Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Από το "Σήμερα"

Πλάι στις λεγεώνες των σκοτεινών προλεταρίων
που μοχθούν με την πιο φριχτή απόγνωση
ζωγραφισμένη στα κέρινα πρόσωπά τους για το ψωμί,
πλάι στην αγωνία της ανεργίας, της πείνας και της αρρώστιας
που αποχαυνώνουν τον άνθρωπο,
ιδού τα θλιβερά τάγματα των λαχανιασμένων αναζητητών που,
σφενδονισμένοι σαν από μια πελώρια φυγόκεντρο δύναμη
στο περιθώριο της ζωής, ψάχνουν ανέλπιδα μες το σκοτάδι
να βρουν τον ονειρεμένο δρόμο της επιστροφής
προς κάποιο κεντρικό σκοπό. Είναι η σκεπτόμενη νεότητα
της παράδοξης εποχής μας που κι όταν δεν πρόφτασε
να ζήσει τη φρίκη του ανθρωπομακελειού,
μεγαλωμένη μέσα στην αγωνία των μεταπολεμικών χρόνων,
βρέθηκε μες το τρίστρατο όπου οι πιο σεβάσμιοι πίνακες
των παλιών αξιών χλευάζονται από την πιο σαρκαστική,
την πιο τραγική πραγματικότητα.
............................................................
Με τις δυο μεγάλες αυτές φτερούγες ο άνθρωπος
υψώθηκε ανάμεσα ουρανού και γης σαν ημίθεος.
Τι γλυκιές λέξεις! Τι αιώνιες ιδέες! Ελευθερία- Ισότητα!
Μα ωστόσο φύσηξε βοριάς και σηκώθηκαν από τα μάτια μας τα πέπλα.
Μόνον αυτό δεν είχαν υπολογίσει οι θεωρητικοί ιδεολόγοι!
Ελευθερία, ναι. Μα ελευθερία εμπορική, οικονομική.
Ατομιστικό άπλωμα του κεφαλαίου, που φτάνει
ως την κρατική κατάκτηση μερικών "βάρβαρων" αποικιών (για εκπολιτισμό!)
για να γυρίσει στα εθνικά σύνορα να πραγματώσει και την κατάκτηση του προλεταριάτου.
Ελευθερία, ναι. Αν μπορείς, απλώσου κι εσύ. Μ' αν δεν μπορείς,
αν δεν στέργεις τους ίδιους τρόπους, αν σου έκανα με την ελευθερία
που διάθετα εγώ αδύνατο το δικό σου άπλωμα- υποτάξου!
Και η Ισότητα; Πραγματοποιημένη σ΄όλους τους εξωτερικούς τύπους
-εκτός από την οικονομική, γιατί εκεί η Ισότητα ήταν τόσο
αντίθετη με την ...Ελευθερία.
........................................................
Όχι, δεν είσαστε σεις που θα θυσιάσετε την ελευθερία,
γιατί κανείς δεν διακυβεύει το ανύπαρκτο πια.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος παρά μόνο
σε ένα σύνολο ελεύθερων ανθρώπων,
και η πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της ελευθερίας
είναι ο αγώνας για την κατάκτησή της.
Γιατί η συμπαθητική πλάνη της δημιουργίας ηρωικής προσωπικότητας
εξανεμίζεται μπροστά στο κοσμογονικό ανέβασμα
μιας ολόκληρης ανθρωπότητας που ανάμεσα από τη θηλειά
της κρεμάλας της επήρε επίγνωση της αξίας της.


Από το άρθρο του Γιάννη Μηλιάδη 
"Ανησυχίες και πλάνες" δημοσιευμένο στο 9ο φύλλο του περιοδικού "Σήμερα" το Σεπτέμβρη του 1933
Το περιοδικό έβγαλε μόνο 13 τεύχη από τον Γενάρη του 1933 ως το Γενάρη του 1934. 
Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά "Μέσα στις σελίδες του Σήμερα πραγματώνεται η πιο παράδοξη ιδεολογική συνύπαρξη που χαρακτηρίζει ωστόσο ανάγλυφα την πρωτοπορία των επαναστατημένων αστών ενάντια στην τάξη τους"



Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις...

φωτό από εδώ

 Το ψάχνω διαρκώς. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά, στις βόλτες. Είναι σαν το παιχνιδάκι που παίζαμε παλιά ψάχνοντας για το δαχτυλίδι που κρύβονταν στις χούφτες των άλλων παιδιών.  Μόνο που τώρα αλλάξαν οι καιροί. Ένα απλό χαμόγελο, αληθινό, ξένοιαστο, τούτο αναζητώ κάθε μέρα.  Είναι αρκετό για να λέω ότι κέρδισα. Κρύβεται ανάμεσά μας ξεχασμένο, τσαλακωμένο στις τσέπες, κρυμμένο στην πίσω πλευρά της στάσης, μέσα σε σκοτεινιασμένες καρδιές κι πίσω από δόντια σφραγισμένα. Αν κατορθώσω να το ανακαλύψω, σταματώ την αναζήτηση και ησυχάζω κάπως, ελπίζω. Την άλλη μέρα αρχίζω από την αρχή. Τελευταία περνούν βδομάδες κι εγώ ακόμη ψάχνω. Χάνω πολλούς γύρους έτσι. Μα πού και πού το βλέπω ξαφνικά να λάμπει...
 Μια Τρίτη, για παράδειγμα, το βρήκα κρυμμένο στο καθρεφτάκι ενός αμαξιού. Η συννεφιασμένη γυναίκα που οδηγούσε έχοντας για μοναδική κουβέντα την απαράδεκτη κατάσταση της χώρας, τις αδικίες και τα τζάμπα γράμματα που έμαθε, σήκωσε το κινητό, πήρε μια ανάσα ανακούφισης, κατάλαβα ότι δεν ήταν από τράπεζα το τηλεφώνημα, και τσουφ! έσκασε μύτη... Ένα αδιόρατο χαμόγελο στο καθρεφτάκι κι ένα γελάκι έπειτα, μάλλον μυστηριώδες, απευθυνόταν σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της γραμμής, αρκετό για να μου χαρίσει την πρώτη και μοναδική νίκη της εβδομάδας.
 Την προηγούμενη Πέμπτη, στο χασάπικο, ο πρόσχαρος -μέχρι πέρσι- κρεοπώλης δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον για την αναζήτησή μου. Πάνω από το ψυγείο με τα κρέατα έχει τοποθετηθεί μια τεράστια οθόνη και παραμορφωμένες φάτσες με γουρλωμένα μάτια, σφιχτά χείλη και στεντόρεια φωνή ενημερώνουν συνεχώς για τις δυσάρεστες εξελίξεις, την ταλαιπωρία από τις ουρές, την αγανάκτηση γερόντων που ψωνίζουν στις λαϊκές αγορές, τη γενική απογοήτευση που πλανάται. Έτσι εξασφάλισε πια κι αυτός, μόνιμα σχεδόν, δυο μεγάλες ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια, μια τρεμουλιαστή φωνή και μια τεράστια ευχαρίστηση την ώρα που τεμαχίζει τα κομμάτια μόσχου. Καμιά φορά πάει να με ξεγελάσει σκάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο καθώς μου δίνει τα ρέστα, μα είναι τόσο φανερό πως το κάνει μόνο και μόνο για να παραμείνω πελάτισσα, που το αγνοώ εντελώς.
 Κείνη τη μέρα όμως όμως εμφανίστηκε τρέχοντας η μικρή του κόρη, πήγε πίσω από το ταμείο, του τράβηξε το μανίκι κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά, της έσκασε δυο φιλιά, έπαιξε με τα κοτσιδάκια της, δεν ξέρω αν οι ρυτίδες είχαν χαθεί για λίγο, μα η μικρούλα με κοίταξε πονηρά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη και μου έδωσε μια νίκη ακόμη. Ένα γέλιο γάργαρο, αληθινό.
 Αυτή τη βδομάδα δεν κέρδισα ούτε πόντο. Ένα πρωί, που 'χε ήλιο κάπως κι εγώ είχα όρεξη, ακολούθησα μηχανικά ένα ζευγαράκι που μου φάνηκε ευτυχισμένο. Λέω από μέσα μου, κάτι ευχάριστο θα πουν και θα γελάσουν, μα τίποτα. Κατέβαιναν σιωπηλοί, ο καθένας στις δικές του σκέψεις, έστριψαν στο στενάκι της εφορίας. Συνέχισα το δρόμο μου. Παρακάτω μια παρέα ηλικωμένων αντρών μαζεμένοι στο παγκάκι, κρατούσαν κομπολόγια και κουβέντιαζαν σιγανά.  Πέρασα ξυστά, έκανα πως έδενα τα κορδόνια, άκουσα δυο φριχτές κουβέντες, του τύπου "καλύτερα ήταν τότε στη δικτατορία, τέτοια δεν είχαμε..." κι έφυγα βιαστικά χάνοντας πια κάθε διάθεση για παιχνίδι.

 Αν βρείτε κάνα γελάκι, στείλτε... Τώρα που σκοτεινιάζει έχει περισσότερο ενδιαφέρον η αναζήτηση.
 Καλή επιτυχία...



Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.