Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Στην "Ελευθέρα Πολιτεία"



Έτσι ονόμασαν τον καφενέ. Στο κέντρο του Πειραιά. Τον άνοιξε μια κοπέλα από το νησί.
Κάποιος από την παρέα άκουσε για το νέο στέκι και του καρφώθηκε η ιδέα.
-Να πάμε, βρε παιδιά, να δούμε πώς είναι. Πλάκα θα 'χει.
Σάββατο μεσημέρι πήγαμε, γιατί κλείνει νωρίς. Δουλεύει κυρίως με τους ανθρώπους της αγοράς.
-Το βράδυ δεν έχει κίνηση, τις Κυριακές επίσης. Το κλείνουμε τότε και πάμε στα σπίτια μας,  μας λέει η συμπατριώτισσα που πρώτη φορά μας έβλεπε.
Χαρούμενη και με μάγουλα κατακόκκινα, λες και κάποιος την πήρε πριν λίγο από το χωριό και την τοποθέτησε για πλάκα σε κείνη τη σκοτεινή στοά της Γούναρη.
Πάνω στο ψυγείο υπάρχει μια τεράστια ανθοδέσμη με μαργαρίτες κίτρινες, σαν να 'ρθαν και κείνες από κάτω με το βαπόρι. Είχα αφήσει μια ίδια στο τραπέζι της κουζίνας πριν φύγω από το νησί.

 Όλοι οι άλλοι θα 'ταν από αλλού. Όχι μόνο από άλλο μέρος, θαρρείς κι από άλλο αιώνα.

 Ένας παππούς με τεράστιο μουστάκι, καλοσιδερωμένο πουκάμισο, βλέμμα μάγκα αριστοκράτη.

 Μια κυρία με διχτυωτό καλσόν, σκισμένο εμφανώς στο γόνατο, έντονη πράσινη σκιά στα μάτια και έτοιμη για ζαβολιές. Περασμένης ηλικίας πια, έμοιαζε να αποζητά τη χαμένη της πελατεία.
Κάθισε δίπλα στον κύριο, ο οποίος δεν έδειχνε να την κάνει και τόσο κέφι.

 Μια παρέα πενηντάρηδων που φαίνονταν ιδιαίτερα δεμένοι μεταξύ τους, γελούσαν ασταμάτητα, τσούγκριζαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο.  Ξαφνικά, κάτι θυμήθηκαν, ο ένας πήρε ένα μπουζούκι κι ο άλλος μια κιθάρα που κρέμονταν στον τοίχο. Άρχισαν τα ρεμπέτικα, Καζαντζίδη, Πάνου, απαγορευμένα.

 Ένας άλλος κύριος γύρω στα εβδομήντα, ιδιαίτερα αδύνατος και σίγουρα όχι καλοντυμένος, περνά σκυφτός απ' έξω. Δίχως "γεια", δίχως χαμόγελο, μπαίνει μέσα, στέκεται στο κέντρο του καφενέ και ρίχνει μια φοβερή ζεμπεκιά. Τον χειροκροτούμε όλοι.
 Πάλι δε χαμογελά, στέκει για λίγο μπροστά στην παρέα των πενηντάρηδων, πίνει μια γουλιά από το κρασί που τον κερνούν και φεύγει. 

 Η κυρία μερακλώνει, πάει στην παρέα, στέκεται δίπλα τους κι αρχίζει το φλερτ. Ο παππούς, που μέχρι εκείνη την ώρα δε γύρναγε ούτε να την κοιτάξει, ενοχλείται που τον άφησε.
"Παλούκα, μωρή..." της λέει καλώντας την στα πειραιώτικα να ξανακάτσει κοντά του.
Μάλιστα για να την κάνει να ζηλέψει, παίρνει ένα τριαντάφυλλο από έναν πλανόδιο που εμφανίζεται ξαφνικά στο μαγαζί και όλο καμάρι το προσφέρει στην ...ιδιοκτήτρια.
Η άλλη παλουκώνεται ξανά στο τραπέζι και του χαμογελά με νάζι.

Η Δώρα, που κάθεται δίπλα μου φορά το μαύρο γυαλί και παρατηρεί όσα παράξενα διαδραματίζονται.
-Πού βρισκόμαστε, ρε παιδιά; Ταινία γυρίζουνε;
Ο Θάνος έχει πάρει το κινητό και τραβά βίντεο. Ανώφελο. Δεν κλειδώνονται τέτοιες στιγμές στις οθονίτσες....


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Ησυχία...
















Και τότε περπατήσαμε μαζί για πρώτη φορά.
Είχε μια ησυχία παράξενη κείνο το καλοκαιρινό απόγευμα. Μόνο το ξερό χώμα ανέδυε μικρές, κοφτές ανάσες κάτω από το βάρος των βημάτων μας.
Το φως τρεμόπαιζε ανάμεσα στα φύλλα.
Ο κόσμος όλος γαλήνεψε απότομα. 
Χιλιάδες λέξεις κρύφτηκαν πίσω από τους κορμούς, για να μην τις έβρουν πια μήτε τα κόμματα, μήτε οι τελείες, μήτε τα ερωτηματικά. Αυτόνομες, ξέμπαρκες. Πού και πού έκαναν στ' αστεία πως χάιδευαν τα χείλη, μα έπειτα ξεγλιστρούσαν γελώντας.
Τα τζιτζίκια μας έβλεπαν παραξενεμένα. Δεν καταλάβαιναν τη σιωπή.





Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Τα δεκάξι Βαγγέλια




  Αρχίσαμε να ντυνόμαστε καμιά ώρα μετά το χτύπημα της καμπάνας. Μεγάλη Πέμπτη. Για ν’ ακούσουμε τα Δώδεκα Βαγγέλια.
  Έτσι κάναμε πάντα. Φροντίζαμε να πάμε στο όγδοο περίπου για να μη βαρεθούμε και πολύ. Ο Θεός να μας συγχωρέσει. Ε, και λίγη κουβεντούλα στο δρόμο και τα καλωσορίσματα στο προαύλιο, όσο να πεις, περνούσε η ώρα.
  Ύστερα ανάψαμε το κερί και πήραμε θέσεις. Οι γυναίκες πίσω, οι άντρες μπροστά, τα πιτσιρίκια πέρα δώθε. Και καλά ακούγαμε τα Ευαγγέλια, μα όλο και γυρνούσε ο νους μας στα πιο ευτελή, του τύπου «Πώς άσπρισε έτσι ο Γιώργης, μικρό παιδί…» ή «Πήρε κιλά η Κατερίνα φέτος…» και τα λοιπά  
  Σοβαροί όμως, κατά τ’ άλλα, και με περίσκεψη κι αφοσίωση…

  Βγαίνει ο παπάς κι αρχίζει το όγδοο, το ένατο, θα σας γελάσω, ένα από τα τελευταία πάντως, σίγουρα. Στα πρώτα λόγια μια ανησυχία άρχισε να διαφαίνεται στα μάτια των γιαγιάδων που κάθονταν παραπίσω. Κάτι μουρμουρητά, κάτι περίεργες κινήσεις, κάτι κοιτάγματα. Εμείς, οι ανίδεοι, στον κόσμο μας. Η παπαδιά παίρνει χαμπάρι, κοκκινίζει και σπάζοντας το πρωτόκολλο βάζει μια φωνή από το βάθος. Μια σταλιά η εκκλησία.
- Παπά, παπά…
Εκείνος απτόητος, δεν της ρίχνει ούτε ματιά.
-Παπά, το πες αυτό…
Σταματάει εκείνος την ανάγνωση για δευτερόλεπτα.
-Σσσσσς, ησυχία…
Κι ύστερα πιο χαμηλόφωνα…
-Εν το ‘πα…
Οι γυναίκες όλες κοιτούν την παπαδιά, νιώθει πως πρέπει να ορθώσει ανάστημα.
-Το πες σου λέω, τ’ άλλο τώρα.
-Τη δουλειά σου εσύ…
Και συνεχίζει σα να μην τρέχει τίποτα.
Οι γυναίκες της χαϊδεύουν τον ώμο..
-Ας τονε, ένα ακόμα, ε βλάφτει…
Το λέει. Ύστερα το επόμενο και ξανά…Κάποια επανάληψη του τρίτου, του δέκατου, θα σας γελάσω πάλι.
  Η παπαδιά στα πρόθυρα υστερίας. Ήτανε κι η μόνη που μπορούσε να μιλήσει. Βαρύ το χρέος της.
-Παπάαααα… μουρμουρούσε τώρα. Παπάααα, α βαρεθεί ο κόσμος…
Καμιά ανταπόκριση.

Αργά τη νύχτα αρχίσαμε να φεύγουμε ένας-ένας με τρόπο χαμογελώντας. Ξέραμε πόσο καλό παπά είχαμε, απλά τα χρόνια περνούν ανελέητα για όλους.
Το άλλο πρωί έκανε όλη η γειτονιά τον απολογισμό της βραδιάς.
-Πόσα να ‘τανε; Η Καίτη λέει δεκατέσσερα.
-Σιγά μην ήτανε δεκατέσσερα. Δεκαοχτώ ήτανε και βάλε.
-Βρε, όχι και δεκαοχτώ, τα παραλέτε…
Στο στόλισμα του επιταφίου βγήκε ο μέσος όρος.

-Δεκάξι ήτανε. Ε λέτε να ‘μαστε καλά κι απέκειο, μπορεί και να μας συχωρέσει ο Θεούλης πιο εύκολα. Άσε που α χουμε κουμπάνια και για του χρόνου…

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Ό,τι και να γίνει



Ό,τι και να γίνει...
Με το αύριο, με το τώρα...
Με τους αγανακτισμένους που άλλαξαν όνομα και γίναν απελπισμένοι πια...
Με το πιστόλι που στρέφεται μια στους απέναντι, μια στους προδότες, μια στο δικό μας το πρόσωπο...
Με το πλοίο που άλλαξε λιμάνι...

Ό,τι και να γίνει...
Με την εξάντληση των αποθεματικών, με τα άδεια ταμεία, με τα εφιαλτικά πρόσωπα που τολμούν και ξαναβγαίνουν στις ειδήσεις και στις ενημερωτικές εκπομπές, για να μας παρουσιάσουν το νέο πρόγραμμα που τάχα θα διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, για τα οποία ευθύνονται οι προκάτοχοι, οι οποίοι όμως πασχίζουν να γίνουν μέλλοντες, οι οποίοι και θα γίνουν βεβαίως, βεβαίως...

Ό,τι και να γίνει με τους μέλλοντες, τους εξακολουθητικούς και τους συντελεσμένους, με το ζαλισμένο μας κεφάλι, με το ξέσπασμα της οργής μας, αν ξεσπάσει ποτέ...
Με το μέγεθος του παραλογισμού, με το χοντρό και το λιγνό, με τις καιρικές συνθήκες του Πάσχα, με την τιμή του οβελία, με τον εγκλεισμό των μεταναστών, με το Γιώργο που δε βρίσκει πια δουλειές, με τη Μαρία που επιμένει να τρέχει στα ξενυχτάδικα με δανεικά, με την Ισιδώρα που αποφάσισε να κόψει το τσιγάρο, για να πληρώνει τα κοινόχρηστα...

Ό,τι και να γίνει, μπήκε η άνοιξη, βγήκαν τα πρώτα τραπέζια κι η θέα είναι ακόμη όμορφη. Έστω και περαστικοί από κει, μια βαθιά ανάσα βοηθάει πάντα...
Για λίγα δευτερόλεπτα έστω...



Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο εξαγωγέας

Ξερέδο, η γειτονιά του Χαραλάμπη.
Δίχως εξαγωγές και δίχως πόνους πια...

  Ο Χαραλάμπης δεν άντεχε τον πόνο. Ειδικά τον πόνο διαρκείας. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος κι ήθελε να παραμείνει έτσι. Ό,τι λοιπόν του χάλαγε το κέφι και τον μαράζωνε του ‘δινε μια και το πετούσε απ’ όξω…
 Ήταν τα χρόνια εκείνα, αρχές του περασμένου αιώνα, ο πιο διάσημος «εξαγωγέας» του χωριού. Η ειδικότητά του ήταν οι εξαγωγές οδόντων... Έτσι κι αλλιώς αναλγητικά δεν υπήρχαν τότε, οδοντίατροι, ούτε με το κιάλι. Μόλις λοιπόν ένιωθε την πρώτη ενόχληση, δεν καθυστερούσε καθόλου. Ήξερε πολύ καλά ότι το δόντι που τον έκανε να χάνει το κέφι του κείνη τη μέρα, μόνο κι άλλο πόνο θα του πρόσφερε στο μέλλον. Πιο δυνατό, ανυπόφορο. Γιατρειά δε θα 'βρισκε. 
 Το μόνο που τον έσωνε ήταν το τσιγόνι, ένα είδος σπάγκου ιδιαίτερα ανθεκτικού που υπήρχε εκείνα τα χρόνια από κάνναβη επεξεργασμένη. Αποφασισμένος να απαλλαγεί από τη συμφορά του ενημέρωνε τους γειτόνους και ξεκινούσε την πάλη με το θεριό. 
-Για ελάτε, να δείτε τι α του κάμω του ρημαδιασμένου…

Τα πάντα εξαρτιόταν από την αντοχή του οδόντος. Στην αρχή δοκίμαζε με τον πιο απλό τρόπο. Έδενε το δόντι με το τσιγόνι κι αρχινούσε να τραβά. 
-Έλα, έλα, φώναζαν οι συχωριανοί σκασμένοι στα γέλια. Βρε, δος του, που να 'χει ανάθεμα…Τράβα το, βρε, τράβα το…

 Μα έλα που πολλές φορές κείνο το άτιμο δεν ήταν έτοιμο για τον αποχωρισμό κι αντιστεκόταν... Παράλληλα εκδικούνταν με τον τρόπο του ύπουλα. Πόνος, πόνος αβάσταχτος...Ο Χαραλάμπης τρελαινόταν τότε κι έπαιρνε τα χωράφια. Οι γειτόνοι παρακολουθούσαν όρθιοι από την αυλή. Τα μικρά ήξεραν τη συνέχεια και μαζεύονταν τριγύρω του.
- Ο Χαραλάμπης ψάχνει βράχο… Βράχοοο, βράχοοο, φώναζαν κι έψαχναν κι αυτά να τον βοηθήσουν στην ανεύρεση της πιο βαριάς πέτρας. 
Την έπαιρνε, έδενε τη μια άκρη του τσιγονιού σ' αυτήν, την άλλη άκρη στο «σκυλόδοντα». Παράλληλα μουρμουρούσε... 

-Ανάθεμά σε, σκύλε, ήφτασε το τέλος σου…

Σήκωνε την πέτρα στο ύψος του προσώπου και χωρίς πολλή σκέψη την άφηνε να βροντήσει χάμω. Τα ποσοστά της επιτυχίας αυξάνονταν ανάμεσα στις ιαχές των πιτσιρικάδων κι ο Χαραλάμπης με ύφος θριάμβου, σήκωνε ψηλά τον «εγκληματία» οδόντα και γελούσε που κατάφερε να τον εξουδετερώσει.

 Αλίμονο, όμως, οι εξελίξεις δεν ήταν πάντοτε θριαμβευτικές. Το δόντι κάποιες φορές δεν εγκατέλειπε τον εχθρό ούτε και μ' αυτό τον τρόπο με αποτέλεσμα ο Χαραλάμπης να πέφτει κατάχαμα και να «τρώει τα μούτρα του». Κι άλλος πόνος τότε από το πέσιμο κι άλλη πληγή από τον εγωισμό του που κείτονταν κι αυτός κατάχαμα καθώς τα δίχως έλεος μικρά ξεσπούσαν σε γέλια ασταμάτητα.

Άλλη λύση δεν έμενε πια, ήταν η ώρα για την τρίτη και φαρμακερή. Ή ταν ή επί τας. Ο Χαραλάμπης τίναζε από πάνω του το χώμα, ξέδενε την άκρη του τσιγονιού από την πέτρα και κατευθυνόταν προς το δέντρο στην άκρη της πεζούλας. Την έδενε στον πιο δυνατό κλώνο, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, τριγύρω το πλήθος με τα μικρά μπροστά-μπροστά, που ήξεραν καλά το επόμενο βήμα...
-Πέσεεε, πέσεεε, φώναζαν όλα μαζί. 
Έπεφτε με αποφασιστικότητα στο κάτω πεζούλι.. Η επιτυχία σίγουρη. Ο οδόντας κρεμόταν από το δέντρο κι έμενε εκεί αιωρούμενος για μέρες με σκοπό τον παραδειγματισμό των εναπομεινάντων.

 (Σε κείνο που δε μπορούσε να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα ο Χαραλάμπης ήταν το στομάχι. Εφάρμοζε άλλη μέθοδο, όμως. Την απειλή. Όποτε άρχιζε τις ενοχλήσεις, όλο και πιο συχνές με το πέρασμα του χρόνου, ο «εξαγωγέας» έσκυβε το κεφάλι και του ψιθύριζε όλο νεύρα μπας και το κάμει να τον πάρει στα σοβαρά:

-'Αμε στο διάολο, να που α με χαλάσεις… Μα έχε το νου σου, γιατί άμα με χαλάσεις, στο διάολο α πας κι εσύ…

Ε, είναι και κάποιοι πόνοι που δε θα ξεριζωθούν ποτέ. Ας έχουν το νου τους...)   

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Κάτω αφ' τα βράχια

  Κάποιες φορές μας ρωτούν, όσοι το 'χουν ακούσει κάπου, μα δεν παίρνουν ποτέ σαφείς οδηγίες για το πού ακριβώς βρίσκεται. Το Κρυφοκέλι, η μοναδική σπηλιά του χωριού, καμιά εκατοστή μέτρα πριν από τα πρώτα σπίτια, παραμένει κρυφή για τους "ξένους". Δύσκολο να ανακαλύψεις την είσοδο ακόμη κι αν σου 'χουν δώσει χάρτη, ακόμη κι αν βρίσκεσαι ακριβώς από πάνω της. Για φρουρό η φύση είχε τοποθετήσει έναν άντρακλα θεόρατο. Όχι, άνθρωπο, βέβαια, μια γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) που δε σ' αφήνει ούτε την υποψία για την ύπαρξη της μικρής ετούτης υπόγειας κατοικίας.


  Κι έτσι εμείς χαμογελάμε όταν κάποιος ενδιαφέρεται να το ανακαλύψει και του τάζουμε εξόρμηση.
  - Ε, κάτσε λίγο και α πάμε μαζί... 
Συνήθως βέβαια δεν τον πάμε ποτέ.  Έχουμε γίνει καχύποπτοι από τότε που κάποιοι ξερίζωσαν μερικούς σταλαγμίτες του για σουβενίρ... 
Πιο καλά δικό μας... Να κρατά ζεστά τα παιδικά μας χνώτα και τις τσιρίδες μας κάθε φορά που κρυφά από γονείς και γιαγιάδες, παίρναμε φακουδάκια και σύνεργα εξερεύνησης και κινούσαμε για τα δροσερά του έγκατα πάντα με τρόμο πριν το έμπα και πάντα με περηφάνια κατά την έξοδο. Θέλαμε να κρατά ζεστά και τα χνώτα των κάποτε μόνιμων κατοίκων του, κάποιων ξεχασμένων ανταρτών του εμφυλίου που 'χαν αφήσει εκεί τα σημάδια τους. Κονσερβοκούτια κι άλλα υπολείμματα μιας παράνομης διαβίωσης βρίσκονταν εκεί ακόμη και πριν λίγα χρόνια κι έκαναν τη φαντασία μας να  κάνει άλματα. 


                                                                                      
  Μονίμως είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε και κάτι που δεν το 'χαμε ανακαλύψει ακόμη. Κανένας θησαυρός κρυμμένος ας πούμε ή τίποτα μυστικά έγγραφα που έθαψαν για να μην τα βρουν οι αντιφρονούντες και ό,τι, τέλος πάντων, βάζει ο νους ενός παιδιού κάπου στην προεφηβεία. 
 Άλλοτε βαριόμασταν τις τάχα μου ανακαλύψεις και πηγαίναμε εκεί για δροσιά μες το λιοπύρι του Ιουλίου. Κάποιοι, αλλά μην το πείτε πουθενά, που 'χαν βρει κάναν καλοκαιρινό έρωτα πήγαιναν και για φιλάκια υπόγεια, με την εγγύηση ότι θα 'μεναν κρυφά για πάντα... 

Τέλος της ξενάγησης, καλησπέρα σας...


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Μια καρτούλα μοναχή


 Στάλθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το διόλου ευτυχές έτος 1916. Ο Στυλιανός, εργάτης τότε στην κατασκευή σιδηρογραμμών στα βόρεια της αμερικανικής ηπείρου. Αρκετά συχνά στέλνει κάρτες με τοπία από τις πόλεις όπου διαμένει κατά καιρούς. Κυρίως από το Pittsburgh. Η εντυπωσιακή Fifth Avenue, η Fourth, το Kennywood park….
 Στο πίσω μέρος, στριμωγμένα καλλιγραφικά γράμματα -με στίξη και ορθογραφία υποδειγματική- δηλώνουν ότι «είναι υγιής» και αναρωτιούνται για την υγεία των συγγενικών προσώπων. Χαιρετούν πάντοτε «τον πατέρα και τας αδερφάς». Κατόπιν, εκφράζουν τη λύπη τους «δια της ανεπαρκείας τροφίμων» που μαθαίνει πως υπάρχει στο νησί. Στο τέλος, εκλιπαρούν για «μιαν απάντησιν» διότι «μ’ αυτάς τας ανησυχίας κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου».
 Όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία, οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μονοτονία τραγική.
Στη γωνιά της κάρτας μένει λίγος χώρος ακόμη για να ασπαστεί την αγαπημένη του σύζυγο, την Ιωάννα, ευχόμενος κάθε φορά «υγείαν, ευτυχίαν και καλήν αντάμωσιν».
 Είναι όλες μαζεμένες σ’ ένα φάκελο τώρα, στο πάνω μέρος του μπαούλου που έφερε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού επιστρέφοντας έπειτα από έξι ολάκερα χρόνια.
 Εκεί φυλάχτηκαν όλα τα προσωπικά είδη των συγγενών, των συχωρεμένων πια.
 Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ετούτη η καρτούλα, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, δίχως εμπορικούς δρόμους και κρεμαστές γέφυρες.
 Το πίσω μέρος δεν έχει ούτε μια δικιά του λέξη. Σιωπηλή…
 Ποιος ξέρει πού την ανακάλυψε, μονάχα με το ρολόι στην παλάμη, τις φιγούρες που ανταμώνουν και τις ελληνικές λεξούλες τυπωμένες. Τα ΄λεγαν όλα τούτες οι λεξούλες κι ας φαίνονται σήμερα κάπως ανόητα ρομαντικές.

«Σαν παύσει  η δουλειά μου στας πέντε.
Γιατί;
Κοντά σου να τρέξω ζητώ.
Αχ, γιατί;»

 Ήταν αρκετές για εκείνον. Να του δώσουν τη δύναμη και να σπάσει τον καθωσπρεπισμό της εποχής.
Δε ρώτησε για την υγεία κανενός. Μήτε χαιρετισμούς έστειλε, μήτε ασπασμούς.
Αγόρασε το φάκελο, έγραψε τ’ όνομά της, το χωριό, το νησί, τη χώρα…
Και την ταχυδρόμησε σκέτη.
Να μας μεταδίδει ακόμη, με τ’ άσβηστά της χρώματα και λόγια, τον καημό του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του ανταμώματος. Ή, αν θέλετε, τον πόνο του ανθρώπου που έπρεπε πια να συνηθίσει να ζει μονάχος, με ξένες λέξεις και σε ξένα τοπία. Γράφοντας τυπικές επιστολές κι αναμένοντας «μιαν απάντησιν».


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Από το "Σήμερα"

Πλάι στις λεγεώνες των σκοτεινών προλεταρίων
που μοχθούν με την πιο φριχτή απόγνωση
ζωγραφισμένη στα κέρινα πρόσωπά τους για το ψωμί,
πλάι στην αγωνία της ανεργίας, της πείνας και της αρρώστιας
που αποχαυνώνουν τον άνθρωπο,
ιδού τα θλιβερά τάγματα των λαχανιασμένων αναζητητών που,
σφενδονισμένοι σαν από μια πελώρια φυγόκεντρο δύναμη
στο περιθώριο της ζωής, ψάχνουν ανέλπιδα μες το σκοτάδι
να βρουν τον ονειρεμένο δρόμο της επιστροφής
προς κάποιο κεντρικό σκοπό. Είναι η σκεπτόμενη νεότητα
της παράδοξης εποχής μας που κι όταν δεν πρόφτασε
να ζήσει τη φρίκη του ανθρωπομακελειού,
μεγαλωμένη μέσα στην αγωνία των μεταπολεμικών χρόνων,
βρέθηκε μες το τρίστρατο όπου οι πιο σεβάσμιοι πίνακες
των παλιών αξιών χλευάζονται από την πιο σαρκαστική,
την πιο τραγική πραγματικότητα.
............................................................
Με τις δυο μεγάλες αυτές φτερούγες ο άνθρωπος
υψώθηκε ανάμεσα ουρανού και γης σαν ημίθεος.
Τι γλυκιές λέξεις! Τι αιώνιες ιδέες! Ελευθερία- Ισότητα!
Μα ωστόσο φύσηξε βοριάς και σηκώθηκαν από τα μάτια μας τα πέπλα.
Μόνον αυτό δεν είχαν υπολογίσει οι θεωρητικοί ιδεολόγοι!
Ελευθερία, ναι. Μα ελευθερία εμπορική, οικονομική.
Ατομιστικό άπλωμα του κεφαλαίου, που φτάνει
ως την κρατική κατάκτηση μερικών "βάρβαρων" αποικιών (για εκπολιτισμό!)
για να γυρίσει στα εθνικά σύνορα να πραγματώσει και την κατάκτηση του προλεταριάτου.
Ελευθερία, ναι. Αν μπορείς, απλώσου κι εσύ. Μ' αν δεν μπορείς,
αν δεν στέργεις τους ίδιους τρόπους, αν σου έκανα με την ελευθερία
που διάθετα εγώ αδύνατο το δικό σου άπλωμα- υποτάξου!
Και η Ισότητα; Πραγματοποιημένη σ΄όλους τους εξωτερικούς τύπους
-εκτός από την οικονομική, γιατί εκεί η Ισότητα ήταν τόσο
αντίθετη με την ...Ελευθερία.
........................................................
Όχι, δεν είσαστε σεις που θα θυσιάσετε την ελευθερία,
γιατί κανείς δεν διακυβεύει το ανύπαρκτο πια.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος παρά μόνο
σε ένα σύνολο ελεύθερων ανθρώπων,
και η πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της ελευθερίας
είναι ο αγώνας για την κατάκτησή της.
Γιατί η συμπαθητική πλάνη της δημιουργίας ηρωικής προσωπικότητας
εξανεμίζεται μπροστά στο κοσμογονικό ανέβασμα
μιας ολόκληρης ανθρωπότητας που ανάμεσα από τη θηλειά
της κρεμάλας της επήρε επίγνωση της αξίας της.


Από το άρθρο του Γιάννη Μηλιάδη 
"Ανησυχίες και πλάνες" δημοσιευμένο στο 9ο φύλλο του περιοδικού "Σήμερα" το Σεπτέμβρη του 1933
Το περιοδικό έβγαλε μόνο 13 τεύχη από τον Γενάρη του 1933 ως το Γενάρη του 1934. 
Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά "Μέσα στις σελίδες του Σήμερα πραγματώνεται η πιο παράδοξη ιδεολογική συνύπαρξη που χαρακτηρίζει ωστόσο ανάγλυφα την πρωτοπορία των επαναστατημένων αστών ενάντια στην τάξη τους"



Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις...

φωτό από εδώ

 Το ψάχνω διαρκώς. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά, στις βόλτες. Είναι σαν το παιχνιδάκι που παίζαμε παλιά ψάχνοντας για το δαχτυλίδι που κρύβονταν στις χούφτες των άλλων παιδιών.  Μόνο που τώρα αλλάξαν οι καιροί. Ένα απλό χαμόγελο, αληθινό, ξένοιαστο, τούτο αναζητώ κάθε μέρα.  Είναι αρκετό για να λέω ότι κέρδισα. Κρύβεται ανάμεσά μας ξεχασμένο, τσαλακωμένο στις τσέπες, κρυμμένο στην πίσω πλευρά της στάσης, μέσα σε σκοτεινιασμένες καρδιές κι πίσω από δόντια σφραγισμένα. Αν κατορθώσω να το ανακαλύψω, σταματώ την αναζήτηση και ησυχάζω κάπως, ελπίζω. Την άλλη μέρα αρχίζω από την αρχή. Τελευταία περνούν βδομάδες κι εγώ ακόμη ψάχνω. Χάνω πολλούς γύρους έτσι. Μα πού και πού το βλέπω ξαφνικά να λάμπει...
 Μια Τρίτη, για παράδειγμα, το βρήκα κρυμμένο στο καθρεφτάκι ενός αμαξιού. Η συννεφιασμένη γυναίκα που οδηγούσε έχοντας για μοναδική κουβέντα την απαράδεκτη κατάσταση της χώρας, τις αδικίες και τα τζάμπα γράμματα που έμαθε, σήκωσε το κινητό, πήρε μια ανάσα ανακούφισης, κατάλαβα ότι δεν ήταν από τράπεζα το τηλεφώνημα, και τσουφ! έσκασε μύτη... Ένα αδιόρατο χαμόγελο στο καθρεφτάκι κι ένα γελάκι έπειτα, μάλλον μυστηριώδες, απευθυνόταν σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της γραμμής, αρκετό για να μου χαρίσει την πρώτη και μοναδική νίκη της εβδομάδας.
 Την προηγούμενη Πέμπτη, στο χασάπικο, ο πρόσχαρος -μέχρι πέρσι- κρεοπώλης δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον για την αναζήτησή μου. Πάνω από το ψυγείο με τα κρέατα έχει τοποθετηθεί μια τεράστια οθόνη και παραμορφωμένες φάτσες με γουρλωμένα μάτια, σφιχτά χείλη και στεντόρεια φωνή ενημερώνουν συνεχώς για τις δυσάρεστες εξελίξεις, την ταλαιπωρία από τις ουρές, την αγανάκτηση γερόντων που ψωνίζουν στις λαϊκές αγορές, τη γενική απογοήτευση που πλανάται. Έτσι εξασφάλισε πια κι αυτός, μόνιμα σχεδόν, δυο μεγάλες ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια, μια τρεμουλιαστή φωνή και μια τεράστια ευχαρίστηση την ώρα που τεμαχίζει τα κομμάτια μόσχου. Καμιά φορά πάει να με ξεγελάσει σκάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο καθώς μου δίνει τα ρέστα, μα είναι τόσο φανερό πως το κάνει μόνο και μόνο για να παραμείνω πελάτισσα, που το αγνοώ εντελώς.
 Κείνη τη μέρα όμως όμως εμφανίστηκε τρέχοντας η μικρή του κόρη, πήγε πίσω από το ταμείο, του τράβηξε το μανίκι κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά, της έσκασε δυο φιλιά, έπαιξε με τα κοτσιδάκια της, δεν ξέρω αν οι ρυτίδες είχαν χαθεί για λίγο, μα η μικρούλα με κοίταξε πονηρά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη και μου έδωσε μια νίκη ακόμη. Ένα γέλιο γάργαρο, αληθινό.
 Αυτή τη βδομάδα δεν κέρδισα ούτε πόντο. Ένα πρωί, που 'χε ήλιο κάπως κι εγώ είχα όρεξη, ακολούθησα μηχανικά ένα ζευγαράκι που μου φάνηκε ευτυχισμένο. Λέω από μέσα μου, κάτι ευχάριστο θα πουν και θα γελάσουν, μα τίποτα. Κατέβαιναν σιωπηλοί, ο καθένας στις δικές του σκέψεις, έστριψαν στο στενάκι της εφορίας. Συνέχισα το δρόμο μου. Παρακάτω μια παρέα ηλικωμένων αντρών μαζεμένοι στο παγκάκι, κρατούσαν κομπολόγια και κουβέντιαζαν σιγανά.  Πέρασα ξυστά, έκανα πως έδενα τα κορδόνια, άκουσα δυο φριχτές κουβέντες, του τύπου "καλύτερα ήταν τότε στη δικτατορία, τέτοια δεν είχαμε..." κι έφυγα βιαστικά χάνοντας πια κάθε διάθεση για παιχνίδι.

 Αν βρείτε κάνα γελάκι, στείλτε... Τώρα που σκοτεινιάζει έχει περισσότερο ενδιαφέρον η αναζήτηση.
 Καλή επιτυχία...



Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.