Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η κυρία Δάφνη

Έχει έρθει πρόσφατα κοντά μας. Μένει σ΄ένα διαμέρισμα στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Είχα ακούσει τόσα γι' αυτήν κι ανυπομονούσα να τη γνωρίσω. Όλοι έλεγαν πόσο όμορφη και χαρισματική ήταν.

Αυτό το Σαββατοκύριακο τα παιδιά έλειπαν. Πήρα το λεωφορείο για το σταθμό και χωρίς πολλά πολλά μπήκα στην κλινάμαξα. Το ήξερα το σπίτι της. Σ' έναν ήσυχο πεζόδρομο στην οδό Φαιστού γεμάτο λουδούδια, ζεστασιά κι αγάπη. Μόνο που όταν πήγαινα παλιά εκείνη δεν ήταν εκεί.
Είχα φανταστεί τη σκηνή. (Το κάνω αυτό από μικρή. Ονειρεύομαι διάφορα τόσο....πειστικά που στο τέλος συμβαίνουν. Όχι όλα, αλλά κάποια περίπου.)
Φανταζόμουν λοιπόν ότι θα με περιμένει στην πόρτα και θα πέσει στην αγκαλιά μου. Αν με συμπαθούσε.
Όχι, δεν ήταν εκεί. Έπρεπε οι επισκέπτες της να ακολουθήσουν μια διαδικασία προκειμένου να τους δεχτεί. Τελικά ήταν στο δωμάτιό της ξαπλωμένη. Όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Το σπίτι μύριζε το άρωμά της. Θαλπωρή και φρεσκάδα. Η ίδια ανάμεσα σε δαντελένια μαξιλάρια και απαλές κουβέρτες. Μα ναι, ήταν μια κυρία, πώς αλλιώς; Την πλησίασα λίγο τρακαρισμένη. Έσκυψα πάνω της και της ψιθύρισα: "Καλώς ορίσατε, κυρία Δάφνη".
Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και περιπλανήθηκε με το βλέμμα στο χώρο. Σε μένα ούτε μια ματιά. Και τότε τσαφ! έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο όλο τσαχπινιά και νάζι. Φωτίστηκε το πρόσωπό της. (Κάποιος ισχυρίζονταν  πως η κυρία Δάφνη δεν είχε χαμογελάσει σε κανέναν ποτέ ως τώρα! Εξυπνάδες!)
Ναι, ήταν πολύ όμορφη. Δίκιο είχαν. Με μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες και με καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά. Της φίλησα τα μακριά της δάχτυλα και γονάτισα με σεβασμό για να την κοιτάζω καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς όλοι  με σεβασμό της φέρονταν. Και με δέος μπροστά στην παρουσία της. Ήταν μια κυρία, είπαμε.



Την άλλη μέρα την ντύσαμε με τα καλά της ρούχα και την πήγαμε στην Παναγιά τη Φανερωμένη. Έπρεπε να την ευλογήσει ο παπάς. Για τις πρώτες σαράντα μέρες που ήταν κοντά μας.

Κι έπειτα, να την πάμε στη γειτόνισσα,...(Ήταν κι αυτό στα έθιμα τα καθιερωμένα) Είχα να τη δω από τότε που ήμουν φοιτήτρια. Μας δέχτηκε με χαρά και μας κέρασε, εκτός από το καθιερωμένο καφεδάκι, αλεύρι, ρύζι και αυγά. Για την κυρία Δάφνη πάντα. Για ν΄ασπρίσει, να ριζώσει και να γεννήσει κάποτε κι αυτή με τη σειρά της.
-Βρε, Μαράκι μου, λέω στη φίλη μου, τη μάνα της, εμείς στην Νικαριά πριν σαραντίσουν τα ΄χουμε πάει και σε κάνα δυο πανηγύρια πριν, τι είναι όλα τούτα;
Ύστερα μας πήρε η γιαγιά και μας μάλωσε που δε ρίξαμε τ' αλεύρι στο κεφάλι του μωρού, "έτσι πρέπει", μας είπε. Κι εγώ φυσικά δεν ξανάπα κουβέντα. Αρκέστηκα στο ρόλο του φωτογράφου που είχα αναλάβει.
 Επιστρέψαμε σπίτι, την ταϊσαμε,τη νανουρίσαμε για τα καλά και τους χαιρέτησα για την Αθήνα.
 -Πάρε το λεωφορείο μέχρι το σταθμό, μου πε η φίλη μου.
-Όχι, βρε χαζούλα, θα πάω με τα πόδια να περάσω κι από την παλιά μου γειτονιά.

Το ανέβαλα χρόνια. Όποτε ανέβαινα πάνω πέρναγα ξυστά από το παλιό μου σπίτι γιατί πίστευα ότι θα συγκινηθώ. Σήμερα πήγα. Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή. Το ίδιο κουδούνι, ο ίδιος τοίχος ξεφτισμένος στο ίδιο σημείο, το συνεργείο του Νίκου εκεί κλειστό λόγω ημέρας, τα χρώματα ίδια. Να και η απλώστρα μας. Είχαμε περάσει εκεί τρία χρόνια ξεχωριστά με πόνους και με καρδιοχτύπια ατέλειωτα. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, τσάμπα συναισθήματα πεταμένα στα δοκάρια, στα κάγκελα και στους άπλυτους δρόμους. Δεν έσκυψα να τα μαζέψω. Έφυγα χαμογελώντας έχοντας εκείνη στα μάτια μου κι αποχαιρέτησα όλ' αυτά που κάποτε θεωρούσαμε σπουδαία και πολύ σοβαρά.
Σ΄ευχαριστώ κυρία Δάφνη.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Η καντίνα στο λιμάνι.

Ήταν μια σκέψη ξαφνική.
-Τι κάνουμε εφέτος;
-Α, το βρήκα, πετάχτηκε ο Α. Να νοικιάσουμε την καντίνα στο λιμάνι.
-Ε, και; ρώτησε η αδερφή μου. Τι θα καταφέρουμε;
-Βρε, θα βγάλουμε λεφτά.
-Πώς; Με το καράβι που 'ρχεται κάθε δυο μέρες;
-Ε, ας τη νοικιάσουμε και βλέπουμε...
Και τη νοίκιασαν. Και τίποτα δε βλέπαμε.
Ώσπου μια μέρα ήρθε μια άλλη ξαφνική ιδέα.
-Το βρήκα! Θα την ανοίγουμε το βράδυ και θα φτιάχνουμε μεζεδάκια.
-Επιτρέπεται;
-Γιατί να μην επιτρέπεται; Καλά θα περνάμε.
Και τό 'καναν.Τα μεζεδάκια ήταν τα εξής: Κάτι τυροπιτάκια, έμαθα ν' ανοίγω φύλλο...Μωρέ μάθε τέχνη κι άστηνε...
Κάτι τυροσαλάτες, κάτι μελιτζανοσαλάτες της μάνας μου, α, και κάτι πατάτες τηγανίζαμε, μου φαίνεται. Και τι άλλο;
Α, θα ψήνουμε και χταποδάκι, θα τηγανίζουμε και καλαμάρια.
Και άρχισαν τα κεφάλαια... Τα χταποδάκια τα ψάρευε ο Α. στην άκρη του λιμανιού. Και τα 'ψηνε. Κανένα πρόβλημα. Όχι, υπήρχε ένα βασικό. Δεν τα δοκίμαζε κανείς μας. Τα σιχαινόμασταν. Τι κάνουμε;
- Α, το βρήκα! Θα τα δοκιμάζουν οι περαστικοί και θα μας λένε αν ψήθηκαν.
Έρχονταν ο άλλος ραντεβού ρομαντικό κι εμείς από δίπλα με το μισοψημένο χταποδάκι.
- Για φάτε να μας πείτε, καλό είναι;
Και μετά άρχισε το μαρτύριο των καλαμαρακίων. Έβαζα να τηγανίσω κανένα, έπαιζα το ρόλο του βοηθού, και ξαφνικά το καλαμάρι πέταγε κι εξαφανίζονταν στον καπνοδόχο. Βλέπετε οι πλακατζήδες του Ευδήλου, ο Δ. ήταν μάνα σ' αυτά, ανέβαιναν τα σκαλιά στο πίσω μέρος της καντίνας κι από κει με μια πετονιά "ψάρευαν" τα μισοτηγανισμένα καλαμαράκια, τα βουτούσαν κι έφευγαν σκασμένοι στα γέλια...
Πάντως η δουλειά καλά πήγαινε. Τραπέζια δεν είχαμε και καρέκλες αλλά κανένα πρόβλημα, ως συνήθως. Έπαιρναν τα γκουρμέ πιάτα και κάθονταν στα παγκάκια του λιμανιού....
Ε, βέβαια, είχαμε και μουσικές βραδιές. Έρχονταν τροβαδούροι, τις πρωινές ώρες, έπαιζαν τις κιθαρούλες τους παρέα και τραγουδούσαν κάτι επιτυχίες του Μπιθικώτση, του Καζαντζίδη κλπ. Κι εδώ ο Δ. είχε την τιμητική του. Τραγουδούσε με μια μοναδική φωνή, που σε μάγευε. Μικρή εγώ, τότε, του έλεγα:
- Μια μέρα θα γίνεις ένας σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής και θα σε καμαρώνουμε....
Έρχονταν και κάτι μεθυσμένοι ντίρλα και μας έλεγαν τον καημό τους.
Ο Λαζαρέτος, ο κακόμοιρος, που είχε αναλάβει να σκάβει τους τάφους, μας διηγόταν στιγμές από την περασμένη του ζωή στην Αθήνα, τη δοξασμένη, ήταν φροντιστής σε θέατρο, και κάθονταν μαζί μας ως αργά. Άμα πέθαινε κανείς στο χωριό το ξέραμε πριν απ' όλους.
-Α, ναι το ξέρω, έλεγα στη μάνα μου, ήρθε ο Λαζαρέτος το βράδυ κι ήπιε για να πάρει κουράγιο.
-Δεν το θέλω έλεγε, μα τι να κάμω...Κάποιος πρέπει να κάνει και τη βρωμοδουλειά. Έρχονταν και τα ζευγαράκια μαζί ή μετά το καυγαδάκι χώρια για παρέα και παρηγοριά. 
Κάτι ψιλά έμειναν στο τέλος. Κανείς μας δεν ήταν για έμπορος, πόσο μάλλον για ταβερνιάρης.
Μα έμειναν όμορφες αναμνήσεις, αξέχαστες. Και κάθε φορά που πάω στο λιμάνι γυρνώ πίσω.
Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Ο Δ. είναι ψυκτικός, οικογενειάρχης. Δεν έβγαλε δίσκο. Τι κρίμα.
Ο Α. έγινε παπάς, λέμε ένα "γεια" πότε πότε, μου βάφτισε και το παιδί που χει τ' όνομα της αδερφής μου. Ο Λαζαρέτος έφυγε. Δεν έμαθα ποιος έκανε τη βρωμοδουλειά.
Κι η αδερφή μου, κάπου θα 'ναι και θα γελά με την τελευταία ανάρτηση.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ο γκρεμός


Ναι, τα Τηρίματα είναι ένας γκρεμός στη Νικαριά, ο πιο όμορφος που υπάρχει.
Στην άκρη του έχει ένα πλάτωμα δυο μέτρων περίπου όπου μπορείς να ξαπλώσεις και να τηρείς τα όσα βρίσκονται από κάτω.
Αν στρέψεις το κεφάλι σου δεξιά βλέπεις ένα υπέροχο φαράγγι στο οποίο ενώνονται δυο χείμαρροι, τα Διπλόρυακα όπως το λένε. Το χειμώνα έχει μανιτάρια και κούμαρα. Ακούς το νερό να ξεχύνεται από τα βράχια και να σιγομουρμουρίζει αν έχει καιρό να βρέξει και να βρυχάται μετά από μια δυνατή βροχή. Γεμάτο με κατσίκια ρασκά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές άφοβα, ανέμελα, περήφανα.
Αν στρέψεις το κεφάλι σου δεξιά βλέπεις τη θάλασσα άλλοτε μπλε σκούρα, άλλοτε χλωμή με ομίχλη κι άλλοτε με στεριά στο βάθος. Τη στεριά της Ιωνίας ή της Χίου.
Α, ναι είναι ένας υπέροχος γκρεμός. Ο πιο όμορφος που υπάρχει. Τη νύχτα δε βλέπεις τίποτα από κάτω σου. Ξαπλώνεις μόνο κι ακούς τα τριζόνια και τα βελάσματα βλέποντας όλα τα αστέρια του ουρανού και κάνοντας όλες εκείνες τις απραγματοποίητες ευχές καθώς κάποια από αυτά σε καληνυχτίζουν κάνοντας τις πιο απίθανες φιγούρες πριν χαθούν για πάντα.
Εκεί πήγαινα παιδί με τ' αδέρφια μου, εκεί έφηβη με το αγόρι που πολύ αγαπούσα τότε, εκεί με τους πιο καλούς μου φίλους , εκεί με τα παιδιά μου, εκεί σήμερα με τους φιλοξενούμενους που ξεναγώ στο νησί και που προς μεγάλη μου έκπληξη ούτε τα ύψη αγαπούν ούτε και με την ομορφιά του τόπου γοητεύονται ιδιαίτερα.
Ας είναι. Βαφτίστηκα έτσι. Ούτως ή άλλως τα σίγουρα δε μ' άρεσαν ποτέ. Στην άκρη ενός γκρεμού λοιπόν προσέχοντας κάθε μέρα το επόμενο βήμα κι αγναντεύοντας την ομορφιά και το χείλος ταυτόχρονα.



Τα Τηρίματα, ο τόπος που αγναντεύαμε τη ζωή.... καθώς ο άνεμος μας τσαλάκωνε το πρόσωπο κι έπλαθε τα λόγια όπως εκείνος ήθελε.
 Αχ, και τώρα μια σελίδα που ούτε να την πιάσεις δε μπορείς, ούτε να μυρίσεις το χαρτί, ούτε και να το τσαλακώσεις όταν σε πονά ό,τι γράφει.
Μένει για πάντα, λένε ό,τι γράφεις εδώ. Μα πού μένει; Θαρρώ  για πολύ λίγο έστω στις ψυχές των αναγνωστών που ελπίζω να ναι δυο τρεις καλοί φίλοι που τους πήρε κι αυτούς ο άνεμος και τους σκόρπισε εδώ κι εκεί. Κι επιστολές δεν είναι στη μόδα πια. Και τα τηλέφωνα κοστίζουν. Και κυρίως δεν προλαβαίνεις να πεις τα ουσιώδη. Όσα σε καίνε. Κι ο φόβος καραδοκεί. Ότι μέρα με τη μέρα γινόμαστε όλο και πιο ξένοι...
Κι οι γιορτές και τα καλοκαίρια, δε φτάνουν πια για να γνωριστούμε από την αρχή. Γιατί πώς να το κάνουμε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι. Μπήκαν πολλά, χαρούμενα, ματωμένα, της κάθε μέρας που πια δεν τα μοιράζεσαι παρά με γνωστούς που 'χεις μπολικο χρόνο να τους μιλήσεις μα καθόλου διάθεση.
Καλή αντάμωση λοιπόν. Στη σελιδούλα τούτη. Έστω.