Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το "ναι" κι η συνταγή που χάθηκε.


στης αυλής τα λούλουδα
  Ήτανε πάντα περήφανη κι αξιοπρεπής. Με την οικογένεια, τον άντρα της και τα τρία της παιδιά, ύστερα από χρόνια με τα εγγόνια και με τον παππού κατάκοιτο σχεδόν. Απόκτησε τότε το πιο μικρό παιδί της και τον έλουζε, τον χτένιζε, τον καμάρωνε. Δεν είχε χρόνο μήτε για βόλτες, μήτε για πολλές κουβέντες. Μα σαν ένιωθε πως πνίγονταν από τις έννοιες, τους άφηνε για μισή ώρα το πολύ κι ερχόταν στην αυλή.
Με το χαμόγελο και με λέξεις χιλιάδες να στέκουνε στα χείλη. Βιάζονταν όμως να βγουν κι έρχονταν κουτρουβαλιστές.
Κατάγονταν, βλέπετε, η γυναίκα ετούτη απ' άλλα μέρη, βορειοελλαδίτικα, και μιλάνε αλλιώτικα εκεί. Περιφρονούν τα φωνήεντα -που εμείς τα 'χουμε σε μεγάλη υπόληψη- κι αμολούν κάτι σύμφωνα στη σειρά κι άνοιγα τα μάτια και τ' αυτιά ν' ακούσω τίποτα, να καταλάβω. Η προσπάθεια ήταν εξοντωτική και θα τα παράταγα. Κι εγώ κι όλοι μας. Μα έλα που 'κανε και κάτι κινήσεις όμορφες με τα δυο χέρια κι εσηκώνουνταν και μας παραστούσε τον έναν και τον άλλο, το γιο, τη συμπεθέρα, τη γειτόνισσα.
 Και πού να την αφήσεις τέτοια απόλαυση, μοναδική!
 Και τον εαυτό της παρίστανε κι εγελούσε και είχε και φράσεις σοφές να μας παρηγορούν στα δύσκολα ή να μας προβληματίζουν στα εύκολα... Μ' αυτές δε βιάζονταν να τις πει. Όχι, τόνισε μία μία λέξη ξεχωριστά, σα να 'ταν συνταγές πολύτιμες που έπρεπε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να μπουν μες το μυαλό μας όμορφα, με τάξη, να σφηνωθούν εκεί, να μη χαθούν ποτέ.

Μα ύστερα εκείνος πέθανε και πήρε μαζί του εκτός απ' την αγάπη τους και κάτι άλλο πολύτιμο.
Πήρε τις αναμνήσεις όλες.
Δεν άφησε μήτε συμβάντα, μήτε ονόματα, μήτε το χρόνο, τίποτα!
Μια γόμα και σβηστήκαν όλα.
Όχι όλα, σχεδόν όλα.

Ένα απόγευμα αυγουστιάτικο εμφανίστηκε στην αυλή σκαστή σχεδόν.
Έκατσε σε μια καρέκλα της αυλής, δε θυμόταν νέο κανένα. Μονάχα όσα άκουσε τα τελευταία λεπτά.
Ούτε κι εμάς μας θυμόταν, μοναχά τη φιγούρα της μάνας μου που μοιραζόταν μαζί της πολλά και για πολλά-πολλά χρόνια κι ένιωθε οικειότητα.
-Κι όπως κατέβαινα, αν έχεις το Θεό σου, ακούω λέει πως χώρισε ένα ζευγάρι. Δε θυμάμαι ονόματα. Μα χωρίζουν τα ζευγάρια; ρωτάει με αφοπλιστική αφέλεια μικρού παιδιού.
-Ε, χωρίζουνε καμιά φορά, της απαντά η μάνα μου με μούδιασμα για τα πρόσφατα τότε καμώματα της κόρης της.
-Και γιατί να χωρίσει ένα ζευγάρι; συνεχίζει απτόητη. Ε, αυτό ούτε το πιστεύω ούτε και το καταλαβαίνω... και κούναε το κεφάλι.
-Ε, να, συνέχισε η μάνα μου, είναι που δε συμφωνούνε και τσακώνονται κι άμα δε συμφωνούνε πιο καλά είναι να χωρίσουνε (της είχα πλασάρει εγώ το επιχείρημα την προηγούμενη μέρα, όχι πως το πίστευε).
-Τι θα πει δε συμφωνούν; ρωτά με γουρλωμένα μάτια. Αφού είναι ζευγάρι, γίνεται να μη συμφωνούν;
-Ε, μα καμιά φορά να, ο ένας λέει έτσι, ο άλλος λέει αλλιώς... Διαφορετικές απόψεις έχουνε, ε, κι οι καβγάδες εν είναι καλό πράμα..
-Έλα Παναγιά μου, βάζει τις φωνές, κι είναι λόγος αυτός, μωρέ να χωρίσει ένα ζευγάρι;  Άποψη, λέει. Βρε είχαμε εμείς άποψη; Θυμάσαι να 'χαμε άποψη; ρωτάει στους ίδιους υψηλούς τόνους.
Σα να 'ταν χτες και να τα θυμόταν όλα.
-Κείνο που νομίζαμε σωστό κάναμε, μα στις κουβέντες... συμφωνούσαμε πάντα. Θυμάσαι εσύ άλλα; Μια απόφαση είχα πάρει κι ό,τι κι αν άκουγα ένα "ναι"έλεγα και όλα τελειώναν όμορφα  Μια λέξη είναι το"ναι"...  Λέγε "ναι"!  Σιγά το δύσκολο.
Η μάνα μου είδε τα φώτα απ' τ΄αμάξι των παιδιών που 'ρθαν να την πάρουν, την έπιασε απ' το μπράτσο τρυφερά.
-Μα ναι, έτσε δά είναι που τα λες. Μα ποιος ακούει. Ακούν κανένα; Βρε, διάολο εν ακούν.
Κι ύστερα μπαίνοντας στο σπίτι...
-Την ήκουσες; Μη γελάς καθόλου. Πιότερο μυαλό είχαμε τότε. Κι αυτή την είδες;  Πιότερο έχει από σένα.



Ύστερα το σκέφτηκα καλύτερα. Βρε, μπας είχε δίκιο; Από τρελό κι από μικρό...
Κι έπιασα να διαδώσω τη συνταγή μπας κι είναι γιατρικό. Για τους άλλους βέβαια, γιατί εγώ έχω ασθένεια ανίατη. Και την έδωσα στη φιλενάδα την πιο καλή και την πιο παραδοσιακή, ας πούμε, για να μην τσακώνεται με τον καλό της. Δεν τσακώθηκε, μα αν το συνέχιζε θα χώριζε κατευθείαν.
Κόντεψε να τον τρελάνει τον κακόμοιρο.
"Βούιζε το κεφάλι μου, μου 'λεγε μετά ο σύζυγος, ο οποίος δεν είχε υποψιαστεί πως εγώ ήμουν η αιτία της ξαφνικής μετάλλαξης της γυναίκας του. Δεν μπορείς να φανταστείς. Ό,τι και να της λέω, να μου απαντάει:


-Ναι, ναι, ναι...
-Τι ναι; 
-Ναι, αγάπη μου, ναι ,ναι. 
-Βρε, με δουλεύεις; Γιατί σιγά μη συμφωνείς.
-Ναι, αγάπη μου. Εεε, όχι αγάπη μου, δε σε δουλεύω. Τα λες πολύ σωστά όλα. Κι εγώ μαζί σου.


Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πήγε να μου στρίψει. Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα...."

Ε, την έπιασα ξανά με τρόπο.
-'Αστο, κορίτσι μου, δεν πιάνει. Μην παιδευόμαστε άδικα. Πάει τη χάσαμε τη συνταγή. 
Ζωή κι αυτή!



4 σχόλια:

Soduck είπε...

Τραγικά απολαυστικό, τρυφερά καυστικό, γλυκά πικρό... μα πάντως, δροσερό. Καλημέρα!

Τηρίματα είπε...

Απλά κολακευτικό...το σχόλιο σου, φιλενάδα, και σ' ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Καλά ταξιδέματα!

Β. είπε...

Αλλάζουν οι καιροί - οι καινούργιες αρρώστιες θέλουν καινούργιες συνταγές, φαίνεται...

(Μα χωρίζουν τα ζευγάρια;)

Τηρίματα είπε...

Ε, άμε...

(Όχι βρε, να, κάτι γάμοι διαλύονται, κάτι έρωτες παλιώνουν, κάτι σχέσεις γίνονται μαλλιά κουβάρια,μα τα ζευγάρια, θαρρώ πως έχει δίκιο, δε χωρίζουνε μαθές)