Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Το αγαπημένο μονοπάτι

 Τότε δεν ήταν το αγαπημένο μονοπάτι. Ο δρόμος ήταν. Για το σχολείο κυρίως.

Το εγερτήριο ήταν στις 6 και μισή. Η μυρωδιά από το κατσικίσιο γάλα που βράζει, το αναμμένο τζάκι και τα κασκόλ, τα σκουφάκια, οι τσάντες, το κολατσιό. Στις επτά ξεκινούσαμε. Περνάγαμε από το άλλο σπίτι που 'χε παιδιά. Μας περίμεναν. Φεύγαμε τρεχάλα σχεδόν. Ρολόι δεν είχαμε. Έπρεπε μέχρι να χαράξει να 'μαστε ίσαμε "τ' αμπελάκια του παπά". Τότε είμαστε εντάξει. Δε θ' αργούσαμε. Καθόμασταν και ξεκουραζόμασταν για λίγο. Αν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μας έβρισκαν νωρίτερα έπρεπε να τρέξουμε παραπάνω. Φτάναμε πρώτοι σχεδόν στο σχολειό χωρίς να καταδεχόμαστε τις δικαιολογίες που είχαμε άφθονες.
Το μεσημέρι αποχαιρετούσαμε τους συμμαθητές και πιάναμε την ανάβαση. Κάμποσα χιλιόμετρα. Αν είχε βροχή με κουκούλες, αν είχε κρύο με καμιά δεκαριά μπλουζάκια παραπάνω, αν είχε καλό καιρό με τα μπουφάν στη μέση και με το χαμόγελο ως τ' αυτιά.

Ύστερα ήρθε ο αμαξωτός δρόμος, φτιάχνονταν λίγος λίγος, κάθε χρόνο και χιλιόμετρο περίπου. Φτάναμε μέχρι ένα σημείο με αμάξι και μετά ξανά στο μονοπάτι μας.
Μάθαμε όλες τις πετρούλες του ντουσεμέ, κάθε δέντρο, κάθε βραχάκι. "Αυτό είναι το δικό μου", "εκείνο είναι του τάδε " και πάει λέγοντας. Το κάθε παιδί είχε και από μια δική του γωνιά αγαπημένη που του άρεσε να ξεκουράζεται κι είχε φυσικά όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα. Καμιά φορά κάναμε και αγώνες.
-Βάζουμε μια τρεχάλα μέχρι το βράχο του Σ.;  λέγαμε και αρχίζαμε χωρίς δεύτερη σκέψη το σπρωξίδι και τ' άλματα πάνω από ακισαριές και μαντρότοιχους, καθώς στενός ο διάδρομος βλέπετε...
 Ό,τι θέλαμε κάναμε, μόνο τα μουλάρια και τ' άλογα του Γ. του συχωρεμένου να μη συναντούσαμε. Ή του άλλου του Γ. που τ' άφηνε καμιά φορά μες το μονοπάτι δεμένα, βέβαια, αλλά με μακρύ σκοινί. Τότε κάναμε ανασύνταξη δυνάμεων, γινόμασταν ένα κουβάρι σφιχτό σφιχτό κι αποφασίζαμε κατόπιν ωρίμου σκέψεως ποια νέα διαδρομή θα χαράζαμε ανάμεσα στους θάμνους ή τα πεζούλια προκειμένου να τα αποφύγουμε.
Είχαμε και ονόματα στάσεων.
-Κάνε κουράγιο μέχρι το "θρόνο", μου 'λεγε η μάνα μου, όταν ήμουν στα τέσσερα και δεν είχα πολλές δυνάμεις κι αυτή η κακομοίρα δεν είχε χέρι ελεύθερο και αγκαλιά να με σηκώσει... Θέλαν και τα πράματα σήκωμα βλέπετε και τα ψωμιά και τα ρούχα και τα ζαρζαβατικά... Στη στάση της "κυλίστρας" σταματάγαμε για τσουλήθρα, στην "αποθέστρα" για ν' αφήσουν οι μεγάλοι για λίγο το βάρος που 'χαν στην πλάτη τους και να πάρουν μια ανάσα, στον "πρίνο" καθόμασταν γύρω γύρω στην πλάκα και τα λέγαμε...

Ύστερα ο αμαξωτός έφτασε ως το χωριό και πιο μετά πήραμε αμάξι και δίπλωμα. Μεγαλώσαμε. Ξεχάσαμε το δρόμο μας. Τον βάλαμε σε μια σελίδα του άλμπουμ από τις παιδικές μας αναμνήσεις και τον αφήσαμε εκεί. Οι άλλοι τον είχαν ξεχάσει ήδη από καιρό. Τα μουλάρια και τα άλογα πουλήθηκαν στους γύφτους. Οι άνθρωποι που τον χρησιμοποιούσαν γέρασαν. Τα χωράφια τα παρατήσαμε σιγά σιγά.

Πέρσι είπαμε να τ' ανοίξουμε το άλμπουμ. Να ξέρουν τα παιδιά την ύπαρξή του τουλάχιστον. Κι ας το κάνουν ό,τι θέλουν εκείνα. Μακάρι να πάρουν το μονοπάτι και να το ξαναγεμίσουν με γέλια και φωνές, με περπατησιές ανθρώπινες όπως τότε...



Η αρχή του... όπως παλιά. Λίγο πιο στενό ίσως.

...και λίγο πιο κάτω

Λες και ήταν χτες...   - Εεε, περιμένετε, έρχομαι...!


Ετούτο το κομμάτι χαραγμένο απευθείας από την ικαριώτικη φύση...

Η στάση του "πρίνου", η καλύτερη... Μήτε αέρας έπιανε εδώ, μήτε ήλιος, μήτε βροχή καλά καλά...


Ο πιτσιρικάς μου  με βήματα σταθερά λες και τον ξέρει το δρόμο... Αχ, ωραία μέρα!
Το μετόχι του Κίμου. Στους τοίχους χαραγμένα ονόματα από ανθρώπους που έφυγαν από κοντά μας πριν πολλά πολλά χρόνια. Το καλύτερο μέρος για ν' αποσκιάσεις όταν ένα ξαφνικό μπουρίνι σου κόβει το δρόμο....


Ο δρόμος εδώ έκλεισε... Πάμε από ένστικτο...
(Αργότερα κάποιοι καλοί άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο ετούτο, τον καθάρισαν...Να 'ναι καλά, γιατί εγώ με τα παιδιά μόνο κάτι κλαδιά μπορέσαμε να λυγίσουμε.)

Ουφ! Εδώ άνοιγμα ξανά. Από το Γ. μάλλον που πάει από δω στο κτήμα του. Ωραία, έτσι θ' απολαύσουμε και τις όμορφες λεπτομέρειες!

Στη σχισμή του βράχου...


Τ' αγαπημένα μου. Μην τα ψάξετε, είναι πολύ πολύ μικρούλια. Συνήθως τα πατάμε.
  
Ωραίο μπουκέτο ε; Υπάρχει και σε ροζ...


Από το "πυργάλι"... ατενίζοντας τη θάλασσα του Κεραμέ...
Φτάσαμε!!
(το μονοπάτι δυστυχώς διακόπτεται από ιδιωτικό αμαξωτό δρόμο και συνεχίζει λίγο πριν την εκκλησία του Αη Γιάννη)




 Φχαριστούμε για την παρέα!
Άντε και του χρόνου!


φωτογραφίες: tirimata

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

"...με μια μικρούλα δέηση..."

Παραλία Κεραμέ- καλοκαίρι 2010
φωτογραφία: tirimata

 Ὑστερόγραφο

Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα
καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ' αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.

Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ' ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν' ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ' ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς.
Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.


Γιώργος Σεφέρης 

Είναι Κυριακή... διάβαζα  Σεφέρη μεταξύ σκουπίσματος, μαγειρέματος κτλ, μάλλον περί εγκεφαλικής βλάβης πρόκειται, κι είπα μέρα που 'ναι...


"Κύριε, όχι μ' αυτούς."... καλύτερα "στ' ακρογιάλι ταξιδεύοντας στα χάσματα της μνήμης"...

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Μεταξύ ρίβας, πλάκας και μοναξιάς. Για το Σ. (μέρος 3ο)

φωτoγραφία από εδώ
 Κείνο που τού ' κανε πιότερο εντύπωση του Σ.,(του ήρωά μας από το χωριό, τον θυμάστε;) ήτανε οι Αθηναίοι, οι ξενοχωρίτες, γενικά.
Παλιά, όταν όλα του τ΄αδέρφια ήταν στην Αθήνα, ζούσε σ΄ ένα σπίτι ολομόναχος. Μονάχος το φθινόπωρο, μονάχος το χειμώνα, μονάχος και την άνοιξη και τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού...
Κι έρχονταν ο Αύγουστος...!!   Μαζεύονταν αδέρφια, ανίψια, συμπέθεροι, γαμπροί.... ένας πανικός!
Φυσικά τους αγαπούσε όλους πολύ κι εκείνοι το ίδιο. Μα αγαπούσε και την ησυχία του, τη μόνιμή του φιλενάδα. Είχε πολύ πλάκα εκείνη την περίοδο. Συνήθως χάνονταν από προσώπου γης. Κι αν τον έβλεπες πουθενά και τον ρωτούσες:
-Ήντα κάνεις, Σ.;
εκείνος σου απαντούσε με τον ίδιο πάντα τρόπο, έχοντας ένα μυστήριο χαμόγελο στα χείλη:
-Ήντα να κάνω; Πάω στο σπίτι να πάρω το λαδάκι μου κι απέκειο το Σεπτέβρη α με ξαναδείτε...
Εννοούσε ότι θα πάει στο μετόχι του και θα μείνει εκεί ως το τέλος του καλοκαιριού. Ήθελε μόνο το "λαδάκι" του γιατί εκεί είχε τα πάντα εκτός από το λάδι του που το 'χε κρυμμένο στο υπόγειο του σπιτιού.
-Γιατί, βρε Σ. ;  τον ηρωτάγαμε εμείς, παιδιά τότε...
-Γιατί; Για να γλυτώσω, σου απαντούσε κι έφευγε χωρίς πολλά πολλά...Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε...

Το ΄χαμε μάθει και τον ηξέραμε πια καλά κι έτσι όποτε ακούγαμε τα μωρά να κλαίνε ή τις γυναίκες να μεγαλοφωνάζουν, δίχως λόγο σοβαρό, ηβγαίναμε στην αυλή κι ηφωνάζαμε:
-Πώς πάει Σ.;
-Το λαδάκι μου, σου λέω,  απαντούσε αυτός και ξέραμε όλοι τι εννοούσε και γελάγαμε. Δε χρειάζονταν πολλά πολλά όπως σας είπα...

hope vr
φωτογραφία από εδώ
 Έσπαγε όμως και πλάκα με την αφέλεια των Αθηναίων. Μας έλεγε μια φορά, έτσι όπως τον περικυκλώναμε γύρω από το τζάκι μικρά, για ν' ακούσουμε τις ιστορίες του και να περάσει το βράδυ, για ένα γαμπρό του που 'τανε "καλομαθημένος" κι είχε έρθει πρώτη φορά στο νησί.

-Εν ηξέρουνε, βρε παιδί μου, πού πατούνε και πού βρίσκονται. Τον ηπήρα μια φορά στο Πλακωτό μαζί μου (το Πλακωτό είναι μια απομακρυσμένη περιοχή, ψηλά στο βουνό, καλό βοσκοτόπι και όχι μόνο) κι άκου να δεις ηντά παθα..

Είχε μια χαρά κι ηνόμιζε πως ηπηαίναμε εκδρομή. Στα μισά του δρόμου ήρχισε τη μουρμούρα.
-Φτάνουμε;
-Και πού να φτάσουμε; Εδω νά α γυρνάμε όλη μέρα νά βρουμε τα ρίφια να τα χωρίσουμε αφ τις χειμεράδες.
Τίποτα εν ηκαταλάβαινε...Ηθαρρούσε πως ηπήαμε για πικ νικ.
Κει που ζορίστηκα όμως, βρε παιδιά, ήτονε που 'θελε κάποια στιγμή να κάμει "το χοντρό του".
-Σ., θέλω τουαλέτα.
-Μμμμ, τουαλέτα θέλεις; του λέω εγώ. Βρε, πού θαρρείς πως είμαστε; Εν κοιτάζεις γύρω σου; Βρε, εμείς, οι κουμαριές και οι πέτρες είμαστε. Για τήρα και πε μου....
-Σ. θέλω τουαλέτα και γρήγορα.
Ήρχισε, παιδιά, να μου σπάει τα νεύρα...
-Ε, ατουδά είναι η τουαλέτα, πίσω από κείνο δα το βράχο...
-Ντρέπομαι, γυρίζει και μου λέει.
-Κάμε τα πάνω σου άμα ντρέπεσαι...

Ήντα να κάμει, σώνει και πάει και τα κατεβάζει. Ηκαθόμουνα και τον ηπερίμενα."Εδωνά α στρώσεις" ήλεα μονάχος μου. Πιάνω να κάμω ένα τσιγάρο κι ακούω, παιδιά, το εξωφρενικό...
-Σ. χαρτί υγείας...!!
"Άμε στο διάολο", λέω, "να, που εσύ α με τρελάνεις". "Μα ε θα σου περάσει..."
Πιάνω και βλέπω μια ρίγανη στην άκρη του βράχου, που ξέρετε η ρίγανη εν υπάρχει στη φαγούρα...
-Έδω να, στα μέρη μας, του λέω, έχουμε κείνο δα για το καλύτερο χαρτί υγείας. Βρε και στα καλύτερα σπίτια αυτοδά έχουνε...
Το 'κουσε αυτό και το πίστεψε. Αν έχεις το Θεό σου.... Πιάνει, βρε παιδιά, τη ρίγανη να σκουπιστεί... Ε, για πότε ηκατέβηκε μέχρι το χωριό εν ημπορώ να σας περιγράψω. Με κυνήγαε ύστερα κι αυτός κι η αδερφή μου, μα έ μ' ένοιαζε. Εγώ το φχαριστήθκα.


-Έλα, βρε Σ., εν τον ηλυπήθηκες τον άθρωπο; τον ηρωτάγαμε εμείς τα παιδιά που ξέραμε πόσο καλόψυχος ήταν.
-Ήντα να λυπηθώ; Εγώ φταίω που εν ήξερε τη ρίγανη; Κι ήντα να τα κάμω εγώ τα γράμματα άμα εν ηξέρεις πού βρίσκεσαι κι ήντα 'ναι η ρίγανη;

Δεν ξέρω αν μια ριγανίτσα τόση δα υπήρξε ποτέ αιτία διαζυγίου πάντως τον άθρωπο αυτό εν τον ηξανάδαμε από τα μέρη μας. Τσάμπα και τα γράμματα.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα με μυρωδιές όμορφες.

Μπαίνω στο ταξί σκοτεινιασμένη για τα καλά. Ήμουν έτσι κι αλλιώς, έπρεπε και να προλάβω οπωσδήποτε κάτι υποθέσεις, άνευ σημασίας, γραφειοκρατικές, ξέρετε... Το χειρότερό μου.  Η μέρα σκοτεινή κι εκείνη, τα λεωφορεία απεργία, η κίνηση στους δρόμους απερίγραπτη. Ο ταξιτζής συνηθισμένος, γκρινιάρης με όρεξη για κουβέντα. Του ρίχνω ένα αυστηρό βλέμμα από τον καθρέφτη.

Δεν έχω πολλά τέτοια, αλλά κάνα δυο τα κρατώ καβάτζα για τα επείγοντα.
Εκείνος μαζεύεται. Μια φωνή στο ραδιόφωνο όμως του δίνει την πάσα. Κάτι για στολισμούς Χριστουγεννιάτικους έλεγε. Τότε ξεσπά επιτέλους.
-Ακούς εκεί... τι στολισμούς και αηδίες! Ποιος έχει κέφια μ' αυτά που γίνονται να κάνει κι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα. Τ' άκουσες κοπέλα μου; Δε ντρέπονται λίγο...
Εγώ δεν αντιδρώ.
-Τους κόψανε επιδόματα, τα μαγαζιά κλείνουν, απολυθήκανε τόσοι, θ΄απολύσουνε και από τις ΔΕΚΟ  άλλους τόσους. Πού θα βρει ο κόσμος λεφτά για να κάμει Χριστούγεννα;
Πάλι δεν αντιδρώ.
-Ε; Όχι, πες μου πού θα τα βρει; επιμένει.
-Και τι σχέση έχουν, κύριε τα λεφτά με τα Χριστούγεννα;  του πετάω εγώ σοβαρή σοβαρή.
Αυτό ήταν το μόνο που δεν περίμενε ν' ακούσει. Στραβοτιμονιά, ξανά κοίταγμα από τον καθρέφτη και το μαρτύριο συνεχίζεται:
-Τι; Χωρίς λεφτά Χριστούγεννα πώς θα κάνεις; Και πώς θα πάρεις τα δώρα, και πώς θα στολίσεις το σπίτι, ρούχα δε θα πάρεις για το ρεβεγιόν, σε μια γιορτή δε θα πας, σ' ένα κεντράκι βρε αδερφέ μου, δε λέω πολλά, κάνα χαρτάκι δε θα παίξεις; Τι σόι Χριστούγεννα θα είναι τούτα χωρίς λεφτά; Μήπως μας δουλεύεις, καλέ;
-Αστείο ήτανε, του λέω χαμογελώντας και ηρεμεί επιτέλους, εννοείται πως Χριστούγεννα χωρίς λεφτά δεν υπάρχουν. Ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω.

Κι όμως το σκεφτόμουν. Και μου λείπουν. Εκείνα τα Χριστούγεννα που δεν υπάρχουν πια αλλά υπήρξαν κάποτε. Τα χωρίς λεφτά.
 
Η ιστορία ξεκίναγε προπαραμονή Χριστουγέννων. Ήμασταν όλοι χαρούμενοι, γιατί ο μπαμπάς μας αφιέρωνε εκείνο το πρωινό ή το απόγευμα αποκλειστικά. Η μαμά δεν έρχονταν μαζί. Δεν τρελαίνονταν και για περπάτημα. Εκείνος πήγαινε μπροστά κρατώντας στο χέρι του το μεγάλο πριόνι. Εμείς από πίσω κοιτώντας προς τα πάνω μήπως βρούμε κάνα καλό κλαδί. Έπρεπε να 'ναι ίσιο, όσο γίνεται να 'ναι ίσιο ένα κλαδί κυπαρισσιού.
-Εκεί, εκεί, μπαμπά! Από δεξιά έχει ένα καλό.
Εκείνος σκαρφάλωνε με τη μια και το ΄κοβε. Έπεφτε κάτω κι εμείς το μαζεύαμε. Χρειαζόμασταν δυο τρία, έτσι για να φτιάξουμε, ενώνοντάς τα, ένα σχεδόν δέντρο, στο σχήμα εννοώ. Στο τέλος λοιπόν γυρνούσαμε με το μπαμπά πίσω χαμογελαστό συνήθως κι εμάς μπροστά να τρέχουμε κρατώντας από ένα κλαδάκι το κάθε παιδί. Βιαζόμασταν να φτάσουμε σπίτι. Τα τοποθετούσαμε πάνω στο βαρέλι που ήταν στη γωνιά μ' ένα τρόπο που δε θα σας πω. Είναι μυστικό.
Ντύναμε και το βαρέλι βέβαια. Ε, με ό,τι είχαμε. Κάνα σεντόνι μονόχρωμο, καμιά ποδιά, α, και μια φούστα της γιαγιάς με λάστιχο μας είχε βολέψει επίσης. Ωραίο γινότανε. Μια χαρά.Ξέχασα να σας πω ότι το κλαδί που διαλέγαμε είχε και κυπαρισσόμηλα πάνω. Εμείς τα κάναμε στολίδια, βάφοντάς τα χρυσά ή ασημένια ή βάζοντας απλά αλουμινόχαρτο. Συνήθως η αδερφή μου που 'ταν μεγαλύτερη, την έκανε αυτή τη δουλειά. Μετά παίρναμε το βαμβάκι και το ανοίγαμε σκορπίζοντάς το σε όλο το δέντρο για να μοιάζει χιονισμένο.
Το τελευταίο στολίδι που βάζαμε ήταν οι κάρτες. Από το θείο Α. στην Αμερική, από τη θεία στην Αθήνα και τα λοιπά. Ήτανε οι ίδιες, εμπλουτισμένες κάθε χρόνο, αλλά γενικά οι ίδιες, δεν τις πετούσαμε εννοώ. Κάναμε έτσι και μια αναδρομή στο παρελθόν. "Να η κάρτα της θείας, που τώρα τα 'χει χαμένα η κακομοίρα... " ή "Κοίτα, μαμά τι ορνιθοσκαλίσματα έκανε η Μίνα όταν ήταν μικρούλα".
Άλλες τις στερεώναμε στα κλαδιά κι άλλες πάνω στο βαρέλι στη βάση του "δέντρου".

Όλα ήταν έτοιμα. Καθόμασταν στις μπαγκέτες στο τζάκι και το καμαρώναμε. Ύστερα έρχονταν να το δουν και οι άλλοι.
-Βρε, ήμαθα πως ηστολίσατε δέντρο, για να δω. Γεια στα χέρια σας και του χρόνου!

Τα κλαδάκια τούτα ζούσαν μαζί μας μέχρι τα Φώτα. Χαρούμενα για το στολισμό τους μας έδειχναν την ευγνωμοσύνη τους στέλνοντάς μας τη μυρωδιά τους, την παράξενη. Αυτή κυκλοφορούσε όποτε ήθελε στο σπίτι κάνοντας παρέα μια με τη μυρωδιά από τα τσουρέκια, μια μ' εκείνη τη καστανούλα της κανέλλας και μια μ' αυτή των ξύλων που τριζοβολούσν στο τζάκι. Κι όταν εισέπνεες την παρέα τούτη γινόσουν άλλος άνθρωπος, χριστουγεννιάτικος, ευτυχισμένος και ευγνώμων γι' αυτά τα τόσα που είχες...

Α, ξέχασα να σας πω. Δώρα δεν είχε. Κανένα δέντρο δε θυμάμαι να 'χει δώρα στο χωριό. Ούτε και αναρωτιόμουν ποτέ γι' αυτό. Δεν ξέραμε από τέτοια και δε σου λείπει ποτέ κάτι που αγνοείς. Δεν το χρειάζεσαι.
Κρίμα που φέτος πολλοί δε θα κάνουν Χριστούγεννα, μια και θα σκέφτονται ότι έχασαν κείνα που τους έπεισαν ότι πρέπει να χρειάζονται.

Καλές γιορτές, πάντως.

Εγώ σπίτι θα ΄μαι. Κάθε χρόνο μαζεύω τ΄απόκλαδα από την αυλή και φέρνω πίσω την παλιά μου φιλενάδα. Τη μυρωδιά των ξύλων, ντε... Παρέα οι δυό μας τα βάζουμε με την άλλη, την κακιά, της μούχλας που 'χει πάρει θάρρος και παλεύει να εγκατασταθεί μόνιμα πια στο σπίτι... Μάλλον θα τη χάσουμε τη μάχη αλλά μέχρι τότε θα τα λέμε τουλάχιστον.

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Το θρίλερ

Την άκουσα σήμερα το πρωί. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ήταν στον αγαπητό μου  Δημήτρη, του ΄χα αδυναμία, είναι αλήθεια, ένεκα που στην προηγούμενη δουλειά μου είχα ακούσει κολακευτικά σχόλια και μάλιστα είχα δει και η ίδια πως έδειχνε μια γνησιότητα παράξενη για δημοσιογράφο. Είχα διαβάσει και τα βιβλία του κάτι καλοκαίρια στην Ικαρία... Και τώρα τον βλέπω, έτσι για να θυμάμαι τι μπορεί να πάθει ένας καλός άνθρωπος άμα δεν προσέχει τις παρέες του...

Την είδα κι εκείνη. Οι γωνίες του προσώπου της έχουν σκληρύνει εντυπωσιακά, τα χείλη σφιγμένα περιμετρικά του οστού σε μια προσπάθεια χαμόγελου που δε βγαίνει με τίποτα. Προσπαθούσα να σκεφτώ τι μου θύμιζε. Μια εικόνα ξαφνικά...Το στόμα ανοίγει κι αντί για λόγια βγαίνει μια διχαλωτή γλωσσίτσα και τσαφ! θυμήθηκα...

Σαν ήμουνα δεκατρία- δεκατέσσερα, έμενα κάποια βράδια μόνη μου στο χωριό, καθώς η οικογένεια είχε σκορπίσει σε διάφορα σημεία της γης κι έπρεπε να κρατώ τα ζωντανά του πατέρα μου που έλειπε για μεροκάματο. Ένα βράδυ άνοιξα την τηλεόραση και πέτυχα ένα φοβερό θρίλερ. Την "κόμπρα", αν θυμάμαι καλά, ή "το φίδι", κάπως έτσι. Ένας τρελός επιστήμονας έδινε ένα παράξενο σκεύασμα σε ανθρώπους οι οποίοι τελικά και μετά από επώδυνη διαδικασία γίνονταν...φίδια!
Θες που ήτανε χειμώνας με φοβερό αέρα, θες που ήμουν ολομόναχη σχεδόν όχι μόνο μέσα στο σπίτι μα και στο χωριό, πάντως τα χρειάστηκα κι από τότε τα αποφεύγω τα θρίλερ.
 Βλακείες, σκέφτομαι και δυναμώνω τον ήχο να μου φύγει η εντύπωση. Πάνω που έλεγε το πώς θα αξιολογούνται από δω και στο εξής οι καθηγητές των πανεπιστημίων, ω λα, λα, το πώς θα καταργηθούν τμήματα, το πώς οι φοιτητές δε θα παίρνουν βιβλία πολλά- εγώ δε θυμάμαι φοιτητή να παίρνει παραπάνω, απλούστατα, γιατί μας έβαζαν να τα πληρώσουμε- ας είναι, έκανα κουράγιο. Και τότε άρχισαν να μιλούν κάποιοι σχετικοί με το θέμα, πρυτάνεις, φοιτητές και τα λοιπά οι οποίοι φυσικά δε συμφωνούσαν με όλα τούτα και μάλιστα είχαν το θράσος να προβάλλουν και επιχειρήματα.
Εκείνη στο διπλανό παράθυρο, έσφιγγε ακόμη περισσότερο τα χείλη και τα μάτια της έβγαζαν μικρές μικρές σπιθίτσες, επικίνδυνες. Αμάν, τώρα θα βγει και η ουρά από το πλάι, τώρα θα φυτρώσουν τα λέπια...
Βοήθεια!
Ο Δημητράκης από δίπλα έπαιρνε όπως μπορούσε το μέρος της, είναι αλήθεια, αλλά τι να σου κάνει κι αυτός. Μεταμορφωμένος ήτανε. Αγνώριστος. Έκλεισα την τηλεόραση κι έφυγα για το σχολείο.

Εγώ πάντως θρίλερ δε ξαναβλέπω. Ο Θεός να βάλει το χέρι του...

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Μεταξύ ρίβας, πλάκας και μοναξιάς. Για το Σ. (μέρος 2ο)

φωτογραφία από εδώ
Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά και μπορούσαν να ξυπνήσουν από τις 6 - βάρβαρο για Ικαριώτες- και ήθελαν και να μ' ακολουθούν όπου τους έταζα, κανόνιζα μια φορά τουλάχιστον μέσα στο καλοκαίρι, να τα πηγαίνω διάφορες εξορμήσεις.
Οργάνωνα γκρουπ, τα παιδιά και οι φίλοι τους, και σχεδίαζα "εξερευνήσεις". Τις είχα ονομάσει έτσι τις βόλτες στο βουνό καθώς ο γιος μου είχε μανία με τους "Μικρούς Εξερευνητές", έτσι μπας και γίνει πιο ενδιαφέρον, αν και κάποιος παππούς μου είχε πει κάποτε:
- Όχι αυτή τη λέξη, παιδί μου, τη λέγανε οι χωροφυλάκοι τότε που ψάχνανε για τους αντάρτες στον εμφύλιο.
Με συγκλόνισε κάπως αλλά προκειμένου να τα δελεάσω έκαμα κι αυτό το σφάλμα.

Ένα καλοκαίρι, λοιπόν, σκέφτηκα να τα πάω στον Κοσκινά ή στην Κεφάλα, όπως προτιμάτε, καθώς θυμόμουν ένα παλιό μονοπάτι που διασχίζαμε παιδιά, όταν πηγαίναμε κάτω από το Κάστρο, στους πρόποδες, για να μαζέψουμε τσάι του βουνού με τους γονείς μου.

Είχαν περάσει χρόνια από τότε και η διαδρομή από το Δρούτσουλα στην Κεφάλα δεν ήταν και ό,τι πιο εύκολο υπήρχε. Πάω λοιπόν στον δικό μου τον ήρωα, το Σ., και του λέω:
- Δε μου λες το μονοπάτι υπάρχει ακόμη για θα ξοριστούμε;
 Έτσι λέμε εμείς οι Καριώτες όταν χάνουμε τον προορισμό μας. "Ηξορίστηκα".
(Την ετυμολογία της λέξης μιαν άλλη φορά θα την πούμε.)
-Βρε συ, ποιο μονοπάτι, σάμπως περνάει κανείς από κει; μου λέει ο Σαράντος όλο απορία για το εγχείρημα.
- Ναι, εγώ θα πάω όμως, επέμενα εγώ.
-Ε, άμα το χεις βάλει αμέτι μουχαμέτι, άκου. Μέχρι το Πλακωτό τον εθυμάσαι το δρόμο. Απέκειο, θα κοιτάς που έχει στημένες πέτρες όρθιες κι άμε από κει. Πού θα πάει; Ά βγεις και στην Κεφάλα.
- Μπα, δε τις θυμάμαι αυτές...
- Ε, λοιπόν, εγώ έκατσα μια μέρα και τις ήστησα. Λέω α περάσει κάνας ξενοχωρίτης και α ξοριστεί. Το κάμνανε κι οι παλιοί άμα ηχάνουντο το μονοπάτι.

φωτογραφία από εδώ
Ύστερα το τολμήσαμε. Τα παιδιά δεν ξύπνησαν ακριβώς στις 6, τέλος πάντων, πήγαμε μέχρι το Πλακωτό, μια τοποθεσία υπέροχη που κάποτε ήταν γεμάτη αμπέλια και χωράφια, είχα την τύχη να θυμάμαι και τους αθρώπους που πήγαιναν εκεί, και τώρα ήταν βοσκότοποι, ρημαγμένοι....
Είδαμε και τα μετόχια, τα παρατημένα από χρόνια, και μετά.... Σ΄ένα τοπίο Άγριας Δύσης όπως ακριβώς αυτά που φανταζόμουν όταν διάβαζα κάποτε Μικρό Σερίφη και άλλα τέτοια αμερικάνικα.

 Μα υπήρχαν οι πέτρες του Σ., όρθιες ανα εκατό μέτρα περίπου και μας καθοδηγούσαν... Ακίνητες, σμιλεμένες από τον αέρα και τις βροχές σαν τη φωνή που μας οδηγεί στ' αμάξι, σήμερα πια, "στρίψτε αριστερά", "μετά όλο ευθεία" και ου το καθεξής.

Δε φτάσαμε στο Κάστρο, γιατί μας έπιασε ο ήλιος. Ίσαμε το ύψος της Πλατανωπής πήγαμε, ένα ρέμα γνωστό στους κατοίκους της περιοχής, κάτσαμε, τηρείσαμε, βγάλαμε και τις απαραίτητες φωτό και επιστρέψαμε στο χωριό σώοι και αβλαβείς.
- Σ., του λέω μετά, σπουδαία δουλειά έχεις κάμει. Αν δεν ήταν οι πέτρες σου θα 'χαμε χαθεί σίγουρα....
-Ε, και σιγά το σπουδαίο...μου απαντά με χαμόγελο και φεύγει.

Να, έτσι το ανάφερα.
Βλέπω κάτι φωτογραφίες από διάφορα μπλογκ με τις όρθιες πέτρες και γελώ με το τι μπορεί να σκέφτονται οι διάφοροι περιπατητές σήμερα. Οι παραξενιές της φύσης, οι προϊστορικοί άνθρωποι, οι εξωγήινοι ίσως....;;

 Όχι, βρε παιδιά, ο Σ. ήτανε ή κάποιοι παλιοί σε μια ξαφνική διάθεση προσφοράς ανάμεσα στη βοσκή και το κλάδεμα...
Μη ψάχνετε για νεράιδες. Ο Σ. ήτονε...
Και σιγά το σπουδαίο....

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

ένα τραγούδι για τον Μίλτο Σαχτούρη
  Σαχτούρη, απόψε σαν τόπι κυλάει
     φεγγάρι σφαγμένο στην άσφαλτο
 Σαχτούρη, η νύχτα δεν με αγαπάει
  γλιστράει και πάει στο άπιαστο.

Δώσε μου απ’ τα φεγγάρια σου το πιο μικρό φεγγάρι
 το κίτρινο το πράσινο, το δίχως ουρανό.
Το πράσινο το κίτρινο, το πιο μικρό φεγγάρι
δώσε μου απ’ τα φεγγάρια σου το δίχως ουρανό.

Σαχτούρη, τ’ αμάξια πατούν την καρδιά μου
εκείνη γελάει και φτύνει ουρανό.
Απόψε σου δίνω τα δέκα ονειρά μου
για ένα δικό σου, το πιο παιδικό.


Δώσε μου απ’ τα φεγγάρια σου το πιο μικρό φεγγάρι
το κίτρινο το πράσινο, το δίχως ουρανό.
Το πράσινο το κίτρινο, το πιο μικρό φεγγάρι
δώσε μου απ’ τα φεγγάρια σου το δίχως ουρανό.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

της Τασούλας Καραγεωργίου

Παρασκευή απόγευμα. Σε μια επιμόρφωση εκπαιδευτικών. Στην τάξη μια επιμορφώτρια, απλή, προσιτή πρέπει να μας μιλήσει για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Προτού ξεκινήσει η επιμόρφωση δέχεται τα "πυρά" συναδέλφου ο οποίος εκνευρισμένος από την κατάσταση που επικρατεί στην εκπαίδευση, αλλά και από τη χειρότερη ακόμη που προφανώς έρχεται, της μιλά με απαράδεκτο για μένα τρόπο θεωρώντας ίσως ότι έχει μπροστά του έναν εκρόσωπο της "εξουσίας" του Υπουργείου.
-Σε λάθος άνθρωπο απευθύνεστε, συνάδελφε, του απαντά εκείνη ήρεμα.
 Ωστόσο συνεχίζει για αρκετή ώρα. Εκείνη ήρεμη "απολογείται" στον νεοδιόριστο συνάδελφο.
Δεν ανακατεύομαι συνήθως σε κάτι τέτοια αλλά φουντώνω σιγά σιγά και στο τέλος αντιδρώ. Εκείνος με κοιτάζει με μια φονική ματιά αλλά σωπαίνει, επιτέλους, και η επιμόρφωση ξεκινά.
Συνήθως, βέβαια, είναι λίγο βαρετή. Οι επιμορφωτές με έμμεσο τρόπο μας συστήνονται κάπως ναρκισσιστικά προβάλλοντας το έργο τους ή τέλος πάντων τις περγαμηνές τους. Εκείνη δε μας μιλά για τον εαυτό της, μας διαβάζει Καβάφη και αναλύει κάποια από τα ποιήματά του με τρόπο κάθε άλλο παρά βαρετό. Η φωνή της μας μαγνητίζει. Είναι από την Αλεξάνδρεια και ίσως γι' αυτό, σκέφτηκα, είναι τόσο παθιασμένη με τον ποιητή.
Πάντα τον αγαπούσα τον Καβάφη, τώρα ακόμη περισσότερο.
Φεύγουμε από το σχολείο, βράδυ πια. Μπαίνω στον ηλεκτρικό, βιαστική για μια επίσκεψη σημαντική για μένα. Η επιμορφώτρια μπαίνει κι εκείνη και κάθεται δίπλα μου. Πηγαίναμε συμπτωματικά στον ίδιο προορισμό, λίγο μακρινό. Στη διαδρομή πιάνουμε την κουβέντα για τα σχολεία, γενικά, αλλά και για την Ικαρία, το αγαπημένο μου θέμα συζήτησης. Και σε κείνη αγαπητός τόπος. Σκάμε στα γέλια με διάφορα ανεκδοτάκια του νησιού και σε κάποιο κενό της λέω:
- Τον αγαπάτε πολύ τον Καβάφη ε;
-Α, όχι μόνο, λατρεύω την ποίηση, μου λέει με χαμόγελο.
"Δικιά μου είναι αυτή", σκέφτηκα.
 Κατεβαίνουμε, αποχαιρετιόμαστε εγκάρδια και χωρίζουμε. Το βράδυ, αργά, τη βρίσκω στο Διαδίκτυο. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και γράφει υπέροχα ποιήματα.
Το παραπάνω ποίημα- τραγούδι μου άρεσε ιδιαίτερα. Ένιωσα τυχερή που τη γνώρισα και σκέφτηκα να σας τη συστήσω...

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Μεταξύ ρίβας, πλάκας και μοναξιάς. Για το Σ. (μέρος 1ο)

Έζησε και ζει ανάμεσα σε δύο εποχές. Της παλιάς Νικαριάς και της σύγχρονης. Προτίμησε να μην ανήκει σε καμιά κι επέλεξε το δικό του μοναχικό δρόμο. Λεύτερος και νέος πάντα, ετοιμόλογος και ιδιοφυής. Ένας Καριώτης ξεχωριστός που όλοι τον αγαπούν και όλοι επιζητούν την παρέα του.
 Η παρουσία του σημάδεψε όλη την παιδική μου ηλικία καθώς τα σπίτια μας ήταν σχεδόν κολλητά και η φωνή του συνόδευε τα παιχνίδια μας, το γέλιο του συνόδευε τη μελέτη μας, οι ιστορίες που διηγούνταν με μοναδικό τρόπο συνόδευαν τα χειμωνιάτικα και τα καλοκαιρινά βράδια.

(Μιλάω για τον καιρό που δεν περιμέναμε να πάει οχτώ για να δούμε τις ειδήσεις, που αγωνιούσαμε για τον γείτονα και όχι για τον ήρωα του καθημερινού σήριαλ, που προβλέπαμε οι ίδιοι τον καιρό που θα κάνει την επόμενη μέρα παρατηρώντας απλά το φεγγάρι και τους κύκλους του.
Τον καιρό που μικροί και μεγάλοι ήταν πάντα στην ίδια παρέα κι έτσι τα παιδιά ωρίμαζαν γρηγορότερα και οι μεγάλοι δεν ωρίμαζαν ποτέ εντελώς.)

Τον Σ. δε θυμάμαι ποτέ να τον είδα κατσούφη, δεν θυμάμαι ποτέ να γκρινιάζει για τη ζωή και τις αναποδιές της, δε θυμάμαι ποτέ να συζητούσε για χρήματα, δε θυμάμαι ποτέ να αγωνιούσε για την ηλικία του, την υγεία του ή  την ομορφιά του. Πάντα με γέλιο, πάντα με κέφι και ενέργεια. Πάντα με χαρά.
 Όχι ότι έζησε καμιά άνετη ζωή. Το αντίθετο. Με ταλαιπώριες και με αφάνταστη κούραση έζησε. Μονάχος. Οικογένεια βλέπετε δεν έκαμε ποτέ προς μεγάλη στεναχώρια των συγχωριανών του που ήλπιζαν πως κάποια μέρα θα βρίσκονταν μια κοπέλα να καταδεχτεί το ορεινό, άδειο σχεδόν από ανθρώπους χωριό τους και θα χάριζε χαρά, συντροφιά και παιδάκια, φυσικά, στον τόσο αγαπητό τους Σ.
Δε βρέθηκε. Κρίμα... Μα εν πειράζει.
 Είχε μάθει να παίρνει τη ζωή όπως έρχονταν. Συντροφιά με τα ζώα του και με τους λίγους ανθρώπους του χωριού και με τους λίγους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν από άλλα χωριά για να γευτούν την πολύτιμη συντροφιά του. Ευτυχισμένος. Με διαφορετικά στάνταρ ευτυχίας από τα σημερινά, τα μοντέρνα, αλλά πάντως ευτυχισμένος.
Και γενναίος, σκληρός, τίμιος και ειλικρινής.
 Α, και καλλιτέχνης. Του άρεσε να φτιάχνει ρίμες. Τα στιχάκια τού βγαιναν αβίαστα και καυτηρίαζε μ' αυτά ό,τι παράξενο έβλεπε. Κρίμα που δεν τα γράφαμε. Θα 'χαμε τώρα ένα ολόκληρο βιβλίο μόνο με τις ρίμες του Σ.
Θυμάμαι ένα πρωί που πονούσε ο πατέρας μου την μέση του και δε μπορούσε να σηκωθεί για το μεροκάματο. Μπαίνει ο Σ. μέσα και τον βλέπει ακίνητο στο κρεβάτι.

"Είσαι γερός και δυνατός
για να σηκώσεις τσάπα
για σε πονεί η μέση σου
και θέλεις να 'σαι ξάπλα;"

Ξάπλα μετά όλοι από τα γέλια.

Είχαμε την τύχη βλέπετε να είμαστε αρκετά ...φτωχοί ώστε να μένουμε σ' ένα σπίτι δύο δωματίων που χωρίζονταν μεταξύ τους με ένα κομμάτι ...κόντρα πλακέ!
Έτσι ό,τι λέγονταν στην κουζίνα από τους μεγάλους γίνονταν αντιληπτά και σε μας τα παιδιά που ήμασταν δίπλα. Θυμάμαι τον εαυτό μου, μαζί με τ' αδέρφια μου, να έχουμε πέσει για ύπνο και να μη μπορούμε να κοιμηθούμε αφού σκάγαμε στα γέλια με τις ιστορίες που έρχονταν στ' αυτιά μας δια στόματος  Σ.
 Εκείνος μας άκουγε και συνέχιζε με χαρά μια και οι διηγήσεις του έβρισκαν τέτοια αντοπόκριση και από τους όρθιους και από τους... ξάπλα!

Καθημερινή κι αισθητή η παρουσία του. Κι όταν δεν πρόκανε από τις δουλειές φώναζε από μακριά την αγαπημένη του φράση- σλόγκαν: "Ε,νοικοκυραίοι, ημάθατε καμιά ψευτιά;" κι έφευγε προτού πάρει την απάντηση. Μια μέρα, έφηβη κι αγουροξυπνημένη, βγαίνω στην αυλή όλο νεύρα για τη φράση που είχα ακούσει χιλιοστή φορά και τον ρωτάω με την αναίδεια της ηλικίας εκείνης.
-Δε μου λες, βρε Σ. γιατί δε ρωτάς όπως όλος ο κόσμος αν εμάθαμε κανένα νέο και ρωτάς για τις ψευτιές; Όχι τίποτα, να μου φύγει η απορία.
Κοντοστέκεται, με κοιτάζει με τα τεράστια ολοκάθαρα μάτια του...
-Εεεε, -σταματά για ένα δυο δεύτερα όπως κάθε παραδοσιακός Καριώτης, πριν ξεστομίσει μια σοφή κουβέντα -  να, πρώτον τις ψευτιές θέλω να μάθω γιατί οι αλήθειες είναι κομματάκι ζόρικες, δεύτερον ούτως ή άλλως τα πιότερα ψέματα θά ναι από αυτά που θα μου πούνε, οπότε το ζητάω κατευθείαν.... Βρε, για να περάσω την ώρα μου. Μη θαρρείς...


Συνεχίζεται...

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η κυρία Δάφνη

Έχει έρθει πρόσφατα κοντά μας. Μένει σ΄ένα διαμέρισμα στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Είχα ακούσει τόσα γι' αυτήν κι ανυπομονούσα να τη γνωρίσω. Όλοι έλεγαν πόσο όμορφη και χαρισματική ήταν.

Αυτό το Σαββατοκύριακο τα παιδιά έλειπαν. Πήρα το λεωφορείο για το σταθμό και χωρίς πολλά πολλά μπήκα στην κλινάμαξα. Το ήξερα το σπίτι της. Σ' έναν ήσυχο πεζόδρομο στην οδό Φαιστού γεμάτο λουδούδια, ζεστασιά κι αγάπη. Μόνο που όταν πήγαινα παλιά εκείνη δεν ήταν εκεί.
Είχα φανταστεί τη σκηνή. (Το κάνω αυτό από μικρή. Ονειρεύομαι διάφορα τόσο....πειστικά που στο τέλος συμβαίνουν. Όχι όλα, αλλά κάποια περίπου.)
Φανταζόμουν λοιπόν ότι θα με περιμένει στην πόρτα και θα πέσει στην αγκαλιά μου. Αν με συμπαθούσε.
Όχι, δεν ήταν εκεί. Έπρεπε οι επισκέπτες της να ακολουθήσουν μια διαδικασία προκειμένου να τους δεχτεί. Τελικά ήταν στο δωμάτιό της ξαπλωμένη. Όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Το σπίτι μύριζε το άρωμά της. Θαλπωρή και φρεσκάδα. Η ίδια ανάμεσα σε δαντελένια μαξιλάρια και απαλές κουβέρτες. Μα ναι, ήταν μια κυρία, πώς αλλιώς; Την πλησίασα λίγο τρακαρισμένη. Έσκυψα πάνω της και της ψιθύρισα: "Καλώς ορίσατε, κυρία Δάφνη".
Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και περιπλανήθηκε με το βλέμμα στο χώρο. Σε μένα ούτε μια ματιά. Και τότε τσαφ! έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο όλο τσαχπινιά και νάζι. Φωτίστηκε το πρόσωπό της. (Κάποιος ισχυρίζονταν  πως η κυρία Δάφνη δεν είχε χαμογελάσει σε κανέναν ποτέ ως τώρα! Εξυπνάδες!)
Ναι, ήταν πολύ όμορφη. Δίκιο είχαν. Με μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες και με καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά. Της φίλησα τα μακριά της δάχτυλα και γονάτισα με σεβασμό για να την κοιτάζω καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς όλοι  με σεβασμό της φέρονταν. Και με δέος μπροστά στην παρουσία της. Ήταν μια κυρία, είπαμε.



Την άλλη μέρα την ντύσαμε με τα καλά της ρούχα και την πήγαμε στην Παναγιά τη Φανερωμένη. Έπρεπε να την ευλογήσει ο παπάς. Για τις πρώτες σαράντα μέρες που ήταν κοντά μας.

Κι έπειτα, να την πάμε στη γειτόνισσα,...(Ήταν κι αυτό στα έθιμα τα καθιερωμένα) Είχα να τη δω από τότε που ήμουν φοιτήτρια. Μας δέχτηκε με χαρά και μας κέρασε, εκτός από το καθιερωμένο καφεδάκι, αλεύρι, ρύζι και αυγά. Για την κυρία Δάφνη πάντα. Για ν΄ασπρίσει, να ριζώσει και να γεννήσει κάποτε κι αυτή με τη σειρά της.
-Βρε, Μαράκι μου, λέω στη φίλη μου, τη μάνα της, εμείς στην Νικαριά πριν σαραντίσουν τα ΄χουμε πάει και σε κάνα δυο πανηγύρια πριν, τι είναι όλα τούτα;
Ύστερα μας πήρε η γιαγιά και μας μάλωσε που δε ρίξαμε τ' αλεύρι στο κεφάλι του μωρού, "έτσι πρέπει", μας είπε. Κι εγώ φυσικά δεν ξανάπα κουβέντα. Αρκέστηκα στο ρόλο του φωτογράφου που είχα αναλάβει.
 Επιστρέψαμε σπίτι, την ταϊσαμε,τη νανουρίσαμε για τα καλά και τους χαιρέτησα για την Αθήνα.
 -Πάρε το λεωφορείο μέχρι το σταθμό, μου πε η φίλη μου.
-Όχι, βρε χαζούλα, θα πάω με τα πόδια να περάσω κι από την παλιά μου γειτονιά.

Το ανέβαλα χρόνια. Όποτε ανέβαινα πάνω πέρναγα ξυστά από το παλιό μου σπίτι γιατί πίστευα ότι θα συγκινηθώ. Σήμερα πήγα. Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή. Το ίδιο κουδούνι, ο ίδιος τοίχος ξεφτισμένος στο ίδιο σημείο, το συνεργείο του Νίκου εκεί κλειστό λόγω ημέρας, τα χρώματα ίδια. Να και η απλώστρα μας. Είχαμε περάσει εκεί τρία χρόνια ξεχωριστά με πόνους και με καρδιοχτύπια ατέλειωτα. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, τσάμπα συναισθήματα πεταμένα στα δοκάρια, στα κάγκελα και στους άπλυτους δρόμους. Δεν έσκυψα να τα μαζέψω. Έφυγα χαμογελώντας έχοντας εκείνη στα μάτια μου κι αποχαιρέτησα όλ' αυτά που κάποτε θεωρούσαμε σπουδαία και πολύ σοβαρά.
Σ΄ευχαριστώ κυρία Δάφνη.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Η καντίνα στο λιμάνι.

Ήταν μια σκέψη ξαφνική.
-Τι κάνουμε εφέτος;
-Α, το βρήκα, πετάχτηκε ο Α. Να νοικιάσουμε την καντίνα στο λιμάνι.
-Ε, και; ρώτησε η αδερφή μου. Τι θα καταφέρουμε;
-Βρε, θα βγάλουμε λεφτά.
-Πώς; Με το καράβι που 'ρχεται κάθε δυο μέρες;
-Ε, ας τη νοικιάσουμε και βλέπουμε...
Και τη νοίκιασαν. Και τίποτα δε βλέπαμε.
Ώσπου μια μέρα ήρθε μια άλλη ξαφνική ιδέα.
-Το βρήκα! Θα την ανοίγουμε το βράδυ και θα φτιάχνουμε μεζεδάκια.
-Επιτρέπεται;
-Γιατί να μην επιτρέπεται; Καλά θα περνάμε.
Και τό 'καναν.Τα μεζεδάκια ήταν τα εξής: Κάτι τυροπιτάκια, έμαθα ν' ανοίγω φύλλο...Μωρέ μάθε τέχνη κι άστηνε...
Κάτι τυροσαλάτες, κάτι μελιτζανοσαλάτες της μάνας μου, α, και κάτι πατάτες τηγανίζαμε, μου φαίνεται. Και τι άλλο;
Α, θα ψήνουμε και χταποδάκι, θα τηγανίζουμε και καλαμάρια.
Και άρχισαν τα κεφάλαια... Τα χταποδάκια τα ψάρευε ο Α. στην άκρη του λιμανιού. Και τα 'ψηνε. Κανένα πρόβλημα. Όχι, υπήρχε ένα βασικό. Δεν τα δοκίμαζε κανείς μας. Τα σιχαινόμασταν. Τι κάνουμε;
- Α, το βρήκα! Θα τα δοκιμάζουν οι περαστικοί και θα μας λένε αν ψήθηκαν.
Έρχονταν ο άλλος ραντεβού ρομαντικό κι εμείς από δίπλα με το μισοψημένο χταποδάκι.
- Για φάτε να μας πείτε, καλό είναι;
Και μετά άρχισε το μαρτύριο των καλαμαρακίων. Έβαζα να τηγανίσω κανένα, έπαιζα το ρόλο του βοηθού, και ξαφνικά το καλαμάρι πέταγε κι εξαφανίζονταν στον καπνοδόχο. Βλέπετε οι πλακατζήδες του Ευδήλου, ο Δ. ήταν μάνα σ' αυτά, ανέβαιναν τα σκαλιά στο πίσω μέρος της καντίνας κι από κει με μια πετονιά "ψάρευαν" τα μισοτηγανισμένα καλαμαράκια, τα βουτούσαν κι έφευγαν σκασμένοι στα γέλια...
Πάντως η δουλειά καλά πήγαινε. Τραπέζια δεν είχαμε και καρέκλες αλλά κανένα πρόβλημα, ως συνήθως. Έπαιρναν τα γκουρμέ πιάτα και κάθονταν στα παγκάκια του λιμανιού....
Ε, βέβαια, είχαμε και μουσικές βραδιές. Έρχονταν τροβαδούροι, τις πρωινές ώρες, έπαιζαν τις κιθαρούλες τους παρέα και τραγουδούσαν κάτι επιτυχίες του Μπιθικώτση, του Καζαντζίδη κλπ. Κι εδώ ο Δ. είχε την τιμητική του. Τραγουδούσε με μια μοναδική φωνή, που σε μάγευε. Μικρή εγώ, τότε, του έλεγα:
- Μια μέρα θα γίνεις ένας σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής και θα σε καμαρώνουμε....
Έρχονταν και κάτι μεθυσμένοι ντίρλα και μας έλεγαν τον καημό τους.
Ο Λαζαρέτος, ο κακόμοιρος, που είχε αναλάβει να σκάβει τους τάφους, μας διηγόταν στιγμές από την περασμένη του ζωή στην Αθήνα, τη δοξασμένη, ήταν φροντιστής σε θέατρο, και κάθονταν μαζί μας ως αργά. Άμα πέθαινε κανείς στο χωριό το ξέραμε πριν απ' όλους.
-Α, ναι το ξέρω, έλεγα στη μάνα μου, ήρθε ο Λαζαρέτος το βράδυ κι ήπιε για να πάρει κουράγιο.
-Δεν το θέλω έλεγε, μα τι να κάμω...Κάποιος πρέπει να κάνει και τη βρωμοδουλειά. Έρχονταν και τα ζευγαράκια μαζί ή μετά το καυγαδάκι χώρια για παρέα και παρηγοριά. 
Κάτι ψιλά έμειναν στο τέλος. Κανείς μας δεν ήταν για έμπορος, πόσο μάλλον για ταβερνιάρης.
Μα έμειναν όμορφες αναμνήσεις, αξέχαστες. Και κάθε φορά που πάω στο λιμάνι γυρνώ πίσω.
Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Ο Δ. είναι ψυκτικός, οικογενειάρχης. Δεν έβγαλε δίσκο. Τι κρίμα.
Ο Α. έγινε παπάς, λέμε ένα "γεια" πότε πότε, μου βάφτισε και το παιδί που χει τ' όνομα της αδερφής μου. Ο Λαζαρέτος έφυγε. Δεν έμαθα ποιος έκανε τη βρωμοδουλειά.
Κι η αδερφή μου, κάπου θα 'ναι και θα γελά με την τελευταία ανάρτηση.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ο γκρεμός


Ναι, τα Τηρίματα είναι ένας γκρεμός στη Νικαριά, ο πιο όμορφος που υπάρχει.
Στην άκρη του έχει ένα πλάτωμα δυο μέτρων περίπου όπου μπορείς να ξαπλώσεις και να τηρείς τα όσα βρίσκονται από κάτω.
Αν στρέψεις το κεφάλι σου δεξιά βλέπεις ένα υπέροχο φαράγγι στο οποίο ενώνονται δυο χείμαρροι, τα Διπλόρυακα όπως το λένε. Το χειμώνα έχει μανιτάρια και κούμαρα. Ακούς το νερό να ξεχύνεται από τα βράχια και να σιγομουρμουρίζει αν έχει καιρό να βρέξει και να βρυχάται μετά από μια δυνατή βροχή. Γεμάτο με κατσίκια ρασκά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές άφοβα, ανέμελα, περήφανα.
Αν στρέψεις το κεφάλι σου δεξιά βλέπεις τη θάλασσα άλλοτε μπλε σκούρα, άλλοτε χλωμή με ομίχλη κι άλλοτε με στεριά στο βάθος. Τη στεριά της Ιωνίας ή της Χίου.
Α, ναι είναι ένας υπέροχος γκρεμός. Ο πιο όμορφος που υπάρχει. Τη νύχτα δε βλέπεις τίποτα από κάτω σου. Ξαπλώνεις μόνο κι ακούς τα τριζόνια και τα βελάσματα βλέποντας όλα τα αστέρια του ουρανού και κάνοντας όλες εκείνες τις απραγματοποίητες ευχές καθώς κάποια από αυτά σε καληνυχτίζουν κάνοντας τις πιο απίθανες φιγούρες πριν χαθούν για πάντα.
Εκεί πήγαινα παιδί με τ' αδέρφια μου, εκεί έφηβη με το αγόρι που πολύ αγαπούσα τότε, εκεί με τους πιο καλούς μου φίλους , εκεί με τα παιδιά μου, εκεί σήμερα με τους φιλοξενούμενους που ξεναγώ στο νησί και που προς μεγάλη μου έκπληξη ούτε τα ύψη αγαπούν ούτε και με την ομορφιά του τόπου γοητεύονται ιδιαίτερα.
Ας είναι. Βαφτίστηκα έτσι. Ούτως ή άλλως τα σίγουρα δε μ' άρεσαν ποτέ. Στην άκρη ενός γκρεμού λοιπόν προσέχοντας κάθε μέρα το επόμενο βήμα κι αγναντεύοντας την ομορφιά και το χείλος ταυτόχρονα.



Τα Τηρίματα, ο τόπος που αγναντεύαμε τη ζωή.... καθώς ο άνεμος μας τσαλάκωνε το πρόσωπο κι έπλαθε τα λόγια όπως εκείνος ήθελε.
 Αχ, και τώρα μια σελίδα που ούτε να την πιάσεις δε μπορείς, ούτε να μυρίσεις το χαρτί, ούτε και να το τσαλακώσεις όταν σε πονά ό,τι γράφει.
Μένει για πάντα, λένε ό,τι γράφεις εδώ. Μα πού μένει; Θαρρώ  για πολύ λίγο έστω στις ψυχές των αναγνωστών που ελπίζω να ναι δυο τρεις καλοί φίλοι που τους πήρε κι αυτούς ο άνεμος και τους σκόρπισε εδώ κι εκεί. Κι επιστολές δεν είναι στη μόδα πια. Και τα τηλέφωνα κοστίζουν. Και κυρίως δεν προλαβαίνεις να πεις τα ουσιώδη. Όσα σε καίνε. Κι ο φόβος καραδοκεί. Ότι μέρα με τη μέρα γινόμαστε όλο και πιο ξένοι...
Κι οι γιορτές και τα καλοκαίρια, δε φτάνουν πια για να γνωριστούμε από την αρχή. Γιατί πώς να το κάνουμε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι. Μπήκαν πολλά, χαρούμενα, ματωμένα, της κάθε μέρας που πια δεν τα μοιράζεσαι παρά με γνωστούς που 'χεις μπολικο χρόνο να τους μιλήσεις μα καθόλου διάθεση.
Καλή αντάμωση λοιπόν. Στη σελιδούλα τούτη. Έστω.