Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Συριανή γλυκιά

Στο πλοίο από Ικαρία...

Σύρια ή Σύρα ή Συριανή ή εκείνη που βγήκε στο σεργιάνι, δεν έχει τόση σημασία, παιδί και λίγο κοπέλα, με υπέροχα μάτια και δυνατό γέλιο. Η μάνα της φορά μαντήλι στα μαλλιά, μου θυμίζει μια φωτογραφία ασπρόμαυρη της γιαγιάς μου στα νιάτα της. Θα φορούσε το μαντήλι, σκέφτομαι, ακόμη και στο ταξίδι για το Τσεσμέ και το Χαλέπι, τότε που έσερνε τα τρία της παιδιά μαζί. Θα γελούσε κι η μάνα μου, σκέφτομαι, θα γελούσε, γιατί ήτανε παιδί και δεν μπορούσε να νιώσει τον κίνδυνο. Άσε που δεν άκουσα να πνίγηκαν τότε παιδιά στη θάλασσα, ούτε άκουσα να έγινε κάποια διαδήλωση με το σύνθημα: «Η Συρία θα μείνει συριακή»...  Ήτανε μια περιπέτεια για κείνα. Θα γελούσε η μάνα μου και θα κοίταζε με περιέργεια τα τοπία του κόσμου της Ανατολής. Θα την κοιτούσαν κι οι ντόπιοι με περιέργεια. Θα τους έκανε εντύπωση το χτένισμά της, θα τους έκανε εντύπωση το ρούχο της, τ’ αλλιώτικα λόγια που έλεγε.

-Εσένα τι σου έκανε πιο πολύ εντύπωση; τη ρώτησα κάποτε τη μάνα μου.
-Πολλά, μα θυμάμαι έντονα μια Τουρκάλα που φούρνισε για μας και μας κέρασε ψωμί που το ‘κοβε με το χέρι.
Στη μικρή έκανε σίγουρα εντύπωση η Σύρος. Η Ερμούπολη, η πόλη των προσφύγων. Δεν ξέρει τα ονόματα, μήτε την ιστορία. Κοιτάζει τα όμορφα σπίτια με ορθάνοιχτα μάτια και μετά σηκώνει ψηλά το κεφαλάκι, ανοίγει το στόμα και ρουφά λίγες σταγόνες απ’ τον ουρανό που δακρύζει.

Εμένα εντύπωση μου έκανε ένας συνεπιβάτης που θύμωσε με το παιδικό γέλιο και αναρωτήθηκε στ’ αλήθεια, γιατί μπαίνουνε στις βάρκες και δεν κάθονται στα σπίτια τους όμορφα και καλά. Να ησυχάσουμε κι εμείς να ησυχάσουνε κι αυτοί.
Υπήρχε συνωστισμός, βλέπεις.




Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 30-09-2015

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Κερατούκλης



 
-Τι αγαπημένο ζευγάρι που είστε... Μαλώσατε ποτέ; τη ρωτάει η νύφη της.
-Βρε κάθε μέρα μαλώνουμε, μα είναι για λίγο. Μια φορά μόνο ηκράτησε παραπάνω. Εεεε... δηλαδή, όχι και για πολύ, μη βάλλεις με το νου σου πράματα... Απλά... Πώς να σου το πω τώρα.... Ήτονε λιγάκι ζόρι να μονοιάσουμε τότες, γιατί ηκόντευε «να του ΄ρτει κόλπος» και εν ησυνεννοούντανε εύκολα.
 -Τι πάθατε, καλέ;
-Βρε τίποτα. Είχα μια χειμεράδα που εν είχε προκόψει κι ένα απόγεμα ησκέφτηκα πως ο Σπύρος -τονε ξέρεις, εδωνά πιο πάνω μένει, μα τότε ήτονε πιο νέος κι είχε χηρέψει πρόσφατα- είχε έναν τράγο κερατούκλη που μου ‘ρεσε. Και παίρω τη χειμεράδα, πάω στο στάβλο και φωνάζω του Σπύρου να βοηθήσει, μπας και βάλουμε τον τράγον του να προκόψει την κατσίκα μου. Και λύνει ο Σπύρος το τραγάκι κι αυτό ορμά στην κατσίκα, μα εκείνη ητρόμαξε κι ήρχισε να τρέχει. Ησηκώνουνταν μια σκόνη σύννεφο! Κι ητρέχαμε κι εμείς γύρω γύρω στην αυλή του στάβλου που ‘χε έναν ψηλό τοίχο για περίβολο κι ηφαίνουνταν μονάχα τα κεφάλια μας απ’ όξω. Έχει σημασία η λεπτομέρεια τούτη... Μπροστά εγώ κι οπίσω ο Σπύρος. Ηφώναζε ο καημένος:
-Κάτσε, μωρή... Πού πας; Α σ’ αρέσει...
Κι εγώ είχα νευριάσει με την κατσίκα μου κι ήπιασα τα βρισίδια:
-Άμε στ’ ανάθεμα, άπου να ‘σαι πάρει ο δαίμονας και τέθοια...
Σώνει και πιάνει την κατσίκα ο Σπύρος και πολεμάει με χάδια να την ηρεμήσει.
-Έτσι.. έτσι... μπράβο, μπράβο η χαδούσα μου... και τα λοιπά και τα λοιπά.
Και σώνουνε τα ζώα να βάλουνε μπρος τη δουλειά κι εμείς ηκάτσαμε ανακούρκουδα με την πλάτη στον τοίχο κι ηλέαμε:
-Ουφ, επιτέλους, δόξα σοι να ‘χει ο Κύριος... Επιτέλους! Ησώσαμε και τα καταφέραμε! Κι ηπαίραμε βαθιές ανάσες για να συνέλθουμε αφ’ το τρεχαλητό.
Κι εκεδά που ηλέαμε πως ητέλεψε το βάσανο, ακούμε μισοσβησμένη τη φωνή του άντρα μου απ’ όξω αφ’ τον τοίχο:
-Ίντα κάμνετε, μωρέ; Ίντα κάμνετε; Εν εντρέπεστε λιγάκι;
Κι ύστερα ηκούσαμε ένα γδούπο κι ήβγαμε όξω και τον ήβραμε ξεραμένο απά στο χώμα.
Εεε... ήτανε κομματάκι δύσκολα μετά τα πράματα, παιδί μου, καταλαβαίνεις ίντα ‘παθε ο άθρωπος...


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 29-05-15


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Τότε που χόρευε


Τότε δεν είχαμε χρήματα για να πληρώνουμε ορχήστρα και για το πρωινό μέρος του πανηγυριού.
Τότε ήμασταν κεφάτοι κι αγαπημένοι.
Δεν είχαμε τουρίστες.
Ο πλάτανος ήταν νεαρούλης κι είχε πλούσιο φύλλωμα.
Το πανηγύρι είχε συγκεκριμένο σκοπό. Τη διάνοιξη του δρόμου.
Τότε όλοι ανέβαιναν με τα πόδια ως το χωριό.
Τότε βγάζαμε φωτογραφίες, χωρίς να ξέρουμε τι τραβάμε ακριβώς.
Χρόνια μετά έρχονται τυπωμένες σε χαρτί.
Από χέρι σε χέρι.
Τότε οι γέροι στο νησί δεν ήταν θέμα ιατρικών μελετών διεθνούς ενδιαφέροντος.
Τότε που εκείνος ήταν νέος ακόμη και χόρευε.


Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Δε με θέλει η αγάπη μου

 Ήταν ένα παράξενο ζευγάρι. Άτεκνο κι έτσι είχαν δώσει όλη την αγάπη τους ο ένας στον άλλο. Γιατί μοιράζεται η αγάπη, ψέματα λέει όποιος υποστηρίζει τ' αντίθετο. Κείνος ήτανε ένας φυσιολογικός άντρας, με τις δουλειές του και τη λογική του. Κείνη ήτανε κάπως αλλιώτικη. Έκανε σα μικρό παιδί και τον ταλαιπωρούσε. Σαν τα τρίχρονα που ταλαιπωρούν τους μπαμπάδες, σαν δεν τους κάνουν όλα τα χατίρια.
Τον αγάπαγε με τον δικό της τρόπο, μα δεν του το 'λεγε. Την αγαπάγε πιότερο και της το 'δειχνε κάθε μέρα. Τη βοηθούσε στις δουλειές, που δεν έκανε ποτέ μόνη της, γιατί της άρεσε πολύ να χουχουλιάζει. Της μαγείρευε και της καθάριζε, όσο μπορούσε ο καημένος. Γιατί είχε και το μεροκάματο. Και το σπίτι ήτανε αραχνιασμένο σχεδόν όλο το χρόνο κι επισκέπτης δεν πάταγε το πόδι του. Κι όσο δεν ερχότανε άνθρωπος, τόσο εκείνη έπαιρνε τη ρύμη και κατηφόριζε να βρει κάποιον για κουβέντα. Ααα, οι δουλειές δεν της άρεσαν, μα δίχως κουβέντα δεν μπορούσε να κάμει.
Ύστερα γέρασαν. Κι όσο γερνούσαν τόσο εκείνος την αγαπάγε πιότερο και τόσο εκείνη του έκανε νάζια. Κι ούτε πια μια δουλειά δεν έκαμνε, έτσι για το μάτι. Τίποτα. Κείνος αδυνατούσε μέρα με τη μέρα και κείνη έφευγε να βρει κουβέντα απ' το πρωί. Είδανε κι απόδανε, ήτανε δύσκολα πολύ τα πράματα, πήγανε στο γηροκομείο, να έχουνε ένα πιάτο με φαγητό τουλάχιστον, γιατί εκείνος δύναμη πια δεν είχε να μαγειρεύει και της το 'λεε, μα δεν τον άκουε. Το γηροκομείο της άρεσε στην αρχή, γιατί είχε κουβεντολόι εκεί. Μα τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Νέο κανένα.
Και τον πήρε από το χέρι και του 'πε πως θέλει να γυρίσει σπίτι. Δεν της χάλασε χατίρι. Μόνο που πήγανε στο δικό του σπίτι, όχι σ' αυτό που έζησαν όλα τα χρόνια, γιατί το χωριό το δικό της είχε σχεδόν ερημώσει πια. Μικρό σπιτάκι είχε, μα σε χωριό μεγάλο. Βρήκε εκείνη τους συγχωριανούς τους άντρα της και της άρεσε. Κάθε μέρα κι ένα νέο. Κι ήτανε χαρούμενη στην αρχή, μα το βλέμμα από το χρόνο που περνούσε όλο θόλωνε και θόλωνε. Ήξερε πόσο την αγάπαγε κι ήθελε ο αρρωστημένος νους να του κάμει τα τελευταία του καπρίτσια.
Κι ένα απόγευμα του λέει να φύγει.
-Πού να πάω;
-Όπου θες... Μόνο να φύγεις. Δε σε θέλω πια.
Και δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι κι έφυγε. Πήρε ταξί και πήγε στο δικό της το χωριό, στο σπίτι όπου έζησαν όλα τους τα χρόνια. Κι ήτανε μεσάνυχτα όταν έφτασε. Δεν μπορούσε ν' ανοίξει την πόρτα. Δεν άντεχε. Και πήγε στην ταράτσα του παλιού σχολείου και κοιμήθηκε στο τσιμέντο της. Κι ύστερα τον μάζεψαν κουρέλι. Πέθαναν σύντομα κι οι δυο. Χώρια.

Πήρα το ίδιο ταξί έν' απόγευμα Σαββάτου. Κι όταν είπα από πού είμαι, μου  είπε ο ταξιτζής πως κάποτε, χρόνια πριν, πήρε ένα γέρο για το ίδιο χωριό μεσάνυχτα κι όλο μυξόκλαιγε σα μικρό παιδί και μονολογούσε:
-Δε με θέλει η αγάπη μου, δε με θέλει η αγάπη μου...
Κι ύστερα μου 'πε ο ταξιτζής πως στεναχωρέθηκε, βέβαια, μα απ' την άλλη πήρε θάρρος που υπάρχουνε σ' αυτό τον κόσμο ογδοντάχρονοι που αντέχουν ν' αγαπούν με τόση δύναμη.
Κι εγώ κουβέντα δεν είπα.
Πάω μόνο στο σπίτι τους πού και πού και τραβώ φωτογραφίες. Αραχνιασμένο πάντα.




Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τα 'πιτάφια



Ειν' η πιο καλή μας μέρα. Πιο καλή κι από τη μέρα του πανηγυριού. Γιατί είναι και δική μας ετούτη. Θέλω να πω, δεν έρχονται ξένοι κι αν έρχεται κανένας πού και πού θα 'ναι κάνας αγαπητικός μας ή κάνας συγγενής παρά χωριού, αλλιώς αποκλείεται να σκεφτεί άλλος άνθρωπος πως στη μία το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής εμείς βγάζουμε τα 'πιτάφια. Κι είναι χαρούμενη μέρα. Καμιά σχέση με ενταφιασμό και θρήνο. Γεμίζουν από το πρωί οι έρημες αυλές από περπατησιές ανθρώπων που γνωρίζουν σε ποιες γωνιές τους βρίσκονται ακόμη οι πασχαλιές, οι τριανταφυλλιές και τα κρίνα και παραμερίζουν τ΄αγριόχορτα και τους θάμνους που τα σκεπάζουν όλο το χρόνο, τα κόβουν και τα κουβαλούν στην πλατεία. Γεμίζουν τα πεζούλια από φωνές μικρών παιδιών που κατακόβουν τις μαργαρίτες τις κίτρινες, τις ανθισμένες πικροδάφνες και τις μυρτιές. Γεμίζει ο τόπος με γέλια και πειράγματα. Ποιος θα κάμει τα καλύτερα μπουκέτα, ποιος θα τα δέσει με μεράκι απάνω στο ξύλο, ποιος θα καταφέρει να κάμει το σταυρό.
Πήγατε στο κηπάκι; Ήβγανε οι αγιοκαράφτες; Μπράβο! Για δε πώς μυρίζουνε... Πού 'σουνα τόση ώρα; Κοντεύουμε το στολισμό. Ημεροκοιμήθηκες πάλι; Α, ήφερες αγγελικούλες; Άντε και του χρόνου!
Κι ύστερα -με γέλια πάλι- μοιραζόμαστε σε ομαδούλες και ψάλλουμε το "ω γλυκύ μου έαρ...". Και πάλι γελάμε, γιατί οι πιότεροι δεν έχουμε ιδέα από ψαλτική και κάνουμε τερατώδεις παραφωνίες. Κι ύστερα σκύβουμε ένας ένας και περνάμε με χαχανητά κάτω από τον μοσχομυριστό Επιτάφιο. Και γίνεται το μωβ το χρώμα της χαράς και τ' ανταμώματος.
Κι ο Θάνατος κάνει να μας μαλώσει που δεν τον σεβόμαστε και δε θρηνούμε τόσα που μας πήρε, μα πάλι συνέρχεται και κάθεται στο στασίδι ήσυχος ήσυχος ανάμεσά μας και κρυφογελά με μας τους λίγους κι αλαφροίσκιωτους που κάμαμε τη μέρα του κουβεντολόι και γιορτή. Ξεχνιέται, κερνιέται ένα κερί και κάνει το σταυρό του... "Ω της παραφροσύνης..."



Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Η στολισμένη καϊσιά


Δεν είχαμε πάντα τουρίστες. Δεν μας ήξεραν παλιά. Θυμάμαι -θα ‘μουνα εφτά ή οχτώ- έναν Αύγουστο που ήρθαν στο χωριό δυο Ιταλοί. Τσακώθηκαν οι γυναίκες του χωριού για το ποια θα τους πρωτοπάρει στο σπίτι, για να τους φιλέψει κάτι. Ήρθαν σε μας τελικά, καθώς η αυλή ήταν πάνω στο δρόμο κι ήταν πιο εύκολο να τους βουτήξουμε απ’ το μανίκι. Κι αφού κεράσαμε βύσσινο γλυκό κι ανταλλάξαμε χαμόγελα και νοήματα, έφυγαν. Κι ύστερα σταυροκοπιόμασταν για καμιά δεκαριά μέρες στην πλατεία:
-Βρε, πού μας ηύραν;
-Από την Ιταλία; Τς τς τς... Κι ήρθανε μέχρι εδώ; Έλα, Παναγία μου!
-Μπας κι έχουνε κάναν ξάδερφο; Όχι; Και πώς, βρε παιδί μου;

Ύστερα μας έμαθαν. Κουτσά στραβά, δηλαδή. Κάτι είπε η τηλεόραση, κάτι έγραψαν οι εφημερίδες, κάτι αναρτήσεις και ένα δυο αφιερώματα στα περιοδικά... Ήταν αρκετά. Μάθαμε κι εμείς για τη σπανιότητα του χαρακτήρα μας κι ότι οι άνθρωποι, λέει, συνήθως πεθαίνουν πιο νωρίς απ’ ότι εμείς. «Το σίγουρο, βέβαια, είναι ότι πεθαίνουν», μου ‘πε κάποτε ένας παππούς... Άσχετο.  Μάθαμε πως τα μπάζα από το τούνελ στο Μαγγανίτη, είχανε δημιουργήσει μια μικρή παραλία που κάποιος την ονόμασε «Σεϋχέλλες» και τους άρεσε πολύ. Μάθαμε πως βαριόμαστε να δουλέψουμε και κοιμόμαστε ως αργά και γλεντάμε, λέει, όλο το χρόνο στα πανηγύρια.
-Έλα, Παναγία μου! Βρε, λες; Και για το σκάψιμο και το βόσκημα ε θα γράψει κανένας;
Κι ύστερα ήρθε εκείνη η παράξενη αίσθηση που δεν ξέρεις ποιος είσαι ακριβώς αλλά κάθεσαι και ψάχνεις στο βλέμμα του άλλου κι ανάλογα με το πώς σε βλέπει, φτιάχνεις μια εικόνα κάπως σχετική και κάπως αλλιώτικη απ’αυτή που ‘ξερες. Όλα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Τουρίστας στον τόπο σου. Και στον εαυτό σου.
-Βρε, λες;

Κι είχε η θεια μου μια καϊσιά στην αυλή. Και το τραπέζι ήτανε μικρό και το ‘πιανε ο αέρας. Κρέμαγε πάνω στον ένα κλώνο το ποτιστήρι για τα λουλούδια, στον άλλο το καλάθι, στα κλαράκια έδενε τους σπάγγους για τ’ αλεντράδιασμα της ντομάτας και κάποιες κορδέλες από μπουμπουνιέρες που χρησίμευαν συχνά για να δένει τα τσουβάλια ή τα ματσάκια από τα βότανα που μάζευε. Είχε και το μαντίλι που ‘παιρνε στον κήπο και δεν ήθελε να το ψάχνει κάθε πρωί, είχε και το καπέλο του άντρα της, είχε και δυο τρία μπουκέτα με ξεραμένα μάραθα που τα ‘θελε για σπόρο, είχε κρεμασμένη και μια μικρή πλεξούδα με κρεμμύδια, για να μην πηγαιονοέρχεται στο κατώι.
Πάω τις γιορτές και ψάχνω για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-Καλέ θεια, δε στολίσατε φέτος;
-Όχι, εμείς στολίζουμε ούλο το χρόνο, μου λέει με καμάρι.
-Ε;;

Με βγάζει στην αυλή και μου δείχνει την καϊσιά.
-Εγώ εν το ΄ξερα, μου λέει. Μα ήρθανε προχτές και τους ήκαμε εντύπωση. Να δεις φωτογραφίες και κακό... «Πολύ πρωτότυπος στολισμός!» μου λέανε. «Πώς το σκεφτήκατε; Είναι θαυμάσιο! Αυτός ο τρόπος στολισμού χριστουγεννιάτικου δέντρου δεν είναι γνωστός στο πανελλήνιο! Είστε καταπληκτικοί εσείς οι Ικαριώτες!»
Τουλάχιστον γελάγαμε κι οι δυο. Ελπίζω να γελάσουν κι οι φωτογράφοι, αν μας διαβάζουν. Δεν διαφέρουμε και τόσο... Απλοί άνθρωποι είμαστε.





Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Λιτέρα και δεντρολιβανιές

  -Είχανε, παιδί μου, στη μέση της εκκλησάς του κοιμητηρίου τη λιτέρα ούλο το χρόνο...
Κι ήτονε η λιτέρα ασήκωτη, ήτονε από ξύλο βαρύ, δίχως καπάκι. Άμα ηπέθαινε κανένας, ηφώναζαν τα παλικάρια του χωριού –το ‘χανε αυτά για τιμή μεγάλη- κι ήτρεχαν, ηπηαίνανε στην εκκλησά, ηπαίραν τη λιτέρα και την ηκουβαλούσανε χιλιόμετρα, ήμπαινε κι ο νεκρός απάνω κι ηγινότανε πιο βαριά ακόμη. Μα τότες ήτονε άλλοι άθρωποι, τό ‘χανε για τιμή, που σου ΄λεγα... Κι ούτ’ ένας δεν ήλεε «αχ»...
Ο νεκρός στο σπίτι του ηκειτότανε σ’ ένα κρεβάτι που ‘τονε ξέστρωτο, μοναχά με τα σανίδια. Κι εμείς, τα μικρά, ησκορπούσαμε στις πλαγιές κι ημαζεύαμε δεντρολίβανο, να το βάλουμε στη σένια του νεκρού, που τη γεμίζανε με δαύτο και την εκάμνανε δικόν του μαξιλάρι, τονε κρατούσε φρέσκο, αμύριστο αφ’ το θανατικό. Ήτονε το προσκέφαλόν του.  Είχε αθρώπους τότες, πολλούς και με ψυχή... Άμα ηπήαινες σε κηδεία -κι ηπηαίνανε ούλοι- ήπρεπε να φιλήσεις το νεκρό, που ημοσχομύριζε δεντρολιβανιές, είτε μεγάλος ήσουνα είτε παιδάκι και να πας μέχρι τον τάφο, όχι όπως τώρα... Εκτός πια κι αν ήτονε κανείς τόσο γέρος που εν ημπορούσε να περπατήσει κι είχε το συχώριο...  Μπροστά ηπήαινε ο παπάς, πίσω αυτοί που ησηκώναν το νεκρό και πιο πίσω οι άθρωποι του χωριού που ηστοιβαζόντανε για να δούνε την ταφή.  Όλοι γύρω αφ’ το χτίσμα...
-Χτίζανε;
-Ε, άμε, έτσι τους ηκάνανε τους τάφους... Μα εν ηπρόκαμα να σου πω για τον χασέ...
-Το χασέ;
-Ούλα τα μπαούλα των νοικοκυράδων είχανε μέσα τέτοιο πανί, για όποτε χρειαστεί. Ήλιωνε γρήγορα κι ήτονε άσπρο. Είχανε και μια λουρίδα ύφασμα αφ’ το ίδιο. Ησαβανώνανε το νεκρό με το χασέ και του δένανε το κεφάλι με τη λουρίδα για να μη μείνει ο στόμας του ανοιχτός.
-Οι συγγενείς του το κάνανε;
-Αυτοί που ησαβανώνανε. Μα άμα εν ηβρίκουνταν εκεί την κακιάν ώρα, το κάμνανε κι οι συγγενείς του. Η πρώτη τους δουλειά, μόλις ηξεψυχούσε, ήτονε να του κλείσουν τα μάθκια, να τα κρατήσουνε λίγο για να μείνουνε σφαλιστά κι έπειτα να του δέσουν το κεφάλι με τη λουρίδα αφ’ το χασέ. Τέλειωνε, τέλειωνε γρήγορα... Μα άμα ήτονε εκεί αυτοί που ησαβανώνανε, τα αναλάμβαναν ούλα δαύτοι. Κάθε χωριό είχε κι από έναν τουλάχιστον. Όχι επαγγελματικά. Τότες εν είχε πληρωμές, ούτε που ησαβανώνανε, ούτε για τους τάφους... Όλα ηγινόντανε έτσι, προσφορά...
Κι ηκάμνανε ένα σταυρό πρόχειρο με ό,τι ξύλο ηβρισκότανε πρόχειρο κι ηνάβανε σαράντα μέρες το καντηλάκι. Αυτοδά ήτονε...
Και στην εκταφή, ήτονε καθαρά τα πράματα, ο χασές ήκανε τα κόκκαλα να ‘ναι άσπρα κι ολογυάλιστα. Ήτονε μπαμπάκι ο χασές, εν ήτονε πλαστικό... Εν είχαμε περιπέτειες ποτές. Ήπαιρνε ο σαβανωτής -που ηγινότανε κι εκταφέας- το κρανίο, το κουβαλούσε ίσαμε την εκκλησά του χωριού...
-Το κρανίο;
-Κι απέκειο; Δικός μας άθρωπος ήτονε!  Αντάμα με δαύτο ηκάμναμε το μνημόσυνο. Στη μέση της εκκλησάς το βάζαμε! Να φαίνεται! Κι ήτονε ούλο το χωριό. Ύστερις ηπήαινε ο καθείς εις την θέσην του.
Αυταδά ξέρω...



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 21-1-2015

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Το σπίτι του "Πατινιώτη"

  Στο κέντρο του νησιού, μόνο του, αργοπεθαίνει ήρεμα παραδίνοντας στον αχόρταγο χρόνο ένα ένα τα μέλη του. Όλα πανέμορφα, τα τούβλα του φούρνου, το τζάκι, τα ξύλινα παντζούρια, τα πεσμένα κεραμίδια, το πατητήρι, οι κολώνες του περιπάτου, τ' αψιδωτά παράθυρα. Ιδιόμορφο με διαφορετική στέγη για κάθε χώρο, μαρτυρά ακόμη την αυτάρκεια που χάριζε κάποτε στον ιδιοκτήτη του. Δωμάτιο για ύπνο, κουζίνα, αποθήκη, σταύλος, ευρύχωρη αυλή, αμπέλι, αμυγδαλιές, όλα δίπλα, σφιχταγκαλιασμένα. Ευάερο και ευήλιο με πανέμορφη θέα και νερό από την πηγή. Το 'χτισε στις αρχές του 1900 ο Σιταράς, καταγόμενος από την Πάτμο, εξ ου και το παρατσούγκλι "Πατινιώτης". Κεφάτος, άνθρωπος της πιάτσας και του γλεντιού, απέκτησε με τα χρόνια και δεύτερο παρατσούγκλι: "Νταλαβέρας", καθώς κάθε φορά που έπινε λίγο κρασάκι γελούσε λέγοντας συνεχώς: "Ε ρε, νταλαβέρια, ε ρε νταλαβέρια!!!"
Η γυναίκα του ήταν Αττισή από την Ακαμάτρα, έκαμαν τέσσερα παιδιά, δυο κόρες και δυο γιους. Οι κόρες παντρεύτηκαν στον Εύδηλο, ο ένας γιος έγινε ναυτικός κι ο άλλος έφυγε κάποια στιγμή για "έξω" και δεν ξανάρθε. Θυμούνται οι παλιοί πως πάντα στο σπίτι τούτο κάθονταν για να ξεκουραστούν από την πεζοπορία, καθώς το μονοπάτι που ενώνει τη Μεσαριά με τον Εύδηλο περνά ακριβώς δίπλα, κι ο Πατινιώτης με τη γυναίκα του τους φίλευαν και τους υποδέχονταν πάντα με χαμόγελο.
Κι εγώ όμορφα ένιωσα που το επισκέφτηκα. Είχε μυρωδιές από αλλοτινή ευτυχία. Από μεράκι, τέχνη και λίγο από καλοσύνη π' αντέχει, φαίνεται, ακόμη και στα ερείπια.


















Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Εαυτούληδες



Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...


Γιάννης Σκαρίμπας (από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ξου, ξου! Όλοι μέσα!


Ας μου πει κάποιος...Τι απέγιναν;
Οι αγανακτισμένοι της πλατείας Συντάγματος. Η λαχτάρα για την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας. Οι ενθουσιώδεις γνωστοί που έκλειναν τα διόδια κάθε τρεις και λίγο.
Κρύφτηκαν πίσω από σημαίες κομμάτων;  Ξύρισαν τα κεφάλια; Ή κρύφτηκαν στα σπίτια τους; Κλαίνε; Αυτοκτονούν; Μουντζώνουν πίσω από το τζάμι του παραθύρου τους;

Μου έρχεται στο νου μια ιστοριούλα ακόμη. Εμφύλιος. Στο νησί.
Αρέθουσα, Δρούτσουλας και Γέροντος έχουν εκκενωθεί. Πρέπει να τηρηθεί η τάξις. Στο γιαλό του Καραβοστάμου, που σφύζει ακόμη από ζωή, μετά τις πέντε η κυκλοφορία απαγορεύεται αυστηρά.

Ο Χρήστος, χωροφύλαξ από την Καλαμάτα, άλλο τρόπο δεν έχει να ειδοποιήσει τους κατοίκους πως είναι πέντε παρά και πρέπει να μαζευτούν μάνι μάνι. Οι κάτοικοι -γνωστό αυτό- ρολόι δεν έχουν. Ο μόνος τρόπος είναι η στεντόρεια φωνή του χωροφύλακα.
-Ξου ξου! Όλοι μέσα! Ξου ξου! Ξου ξου!
Στις γειτονιές, στα χωράφια, στην πλατεία.  Και Ιούλιο και Αύγουστο. Να σκάει ο τζίτζικας.

-Και μπαίνατε; ρωτάω.
-Κι άμε… Ίντα θα κάναμε; Αφού ηφώναζε ο χωροφύλακας: «Ξου ξου…» Σαν τις κότες στο κοτέτσι ηπηαίναμε... Κι εμείς, τα παιδιά, που λαχταρούσαμε να τρέξουμε στους δρόμους. Κι οι μεγάλοι που ‘χαν δουλειές ακάμωτες και θυμό... Θυμό να δεις!

-Βρε, μπαίνατε όλοι; ξαναρωτάω.
-Ημπαίναμε, λέμε. Ε, όχι κι όλοι… Να, η τάδε, ξέρεις ποια μωρέ, που ‘χανε σπάσει τα νεύρα της από διάφορα που της είχανε τύχει, εν ήμπαινε… Ήπαιρε τη σκούπα, ηπήαινε ξοπίσω απ’ το χωροφύλακα κι ηφώναζε πιο δυνατά: «Άμε στο διάολο, καράβλαχε, που ήρθες στον τόπο μας να μας πεις πότε α πάμε στα σπίτια μας…». Μα ευτυχώς, εν της ήδινε σημασία κι έτσι τη γλύτωσε φτηνά. Άλλος κανείς. Γανιασμένοι από το φόβο… Εκείνος ηνικούσε τότες, παιδάκι μου. Ο φόβος! Κι από το θυμό δυνατότερος!