Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Αυλές και άδειες κάμαρες






















Το σπίτι είναι μικρό. Φαγωμένα απ' τη βροχή παράθυρα, κουρτίνες που λείπουν, πόρτες που τρίζουν στ' άνοιγμα τους.
Τα κρεβάτια στη θέση τους, με τις ίδιες κουβέρτες. Τα μπαούλα γεμάτα με παιδικά ρουχαλάκια που φαγώθηκαν από το σκόρο και με προικιά που δε δόθηκαν ποτέ.
Τα φλυτζάνια, τα βάζα, το κουτί από τη ζάχαρη, όλα εκεί. Αχρησιμοποίητα εδώ και χρόνια,.
Η ζάχαρη κρυσταλλωμένη, το γλυκό στο βάζο γέμισε μαμούνια, τα πιάτα γέμισαν ρωγμές, από το κρασί στο ντουλάπι αναδύεται μια παράξενη, βαριά μυρωδιά.
Τα πλένω ένα- ένα προσεκτικά, μη σπάσει κάποιο και χαθεί για πάντα η μυρωδιά από το φαγητό της μαμάς, τ' αγγίγματα των χειλιών, τα ακουμπήματα από τα χέρια μας.
Ύστερα, ασβεστώνω τους τοίχους. Ο ασβέστης, λένε, κάνει καλό, διώχνει τη μούχλα, φρεσκάρει, δίνει ζωή.
Έπειτα βγαίνω στην αυλή. Βγάζω ένα-ένα τ΄αγριόχορτα απ΄τους τοίχους και τις γλάστρες, βάζω χώμα καινούριο, κλαδεύω και ποτίζω τις τριανταφυλλιές και τα ζιράνια.

Α, και το γιασεμί. Να το δεις, έχει γίνει τεράστιο, απλώθηκε παντού.
Μα εγώ πρέπει να το κόβω κάθε χρόνο...
Έτσι, για να μη μοιάζει το σπίτι ακατοίκητο.


5 σχόλια:

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Μου έφτιαξες εικόνες...
με ταξίδεψες...
μου θύμησες..

Για όλα ένα ευχαριστώ!!!!

Soduck είπε...

γράφω σβήνω γράφω σβήνω... δεν έχω λέξεις. είναι ένας κρυφός λυγμός, κόμπος που κατέβηκε στ ακροδάχτυλα...

Τηρίματα είπε...

Γιαγιά, να σαι πάντα καλά και πάντα τόσο μεγαλόψυχη!

Φιλενάδα, δεν το 'θελα. Να με συμπαθάς. Χτυπήθηκα κι εγώ, μη θαρρείς...

Β. είπε...

Το τετράδιο που δεν "μυρίζει μανούλα" τελικά. Η πόρτα έχει ένα "κόλπο" για να ανοίξει και να ξανακλείσει. Κάπου είναι τα σύνεργα για τον καφέ που θα κεράσεις.

Ο ήλιος γέρνει στη δύση, στο βάθος. Καμιά φορά θα πέσει σκοτάδι πριν τελειώσει το πότισμα.

Καλά φαίνεται έτσι, ασπρισμένο. Δε μένουμε απόψε, τι λες;

Τηρίματα είπε...

Ε, άμα είν' έτσι κάτσε να πάρω κάνα κούτσουρο από κάτω αφ την κουντουριδιά, γιατί ηχάλασε ο καιρός.