Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Η στολισμένη καϊσιά


Δεν είχαμε πάντα τουρίστες. Δεν μας ήξεραν παλιά. Θυμάμαι -θα ‘μουνα εφτά ή οχτώ- έναν Αύγουστο που ήρθαν στο χωριό δυο Ιταλοί. Τσακώθηκαν οι γυναίκες του χωριού για το ποια θα τους πρωτοπάρει στο σπίτι, για να τους φιλέψει κάτι. Ήρθαν σε μας τελικά, καθώς η αυλή ήταν πάνω στο δρόμο κι ήταν πιο εύκολο να τους βουτήξουμε απ’ το μανίκι. Κι αφού κεράσαμε βύσσινο γλυκό κι ανταλλάξαμε χαμόγελα και νοήματα, έφυγαν. Κι ύστερα σταυροκοπιόμασταν για καμιά δεκαριά μέρες στην πλατεία:
-Βρε, πού μας ηύραν;
-Από την Ιταλία; Τς τς τς... Κι ήρθανε μέχρι εδώ; Έλα, Παναγία μου!
-Μπας κι έχουνε κάναν ξάδερφο; Όχι; Και πώς, βρε παιδί μου;

Ύστερα μας έμαθαν. Κουτσά στραβά, δηλαδή. Κάτι είπε η τηλεόραση, κάτι έγραψαν οι εφημερίδες, κάτι αναρτήσεις και ένα δυο αφιερώματα στα περιοδικά... Ήταν αρκετά. Μάθαμε κι εμείς για τη σπανιότητα του χαρακτήρα μας κι ότι οι άνθρωποι, λέει, συνήθως πεθαίνουν πιο νωρίς απ’ ότι εμείς. «Το σίγουρο, βέβαια, είναι ότι πεθαίνουν», μου ‘πε κάποτε ένας παππούς... Άσχετο.  Μάθαμε πως τα μπάζα από το τούνελ στο Μαγγανίτη, είχανε δημιουργήσει μια μικρή παραλία που κάποιος την ονόμασε «Σεϋχέλλες» και τους άρεσε πολύ. Μάθαμε πως βαριόμαστε να δουλέψουμε και κοιμόμαστε ως αργά και γλεντάμε, λέει, όλο το χρόνο στα πανηγύρια.
-Έλα, Παναγία μου! Βρε, λες; Και για το σκάψιμο και το βόσκημα ε θα γράψει κανένας;
Κι ύστερα ήρθε εκείνη η παράξενη αίσθηση που δεν ξέρεις ποιος είσαι ακριβώς αλλά κάθεσαι και ψάχνεις στο βλέμμα του άλλου κι ανάλογα με το πώς σε βλέπει, φτιάχνεις μια εικόνα κάπως σχετική και κάπως αλλιώτικη απ’αυτή που ‘ξερες. Όλα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Τουρίστας στον τόπο σου. Και στον εαυτό σου.
-Βρε, λες;

Κι είχε η θεια μου μια καϊσιά στην αυλή. Και το τραπέζι ήτανε μικρό και το ‘πιανε ο αέρας. Κρέμαγε πάνω στον ένα κλώνο το ποτιστήρι για τα λουλούδια, στον άλλο το καλάθι, στα κλαράκια έδενε τους σπάγγους για τ’ αλεντράδιασμα της ντομάτας και κάποιες κορδέλες από μπουμπουνιέρες που χρησίμευαν συχνά για να δένει τα τσουβάλια ή τα ματσάκια από τα βότανα που μάζευε. Είχε και το μαντίλι που ‘παιρνε στον κήπο και δεν ήθελε να το ψάχνει κάθε πρωί, είχε και το καπέλο του άντρα της, είχε και δυο τρία μπουκέτα με ξεραμένα μάραθα που τα ‘θελε για σπόρο, είχε κρεμασμένη και μια μικρή πλεξούδα με κρεμμύδια, για να μην πηγαιονοέρχεται στο κατώι.
Πάω τις γιορτές και ψάχνω για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-Καλέ θεια, δε στολίσατε φέτος;
-Όχι, εμείς στολίζουμε ούλο το χρόνο, μου λέει με καμάρι.
-Ε;;

Με βγάζει στην αυλή και μου δείχνει την καϊσιά.
-Εγώ εν το ΄ξερα, μου λέει. Μα ήρθανε προχτές και τους ήκαμε εντύπωση. Να δεις φωτογραφίες και κακό... «Πολύ πρωτότυπος στολισμός!» μου λέανε. «Πώς το σκεφτήκατε; Είναι θαυμάσιο! Αυτός ο τρόπος στολισμού χριστουγεννιάτικου δέντρου δεν είναι γνωστός στο πανελλήνιο! Είστε καταπληκτικοί εσείς οι Ικαριώτες!»
Τουλάχιστον γελάγαμε κι οι δυο. Ελπίζω να γελάσουν κι οι φωτογράφοι, αν μας διαβάζουν. Δεν διαφέρουμε και τόσο... Απλοί άνθρωποι είμαστε.