Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο φιλαλήθης

φωτογραφία: opsikarias.blogspot.gr

Νύχτωσε χωρίς να το καταλάβει. Είχε πάει στα μέρη του Αγίου, το χωριό του όμως ήταν από την «άλλη πάντα» και το πέρασμα απ’ το Κακό Καταβασίδι ήταν αδύνατο βραδιάτικα. Πάει στην πλατεία της Πλαγιάς, το τελευταίο χωριό πριν απ’ το πέρασμα, δένει το γαϊδουράκι του σ’ ένα δέντρο και μπαίνει στον καφενέ.
-Καλώς τονε! Ηνυχτώθηκες βρε συ; Α ξωμείνεις στο χωριό μας;
-Ε, άμα βρεθεί στρώμα...
-Εδώ, σε μένα, δήλωσε επιτακτικά ένας γνωστός του χωρικός κάνοντας τους άλλους να μαζευτούν. Κάτσε να πούμε καμιά κουβέντα και πάμε μετά να σου στρώσω στο πυργάρι. Κρασάκι;
-Ναι, του απαντά ο ντροπαλός έφηβος.
-Για πες...
-Τι να πω;
-Τα νέα απ’ έσω. Εν ήγινε τίποτα στο χωριό σου;
-Όχι, τα ίδια.
-Αααα, τα ίδια... Στον Εύδηλο;
-Τα ίδια, εν ήκουσα κάτι.
-Στην Ξανθή; Στην Ακαμάτρα;
-Τα ίδια.
-Όφου... Για πες μωρέ καμιά ψευτιά να περάσει η ώρα.
-Α, ψευτιές εγώ δε λέω ποτές, του απαντά ο νεαρός που όντως απεχθανόταν τα ψέματα από μικρός.
-Μάλιστα...
-.................

Στον καφενέ μια πληκτικότατη σιγή. Ο ένας κοιτούσε τον άλλον κι όλοι μαζί τον τοίχο. Ώσπου ο χωρικός βάζει τις φωνές.
-Ωχ, Παναγία μου, ο Θεός το φύλαξε το παιδί!!! Τι ήταν αύτο δά το πράμα, ηνετρίχιασα...
-Ήντα ‘γινε; ρωτούνε με ένα στόμα οι υπόλοιποι πελάτες του καφενέ.
-Ηπήε να πνιγεί το παιδάκι, ήπεσε μες τη θάλασσα και ηβούτηξε ένας από την Περαμαριά και το ‘βγαλε μισοπνιγμένο.
-Τι λες; Ποιο παιδί; συνεχίζουν οι πελάτες.
-Του τάδε.
-Α, τον ξέρω, που ‘χει κουνιάδο το Γιώργη, λέει ένας. Ηκάμαμε μαζί στο στρατό. Για λέγε.
-Ε, τι να λέμε τώρα.... Ήτανε δυομισάρικο. Ήρθε χολοσκασμένη η μάνα του....
-Α η Μαριγούλα... Ναι, πείτε βρε παιδιά, που η αδερφή της έχει παντρευτεί τον τάδε αφ’ το Χρυσόστομο...
-Ναι αυτή, κι ηλιποθυμούσε κι ήπεφτε στα πόδια του αθρώπου που το ΄σωσε...
-Ποιος ήτονε;
-Αγούγεται έτσι.
-Α, κατάλαβα, θα ‘τονε ο Φάνης που ξέρει και κολυμπά καλά. Βρε, να τον εδείτε πώς κολυμπάει αύτος δά ο άθρωπος.

Και πώς κολυμπά με τα χέρια έτσι κι έτσι και πώς ήτανε η γιαγιά του μικρού συμπεθέρα με τη Μαριώ του Γιάννη και πώς έγινε το συμπεθεριό και να ‘χουνε γίνει όλοι στο καφενείο μια κεφάτη παρέα γύρω από το τραπέζι με τον λαλίστατο κύριο και τον φιλαλήθη σιωπηλό νέο.
Περνάει καμιά ώρα με σταυροκοπήματα, μνήμες απ’ το στρατό, ξεχασμένες συγγένειες... Η πλήξη ήταν πια παρελθόν.
Κι έρχεται η κρίσιμη ερώτηση.
-Πότε ήγινε το περιστατικό;
-Σήμερις το πρωί.
-Και συ πώς το ‘μαθες;
-Να, ο νεαρός ετούτος μου το ‘πε τώρα δά..

«Εν ητόλμησα να πω κουβέντα, παιδάκι μου, μα κείνο το βράδυ αφ’ τη ντροπή μου ήμαθα, που λες, πως το Κακό Καταβασίδι περνιέται και με σκότος...»



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 5-2-2014