Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Tο Τσιμπουνάρι

  Είναι ένας στέρεος βράχος στη μέση του ορεινού χωριού, λες κι ο κατασκευαστής του χώρου δεν ήθελε να στερήσει από μας, της πάνω γειτονιάς, τη θέα προς τη θάλασσα.
Πίεσε, θαρρείς, με τα δυο του χέρια και να! Έκαμε ένα εξόγκωμα σαν μια κορώνα, θα ΄λεγες, του τόπου. Όχι, βέβαια, από χρυσό, μα από μάρμαρο, γυφτόπετρα, που λένε οι ντόπιοι.
Τριγύρω από τη βάση της φύτεψε φασκόμηλα και πρίνα.
Έσπειρε και γαριφαλιές άγριες που ξεφυτρώνουν στα πιο απίθανα σημεία, ίσα για να μην τις φτάνει ανθρώπου χέρι, μα μόνο μάτια να τις χαίρονται και να τις καμαρώνουν...
Απάνω στην κορώνα αυτή μπορείς ν' ανέβεις και ν΄ αγναντέψεις το πέλαγος με την ησυχία σου. Σκαρφαλώνοντας σχεδόν. Ο πιο ευκίνητος ανεβαίνει πρώτος κι απλώνει το χέρι σε όσους ακολουθούν. Ύστερα περπατούν πλάι-πλάι σ' ένα φυσικό επίπεδο μπαλκόνι.
Μένεις και ξυπόλητος, αν θες ν' απολαύσεις τη ζέστα απ' την ηλιοκαμένη πέτρα.
Ο καθένας επιλέγει ελεύθερα. Όποιος αγαπά τη θάλασσα, πάει προς την κάτω μεριά και χαζεύει τη σοροκάδα ή τη μπουνάτσα. Αν είναι τυχερός, και τη θέα των πλοίων που αράζουν στον Εύδηλο.
Όποιος αγαπά τα βουνά, πάει προς το νότο και χαζεύει το πράσινο στις πλαγιές του Αθέρα, τον Τσολιά, την Αρέθουσα, το Φοίνικα, τ' Αγρέλια, την πάνω Κάμπα, το Περιβολάκι...
Αν όμως πας απόγευμα και πετύχεις την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να δύει, δεν έχεις άλλη επιλογή. Μαγεμένος θα στραφείς προς την Πέρα Μεριά.
Ο ήλιος πλησιάζει προς τα εκεί φορώντας πάντα τα καλά του, άλλοτε τυλιγμένος με τα ροζ κι άλλοτε ολόγυμνος, αναψοκοκκινισμένος από ντροπή. Ακόμη κι όταν χαθεί, μένεις αποσβολωμένος από το θέαμα, κοιτάς τ' απομεινάρια του, κάτι χαρούμενες πορτοκαλί λωρίδες. Ίσαμε να νυχτώσει για τα καλά.
Δεν λες τίποτε, ή λες παραπάνω απ' όσα θα 'πρεπε, σ' όποιον τυχαίνει να 'ναι δίπλα σου.

Όταν πέσει η νύχτα δε μπορείς μήτε χωριά να δεις, μήτε πέλαγος, μήτε ηλιοβασίλεμα...

Μα τότε ξυπνούν οι αναμνήσεις. Έρχονται μες τη νύχτα και σε παίρνουν από το χέρι και σβήνουν από τα πρόσωπα τις ρυτίδες της έγνοιας. Κι είναι πάλι όλοι εκεί...

Οι γονείς κοιμούνται για τα καλά. Έχουμε αναπτήρες και μερικά κλεμμένα τσιγάρα. Μαζεύουμε κλαδιά, τα κάνουμε σωρό και χαζεύουμε τις πρώτες φλόγες. Οι σπίθες, τα γέλια και τα ψιθυρίσματα, ανταμώνουν τ' αστέρια, γίνονται ένα. Δεν υπάρχουν τοπία τριγύρω, ούτε τοίχοι. Μονάχα εμείς και το γλέντι τ' ουρανού. Τ΄αστεράκια μας βλέπουν και πολλαπλασιάζονται. Φωνάζουν θείες, ξαδέρφια και μικρανίψια και στήνουν το χορό.
Συχνά τσακώνονται και διώχνουν κάτι ενοχλητικά. Τα βλέπεις πως κουτρουβαλούν τη ράχη του ουρανού και βιάζεσαι να προλάβεις την ευχή.
Λένε πως πιάνει.
Μα δεν κάνει να μετρήσεις ποτέ τους καλεσμένους. Είναι μεγάλη αγένεια.

Κάποιος αγενής όμως, έβγαλε στ' όμορφο μπαλκόνι μας ένα παράξενο όνομα. Τσιμπουνάρι.
Θυμίζει τσιμπούρι.
Σίγουρα, όχι.
Θα ΄ναι μάλλον, επειδή τσίμπησε ο Θεός τη γη για να φυτρώσει.
 Ή από τα τσιμπήματα της ψυχής μας, κείνα που νιώθουμε κάθε φορά που ξεπερνάμε τα εμπόδια και καταφέρνουμε ν' ανέβουμε στη μαγική του κορυφή.
Κάθε φορά που έρχεται η νύχτα και κρατά από το χέρι τις αναμνήσεις με τα εφηβικά ψιθυρίσματα και τις ευχές που δεν πρόλαβαν, δυστυχώς, ν' ακούσουν τα πεφταστέρια.




2 σχόλια:

SoDurck είπε...

με πήρες απ το χέρι και με πήγες βόλτα. και γέμισαν τα μάτια μου ομορφιές. και θα τις πάρω μαζί μου και θα κάνω τον πιο γλυκό ύπνο. Να είσαι καλά :)

Τηρίματα είπε...

Κι εσύ το ίδιο. Να κοιμάσαι γλυκά πάντα.