιώθει πως πρέπει να ορθώσει ανάστημα.
-Το πες σου λέω, τ’ άλλο τώρα.
-Τη δουλειά σου εσύ…
Και συνεχίζει σα να μην τρέχει τίποτα.
Οι γυναίκες της χαϊδεύουν τον ώμο..
-Ας τονε, ένα ακόμα, ε βλάφτει…
Το λέει. Ύστερα το επόμενο και ξανά…Κάποια επανάληψη του τρίτου, του δέκατου, θα σας γελάσω πάλι.
  Η παπαδιά στα πρόθυρα υστερίας. Ήτανε κι η μόνη που μπορούσε να μιλήσει. Βαρύ το χρέος της.
-Παπάαααα… μουρμουρούσε τώρα. Παπάααα, α βαρεθεί ο κόσμος…
Καμιά ανταπόκριση.

Αργά τη νύχτα αρχίσαμε να φεύγουμε ένας-ένας με τρόπο χαμογελώντας. Ξέραμε πόσο καλό παπά είχαμε, απλά τα χρόνια περνούν ανελέητα για όλους.
Το άλλο πρωί έκανε όλη η γειτονιά τον απολογισμό της βραδιάς.
-Πόσα να ‘τανε; Η Καίτη λέει δεκατέσσερα.
-Σιγά μην ήτανε δεκατέσσερα. Δεκαοχτώ ήτανε και βάλε.
-Βρε, όχι και δεκαοχτώ, τα παραλέτε…
Στο στόλισμα του επιταφίου βγήκε ο μέσος όρος.

-Δεκάξι ήτανε. Ε λέτε να ‘μαστε καλά κι απέκειο, μπορεί και να μας συχωρέσει ο Θεούλης πιο εύκολα. Άσε που α χουμε κουμπάνια και για του χρόνου…

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Ό,τι και να γίνει



Ό,τι και να γίνει...
Με το αύριο, με το τώρα...
Με τους αγανακτισμένους που άλλαξαν όνομα και γίναν απελπισμένοι πια...
Με το πιστόλι που στρέφεται μια στους απέναντι, μια στους προδότες, μια στο δικό μας το πρόσωπο...
Με το πλοίο που άλλαξε λιμάνι...

Ό,τι και να γίνει...
Με την εξάντληση των αποθεματικών, με τα άδεια ταμεία, με τα εφιαλτικά πρόσωπα που τολμούν και ξαναβγαίνουν στις ειδήσεις και στις ενημερωτικές εκπομπές, για να μας παρουσιάσουν το νέο πρόγραμμα που τάχα θα διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, για τα οποία ευθύνονται οι προκάτοχοι, οι οποίοι όμως πασχίζουν να γίνουν μέλλοντες, οι οποίοι και θα γίνουν βεβαίως, βεβαίως...

Ό,τι και να γίνει με τους μέλλοντες, τους εξακολουθητικούς και τους συντελεσμένους, με το ζαλισμένο μας κεφάλι, με το ξέσπασμα της οργής μας, αν ξεσπάσει ποτέ...
Με το μέγεθος του παραλογισμού, με το χοντρό και το λιγνό, με τις καιρικές συνθήκες του Πάσχα, με την τιμή του οβελία, με τον εγκλεισμό των μεταναστών, με το Γιώργο που δε βρίσκει πια δουλειές, με τη Μαρία που επιμένει να τρέχει στα ξενυχτάδικα με δανεικά, με την Ισιδώρα που αποφάσισε να κόψει το τσιγάρο, για να πληρώνει τα κοινόχρηστα...

Ό,τι και να γίνει, μπήκε η άνοιξη, βγήκαν τα πρώτα τραπέζια κι η θέα είναι ακόμη όμορφη. Έστω και περαστικοί από κει, μια βαθιά ανάσα βοηθάει πάντα...
Για λίγα δευτερόλεπτα έστω...



Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο εξαγωγέας

Ξερέδο, η γειτονιά του Χαραλάμπη.
Δίχως εξαγωγές και δίχως πόνους πια...

  Ο Χαραλάμπης δεν άντεχε τον πόνο. Ειδικά τον πόνο διαρκείας. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος κι ήθελε να παραμείνει έτσι. Ό,τι λοιπόν του χάλαγε το κέφι και τον μαράζωνε του ‘δινε μια και το πετούσε απ’ όξω…
 Ήταν τα χρόνια εκείνα, αρχές του περασμένου αιώνα, ο πιο διάσημος «εξαγωγέας» του χωριού. Η ειδικότητά του ήταν οι εξαγωγές οδόντων... Έτσι κι αλλιώς αναλγητικά δεν υπήρχαν τότε, οδοντίατροι, ούτε με το κιάλι. Μόλις λοιπόν ένιωθε την πρώτη ενόχληση, δεν καθυστερούσε καθόλου. Ήξερε πολύ καλά ότι το δόντι που τον έκανε να χάνει το κέφι του κείνη τη μέρα, μόνο κι άλλο πόνο θα του πρόσφερε στο μέλλον. Πιο δυνατό, ανυπόφορο. Γιατρειά δε θα 'βρισκε. 
 Το μόνο που τον έσωνε ήταν το τσιγόνι, ένα είδος σπάγκου ιδιαίτερα ανθεκτικού που υπήρχε εκείνα τα χρόνια από κάνναβη επεξεργασμένη. Αποφασισμένος να απαλλαγεί από τη συμφορά του ενημέρωνε τους γειτόνους και ξεκινούσε την πάλη με το θεριό. 
-Για ελάτε, να δείτε τι α του κάμω του ρημαδιασμένου…

Τα πάντα εξαρτιόταν από την αντοχή του οδόντος. Στην αρχή δοκίμαζε με τον πιο απλό τρόπο. Έδενε το δόντι με το τσιγόνι κι αρχινούσε να τραβά. 
-Έλα, έλα, φώναζαν οι συχωριανοί σκασμένοι στα γέλια. Βρε, δος του, που να 'χει ανάθεμα…Τράβα το, βρε, τράβα το…

 Μα έλα που πολλές φορές κείνο το άτιμο δεν ήταν έτοιμο για τον αποχωρισμό κι αντιστεκόταν... Παράλληλα εκδικούνταν με τον τρόπο του ύπουλα. Πόνος, πόνος αβάσταχτος...Ο Χαραλάμπης τρελαινόταν τότε κι έπαιρνε τα χωράφια. Οι γειτόνοι παρακολουθούσαν όρθιοι από την αυλή. Τα μικρά ήξεραν τη συνέχεια και μαζεύονταν τριγύρω του.
- Ο Χαραλάμπης ψάχνει βράχο… Βράχοοο, βράχοοο, φώναζαν κι έψαχναν κι αυτά να τον βοηθήσουν στην ανεύρεση της πιο βαριάς πέτρας. 
Την έπαιρνε, έδενε τη μια άκρη του τσιγονιού σ' αυτήν, την άλλη άκρη στο «σκυλόδοντα». Παράλληλα μουρμουρούσε... 

-Ανάθεμά σε, σκύλε, ήφτασε το τέλος σου…

Σήκωνε την πέτρα στο ύψος του προσώπου και χωρίς πολλή σκέψη την άφηνε να βροντήσει χάμω. Τα ποσοστά της επιτυχίας αυξάνονταν ανάμεσα στις ιαχές των πιτσιρικάδων κι ο Χαραλάμπης με ύφος θριάμβου, σήκωνε ψηλά τον «εγκληματία» οδόντα και γελούσε που κατάφερε να τον εξουδετερώσει.

 Αλίμονο, όμως, οι εξελίξεις δεν ήταν πάντοτε θριαμβευτικές. Το δόντι κάποιες φορές δεν εγκατέλειπε τον εχθρό ούτε και μ' αυτό τον τρόπο με αποτέλεσμα ο Χαραλάμπης να πέφτει κατάχαμα και να «τρώει τα μούτρα του». Κι άλλος πόνος τότε από το πέσιμο κι άλλη πληγή από τον εγωισμό του που κείτονταν κι αυτός κατάχαμα καθώς τα δίχως έλεος μικρά ξεσπούσαν σε γέλια ασταμάτητα.

Άλλη λύση δεν έμενε πια, ήταν η ώρα για την τρίτη και φαρμακερή. Ή ταν ή επί τας. Ο Χαραλάμπης τίναζε από πάνω του το χώμα, ξέδενε την άκρη του τσιγονιού από την πέτρα και κατευθυνόταν προς το δέντρο στην άκρη της πεζούλας. Την έδενε στον πιο δυνατό κλώνο, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, τριγύρω το πλήθος με τα μικρά μπροστά-μπροστά, που ήξεραν καλά το επόμενο βήμα...
-Πέσεεε, πέσεεε, φώναζαν όλα μαζί. 
Έπεφτε με αποφασιστικότητα στο κάτω πεζούλι.. Η επιτυχία σίγουρη. Ο οδόντας κρεμόταν από το δέντρο κι έμενε εκεί αιωρούμενος για μέρες με σκοπό τον παραδειγματισμό των εναπομεινάντων.

 (Σε κείνο που δε μπορούσε να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα ο Χαραλάμπης ήταν το στομάχι. Εφάρμοζε άλλη μέθοδο, όμως. Την απειλή. Όποτε άρχιζε τις ενοχλήσεις, όλο και πιο συχνές με το πέρασμα του χρόνου, ο «εξαγωγέας» έσκυβε το κεφάλι και του ψιθύριζε όλο νεύρα μπας και το κάμει να τον πάρει στα σοβαρά:

-'Αμε στο διάολο, να που α με χαλάσεις… Μα έχε το νου σου, γιατί άμα με χαλάσεις, στο διάολο α πας κι εσύ…

Ε, είναι και κάποιοι πόνοι που δε θα ξεριζωθούν ποτέ. Ας έχουν το νου τους...)   

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Κάτω αφ' τα βράχια

  Κάποιες φορές μας ρωτούν, όσοι το 'χουν ακούσει κάπου, μα δεν παίρνουν ποτέ σαφείς οδηγίες για το πού ακριβώς βρίσκεται. Το Κρυφοκέλι, η μοναδική σπηλιά του χωριού, καμιά εκατοστή μέτρα πριν από τα πρώτα σπίτια, παραμένει κρυφή για τους "ξένους". Δύσκολο να ανακαλύψεις την είσοδο ακόμη κι αν σου 'χουν δώσει χάρτη, ακόμη κι αν βρίσκεσαι ακριβώς από πάνω της. Για φρουρό η φύση είχε τοποθετήσει έναν άντρακλα θεόρατο. Όχι, άνθρωπο, βέβαια, μια γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) που δε σ' αφήνει ούτε την υποψία για την ύπαρξη της μικρής ετούτης υπόγειας κατοικίας.


  Κι έτσι εμείς χαμογελάμε όταν κάποιος ενδιαφέρεται να το ανακαλύψει και του τάζουμε εξόρμηση.
  - Ε, κάτσε λίγο και α πάμε μαζί... 
Συνήθως βέβαια δεν τον πάμε ποτέ.  Έχουμε γίνει καχύποπτοι από τότε που κάποιοι ξερίζωσαν μερικούς σταλαγμίτες του για σουβενίρ... 
Πιο καλά δικό μας... Να κρατά ζεστά τα παιδικά μας χνώτα και τις τσιρίδες μας κάθε φορά που κρυφά από γονείς και γιαγιάδες, παίρναμε φακουδάκια και σύνεργα εξερεύνησης και κινούσαμε για τα δροσερά του έγκατα πάντα με τρόμο πριν το έμπα και πάντα με περηφάνια κατά την έξοδο. Θέλαμε να κρατά ζεστά και τα χνώτα των κάποτε μόνιμων κατοίκων του, κάποιων ξεχασμένων ανταρτών του εμφυλίου που 'χαν αφήσει εκεί τα σημάδια τους. Κονσερβοκούτια κι άλλα υπολείμματα μιας παράνομης διαβίωσης βρίσκονταν εκεί ακόμη και πριν λίγα χρόνια κι έκαναν τη φαντασία μας να  κάνει άλματα. 


                                                                                      
  Μονίμως είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε και κάτι που δεν το 'χαμε ανακαλύψει ακόμη. Κανένας θησαυρός κρυμμένος ας πούμε ή τίποτα μυστικά έγγραφα που έθαψαν για να μην τα βρουν οι αντιφρονούντες και ό,τι, τέλος πάντων, βάζει ο νους ενός παιδιού κάπου στην προεφηβεία. 
 Άλλοτε βαριόμασταν τις τάχα μου ανακαλύψεις και πηγαίναμε εκεί για δροσιά μες το λιοπύρι του Ιουλίου. Κάποιοι, αλλά μην το πείτε πουθενά, που 'χαν βρει κάναν καλοκαιρινό έρωτα πήγαιναν και για φιλάκια υπόγεια, με την εγγύηση ότι θα 'μεναν κρυφά για πάντα... 

Τέλος της ξενάγησης, καλησπέρα σας...


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Μια καρτούλα μοναχή


 Στάλθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το διόλου ευτυχές έτος 1916. Ο Στυλιανός, εργάτης τότε στην κατασκευή σιδηρογραμμών στα βόρεια της αμερικανικής ηπείρου. Αρκετά συχνά στέλνει κάρτες με τοπία από τις πόλεις όπου διαμένει κατά καιρούς. Κυρίως από το Pittsburgh. Η εντυπωσιακή Fifth Avenue, η Fourth, το Kennywood park….
 Στο πίσω μέρος, στριμωγμένα καλλιγραφικά γράμματα -με στίξη και ορθογραφία υποδειγματική- δηλώνουν ότι «είναι υγιής» και αναρωτιούνται για την υγεία των συγγενικών προσώπων. Χαιρετούν πάντοτε «τον πατέρα και τας αδερφάς». Κατόπιν, εκφράζουν τη λύπη τους «δια της ανεπαρκείας τροφίμων» που μαθαίνει πως υπάρχει στο νησί. Στο τέλος, εκλιπαρούν για «μιαν απάντησιν» διότι «μ’ αυτάς τας ανησυχίας κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου».
 Όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία, οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μονοτονία τραγική.
Στη γωνιά της κάρτας μένει λίγος χώρος ακόμη για να ασπαστεί την αγαπημένη του σύζυγο, την Ιωάννα, ευχόμενος κάθε φορά «υγείαν, ευτυχίαν και καλήν αντάμωσιν».
 Είναι όλες μαζεμένες σ’ ένα φάκελο τώρα, στο πάνω μέρος του μπαούλου που έφερε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού επιστρέφοντας έπειτα από έξι ολάκερα χρόνια.
 Εκεί φυλάχτηκαν όλα τα προσωπικά είδη των συγγενών, των συχωρεμένων πια.
 Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ετούτη η καρτούλα, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, δίχως εμπορικούς δρόμους και κρεμαστές γέφυρες.
 Το πίσω μέρος δεν έχει ούτε μια δικιά του λέξη. Σιωπηλή…
 Ποιος ξέρει πού την ανακάλυψε, μονάχα με το ρολόι στην παλάμη, τις φιγούρες που ανταμώνουν και τις ελληνικές λεξούλες τυπωμένες. Τα ΄λεγαν όλα τούτες οι λεξούλες κι ας φαίνονται σήμερα κάπως ανόητα ρομαντικές.

«Σαν παύσει  η δουλειά μου στας πέντε.
Γιατί;
Κοντά σου να τρέξω ζητώ.
Αχ, γιατί;»

 Ήταν αρκετές για εκείνον. Να του δώσουν τη δύναμη και να σπάσει τον καθωσπρεπισμό της εποχής.
Δε ρώτησε για την υγεία κανενός. Μήτε χαιρετισμούς έστειλε, μήτε ασπασμούς.
Αγόρασε το φάκελο, έγραψε τ’ όνομά της, το χωριό, το νησί, τη χώρα…
Και την ταχυδρόμησε σκέτη.
Να μας μεταδίδει ακόμη, με τ’ άσβηστά της χρώματα και λόγια, τον καημό του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του ανταμώματος. Ή, αν θέλετε, τον πόνο του ανθρώπου που έπρεπε πια να συνηθίσει να ζει μονάχος, με ξένες λέξεις και σε ξένα τοπία. Γράφοντας τυπικές επιστολές κι αναμένοντας «μιαν απάντησιν».