Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το "ναι" κι η συνταγή που χάθηκε.


στης αυλής τα λούλουδα
  Ήτανε πάντα περήφανη κι αξιοπρεπής. Με την οικογένεια, τον άντρα της και τα τρία της παιδιά, ύστερα από χρόνια με τα εγγόνια και με τον παππού κατάκοιτο σχεδόν. Απόκτησε τότε το πιο μικρό παιδί της και τον έλουζε, τον χτένιζε, τον καμάρωνε. Δεν είχε χρόνο μήτε για βόλτες, μήτε για πολλές κουβέντες. Μα σαν ένιωθε πως πνίγονταν από τις έννοιες, τους άφηνε για μισή ώρα το πολύ κι ερχόταν στην αυλή.
Με το χαμόγελο και με λέξεις χιλιάδες να στέκουνε στα χείλη. Βιάζονταν όμως να βγουν κι έρχονταν κουτρουβαλιστές.
Κατάγονταν, βλέπετε, η γυναίκα ετούτη απ' άλλα μέρη, βορειοελλαδίτικα, και μιλάνε αλλιώτικα εκεί. Περιφρονούν τα φωνήεντα -που εμείς τα 'χουμε σε μεγάλη υπόληψη- κι αμολούν κάτι σύμφωνα στη σειρά κι άνοιγα τα μάτια και τ' αυτιά ν' ακούσω τίποτα, να καταλάβω. Η προσπάθεια ήταν εξοντωτική και θα τα παράταγα. Κι εγώ κι όλοι μας. Μα έλα που 'κανε και κάτι κινήσεις όμορφες με τα δυο χέρια κι εσηκώνουνταν και μας παραστούσε τον έναν και τον άλλο, το γιο, τη συμπεθέρα, τη γειτόνισσα.
 Και πού να την αφήσεις τέτοια απόλαυση, μοναδική!
 Και τον εαυτό της παρίστανε κι εγελούσε και είχε και φράσεις σοφές να μας παρηγορούν στα δύσκολα ή να μας προβληματίζουν στα εύκολα... Μ' αυτές δε βιάζονταν να τις πει. Όχι, τόνισε μία μία λέξη ξεχωριστά, σα να 'ταν συνταγές πολύτιμες που έπρεπε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να μπουν μες το μυαλό μας όμορφα, με τάξη, να σφηνωθούν εκεί, να μη χαθούν ποτέ.

Μα ύστερα εκείνος πέθανε και πήρε μαζί του εκτός απ' την αγάπη τους και κάτι άλλο πολύτιμο.
Πήρε τις αναμνήσεις όλες.
Δεν άφησε μήτε συμβάντα, μήτε ονόματα, μήτε το χρόνο, τίποτα!
Μια γόμα και σβηστήκαν όλα.
Όχι όλα, σχεδόν όλα.

Ένα απόγευμα αυγουστιάτικο εμφανίστηκε στην αυλή σκαστή σχεδόν.
Έκατσε σε μια καρέκλα της αυλής, δε θυμόταν νέο κανένα. Μονάχα όσα άκουσε τα τελευταία λεπτά.
Ούτε κι εμάς μας θυμόταν, μοναχά τη φιγούρα της μάνας μου που μοιραζόταν μαζί της πολλά και για πολλά-πολλά χρόνια κι ένιωθε οικειότητα.
-Κι όπως κατέβαινα, αν έχεις το Θεό σου, ακούω λέει πως χώρισε ένα ζευγάρι. Δε θυμάμαι ονόματα. Μα χωρίζουν τα ζευγάρια; ρωτάει με αφοπλιστική αφέλεια μικρού παιδιού.
-Ε, χωρίζουνε καμιά φορά, της απαντά η μάνα μου με μούδιασμα για τα πρόσφατα τότε καμώματα της κόρης της.
-Και γιατί να χωρίσει ένα ζευγάρι; συνεχίζει απτόητη. Ε, αυτό ούτε το πιστεύω ούτε και το καταλαβαίνω... και κούναε το κεφάλι.
-Ε, να, συνέχισε η μάνα μου, είναι που δε συμφωνούνε και τσακώνονται κι άμα δε συμφωνούνε πιο καλά είναι να χωρίσουνε (της είχα πλασάρει εγώ το επιχείρημα την προηγούμενη μέρα, όχι πως το πίστευε).
-Τι θα πει δε συμφωνούν; ρωτά με γουρλωμένα μάτια. Αφού είναι ζευγάρι, γίνεται να μη συμφωνούν;
-Ε, μα καμιά φορά να, ο ένας λέει έτσι, ο άλλος λέει αλλιώς... Διαφορετικές απόψεις έχουνε, ε, κι οι καβγάδες εν είναι καλό πράμα..
-Έλα Παναγιά μου, βάζει τις φωνές, κι είναι λόγος αυτός, μωρέ να χωρίσει ένα ζευγάρι;  Άποψη, λέει. Βρε είχαμε εμείς άποψη; Θυμάσαι να 'χαμε άποψη; ρωτάει στους ίδιους υψηλούς τόνους.
Σα να 'ταν χτες και να τα θυμόταν όλα.
-Κείνο που νομίζαμε σωστό κάναμε, μα στις κουβέντες... συμφωνούσαμε πάντα. Θυμάσαι εσύ άλλα; Μια απόφαση είχα πάρει κι ό,τι κι αν άκουγα ένα "ναι"έλεγα και όλα τελειώναν όμορφα  Μια λέξη είναι το"ναι"...  Λέγε "ναι"!  Σιγά το δύσκολο.
Η μάνα μου είδε τα φώτα απ' τ΄αμάξι των παιδιών που 'ρθαν να την πάρουν, την έπιασε απ' το μπράτσο τρυφερά.
-Μα ναι, έτσε δά είναι που τα λες. Μα ποιος ακούει. Ακούν κανένα; Βρε, διάολο εν ακούν.
Κι ύστερα μπαίνοντας στο σπίτι...
-Την ήκουσες; Μη γελάς καθόλου. Πιότερο μυαλό είχαμε τότε. Κι αυτή την είδες;  Πιότερο έχει από σένα.



Ύστερα το σκέφτηκα καλύτερα. Βρε, μπας είχε δίκιο; Από τρελό κι από μικρό...
Κι έπιασα να διαδώσω τη συνταγή μπας κι είναι γιατρικό. Για τους άλλους βέβαια, γιατί εγώ έχω ασθένεια ανίατη. Και την έδωσα στη φιλενάδα την πιο καλή και την πιο παραδοσιακή, ας πούμε, για να μην τσακώνεται με τον καλό της. Δεν τσακώθηκε, μα αν το συνέχιζε θα χώριζε κατευθείαν.
Κόντεψε να τον τρελάνει τον κακόμοιρο.
"Βούιζε το κεφάλι μου, μου 'λεγε μετά ο σύζυγος, ο οποίος δεν είχε υποψιαστεί πως εγώ ήμουν η αιτία της ξαφνικής μετάλλαξης της γυναίκας του. Δεν μπορείς να φανταστείς. Ό,τι και να της λέω, να μου απαντάει:


-Ναι, ναι, ναι...
-Τι ναι; 
-Ναι, αγάπη μου, ναι ,ναι. 
-Βρε, με δουλεύεις; Γιατί σιγά μη συμφωνείς.
-Ναι, αγάπη μου. Εεε, όχι αγάπη μου, δε σε δουλεύω. Τα λες πολύ σωστά όλα. Κι εγώ μαζί σου.


Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Πήγε να μου στρίψει. Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα...."

Ε, την έπιασα ξανά με τρόπο.
-'Αστο, κορίτσι μου, δεν πιάνει. Μην παιδευόμαστε άδικα. Πάει τη χάσαμε τη συνταγή. 
Ζωή κι αυτή!



Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

αλλά τα βράδια ...

Στο χωριό... Αύγουστος 2011
















Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη


Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο


Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δως μου το χέρι σου...
Δως μου το χέρι σου


(Τάσος Λειβαδίτης, 
από τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», 1953)


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

"Βρε, πιο καλά..."

Στα ουζερί του λιμένος - καλοκαίρι 2011
Ένας παράξενος Ιούλιος ήταν ο φετινός. Μια ατέλειωτη μπουνάτσα, μήτε μια μέρα δεν έκαμε να ρυτιδιάσει η θάλασσα. Παραδεισένιος καιρός. Μα οι ψυχές όλων σε μια αγωνία. Τι θα γίνει, πού θα πάει η κατάσταση, από Σεπτέβρη θα 'ρχονταν λέει νέα μέτρα, μπορεί και το τέλος της κυβέρνησης, μπορεί και το τέλος της χώρας. Μα κάποιοι δεν αγωνιούσαν πια. Τέλειωσαν νωρίτερα...
Τι 'τανε κείνο! Αν όχι κάθε μέρα, τουλάχιστον μέρα παρά μέρα άκουγες για τον ξαφνικό θάνατο κάποιου, πνιγμοί, εγκεφαλικά, μέχρι και αυτοκτονία. Πάνε και οι διεθνούς ακτινοβολίας ευοίωνες προοπτικές μιας αιωνόβιας ζωής, πάνε και οι θεωρίες περί "αειζωίας", πάνε και τα πανηγύρια που αναβάλλονταν το ένα μετά το άλλο... Μια κατήφεια γενική. "Τι μήνας κι αυτός!" "Να πάει και να μην ξανάρθει..."  Κι άλλα τέτοια άκουγες συνέχεια.
Στο λιμάνι ένας δυο γνωστοί. Όλοι γνωστοί δηλαδή, πού τουρίστας κείνο το μήνα, μα ε, δε μιλάμε όλοι μεταξύ μας. Ο σερβιτόρος μεσήλικας. Φίλος των γνωστών μου από την Αθήνα...
-Πώς πάνε οι διακοπούλες; του λέει ο Μάνος που μόλις είχε έρθει από τον Πειραιά.
Καλά; Καλά;
Τι 'τανε να του πει τέτοια λόγια και να χαμογελά κιόλας;
Ακουμπά κάτω το δίσκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι αλλιώς, απ' ότι κατάλαβα μετά, εθελοντικά έκανε το σερβιτόρο, σε άδεια ήταν ο άνθρωπος... Παίρνει την καρέκλα αποφασιστικά στο μέρος του, κάθεται με το 'να πόδι έτοιμο να ξεκινήσει πάλι.
-Βρε, με δουλεύεις; Ε ντρέπεσαι; Εδώ βρε χάνεται ο κόσμος!  Ηπελάγωσα από τη μέρα που 'ρθα... Κηδείες, μνημόσυνα, κόλλυβα, εδωνά ο αδερφός μου ζορισμένος, τα βράδια ξενυχτάω πήγαιν' έλα να σερβέρω, τη μέρα να συνεφέρω τις πεζούλες, το σπίτι είν' έτοιμο να πέσει,  τα γραμμάτια κάτω τρέχουνε σαν παλαβά, δουλειά αμφιβάλλω αν θα 'χω- ο διάολος λέει πως α το κλείσει το ρημάδι.... Δηλαδή, χάλια, χάλια, που πιο χάλια ε γίνεται, έλεγε κουνώντας με νεύρα και τα δυο του χέρια. Άκου διακοπούλες...
-Βρε παράτα τα και ξεκουράσου λίγο... απαντά κάπως μουδιασμένος ο Μάνος.
Εκείνος πιάνει το μέτωπο, γυρνά το κεφάλι δεξιά κοιτώτας προς τα κάτω, σηκώνεται, του δείχνει την παλάμη του τη βρεμένη.
-Βρε, αυτο δά το βλέπεις; Το δες; Ίδρως είναι. Τ' ακούς; Ίδρως. Ετσεδά θα τρέχει μέχρι το πρωί. Παράτα τα, λέει... Λες να μη θέλω;. Μπορώ όμως, ε; Πε μου. Μπορώ;
Ο Μάνος παραιτείται και τον κοιτά με οίκτο πια.
Πάει, μας το χάλασε το κέφι.
Μιλιά δε βγάζει κανείς.

Μα ξαφνικά, λίγο πριν μπει μέσα στο μαγαζί, μια αναλαμπή!
Δε βλέπω το πρόσωπο, μα δείχνει κάτι να σκέφτεται. Σταματά κι αμέσως μετά μια όπισθεν σχεδόν.
Ο Μάνος ξαφνιάζεται. Σα να τον φοβάται πια μετά από τόση κατσάδα που άκουσε.
Αλλά το ύφος του είναι εντελώς διαφορετικό. Παιχνιδιάρικο. Με τσαχπινιά θα μπορούσε να πει κανείς. Σαν να' ναι κάποιος άλλος τώρα...Τον αγγίζει στον ώμο με τη γνώριμη ζεστασιά των Ικαριωτών. Η φωνή του έχει γλυκάνει παράξενα κι ακούγεται ψιθυριστή σχεδόν σα να συνωμοτούσαμε για κάτι...
-Ε, μα να σου πω... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, πιο καλά. Τι λέτε κι εσείς, παιδιά, ε; Συφωνούμε; Σιγά τα βάσανα... Παρά να πεθάνουμε, ε; Βρε, καλύτερα...
Θυμήθηκε φαίνεται το θανατικό, ήρθε στη θέση τους, του φάνηκε αχαριστία τόση γκρίνια για τα βάσανα τα επίγεια, το 'δε αλλιώς, σε μια στιγμή μονάχα... Ε, και το γύρισε.
Έτσι κι αλλιώς πόση ώρα αντέχουν οι Καριώτες τη γκρίνια;
Είτε την ακούν, είτε την εκφράζουν. Όχι, το γυρίζουν εύκολα.
Βρε, πιο καλά...


Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κόρες του γιαλού

Βλέμμα ναζιάρικο, πείσμα κι οργή που ανάβει και φουντώνει απότομα, όρεξη γι' αγκαλιές και χαμόγελα, κάνει μόνο όσα θέλει και για τ' άλλα.... προσποιείται για λίγο κι ύστερα κάνα δυο κοπλιμέντα, δυο τρία στριφογυρίσματα προσποιητά κι έπειτα στον αρχικό της στόχο.
Αγαπά τα χάδια και γουργουρίζει γατίσια.
Κάποιες φορές σουφρώνει τα δυο της φρυδάκια και κάνει ξανά πως είναι μωρό κι αμέσως μετά υψώνει τη φωνή και θέλει να τη λογαριάσουμε για μεγάλη.
Διεκδικεί κάθε δικαίωμα από τη ζωή άφοβα με τρόπο που δε σε θυμώνει ποτέ, έστω κι αν πρέπει να καμωθούμε πως μας θύμωσε.
Βάζει στα μαλλιά κοκαλάκια και φτιάχνει τέλειες πλεξουδίτσες. Νωρίς νωρίς εγκαταλείπει τα φουστάνια και προτιμά τα τζην και τα παράξενα βραχιόλια, τα σκούρα μπλουζάκια, τις αλυσιδίτσες στο πόδι, το αεράτο βάδισμα.
Αργεί πάντα να ετοιμαστεί και αργεί επίσης να επιστρέψει.
Ξέρει καλά να γέρνει με τρόπο το κεφαλάκι και να σου κάνει νοήματα πίσω από την πλάτη των άλλων σα γνήσιο θηλυκό. Σχολιάζει έτσι τις αντιδράσεις τους που ποτέ μα ποτέ δεν παίρνει στα σοβαρά.
Δεν φοβάται τίποτα ακόμα κι όταν εμείς ουρλιάζουμε σχεδόν όταν ανακαλύπτουμε  τα επικίνδυνα καμώματα που σκαρφίζεται.
Της μοίρας τα ταρακουνήματα που κερνά αρρώστιες και κακοτυχίες ξέρει να τα πιάνει από τα μαλλιά. Κι όλα τότε υποκύπτουν στη δική της θέληση. Μ' ένα μαγικό τρόπο σκύβουν το κεφάλι και χάνονται. Κι εμείς που τη χάσαμε πια ετούτη τη δύναμη με τα χρόνια, λέμε μοναχά "θυμάσαι τότε;" και τρέμουμε σε κάθε παραστράτημα κι απομένουμε αδύναμες να θυμηθούμε στ' αλήθεια εκείνο το κουράγιο και τη θέληση... Απομένουμε μονάχα να χαζεύουμε ομοιότητες, κινήσεις και συνήθειες που μας θυμίζουν τα δικά μας δώδεκα ή τα δικά μας δεκατέσσερα, τη δική μας αέρινη ύπαρξη...

 Κείνη γελά δυνατά και μας κοιτά με τσαχπινιά, χαζεύοντας τον ήλιο που αχνοφαίνεται καθώς χαράζει μετά το πανηγύρι. Κι ανάγκη τότε, αλήθεια, δεν έχουν τις μανάδες οι κόρες του γιαλού, οι καριώτικες, του κόσμου όλου. Οι άτρωτες.

 Καλό ξημέρωμα, μικρές φιλεναδίτσες...





Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Οι καλομοίρες κι ο τρόμος του βασιλόφιδου

 Ο μύθος του χωριού κι ο τρόμος όλων δεν ήτανε τα φαντάσματα, οι καλομοίρες, όπως τα ονόμαζαν. Ετούτες ήτανε καλές, όπως μαρτυρά και τ΄όνομά τους κι η υποτιθέμενη παρουσία τους αποδεκτή απ' όλους.
Μονάχα εμάς τα παιδιά μπορούσαν να φοβίσουν. Για τους μεγάλους ήτανε η συντροφιά, τάχα, στα σκοτεινά περάσματα κι η εύκολη απάντηση για οτιδήποτε δε μπορούσαν να εξηγήσουν με τη λογική.

-Κι όπως ερχόμουνα, βρε παιδιά, λέγανε στο καφενείο, άξαφνα ακούω ένα γδούπο παράξενο.
-Ε, καλομοίρα, θά 'τονε, απαντούσαν οι σοφότεροι.
-Κι εκεδά που ανέβαινα απ΄τ΄Αλί Κασί, έλεγε άλλος την επόμενη βραδιά, δυο ξύλα ηπέσανε άξαφνα στα πόδια της γαϊδούρας...
-Ηφοβήθηκε το ζώο; ρωτούσαν οι ειδήμονες.
-Αν ηφοβήθηκε, λέει, ήρχισε κι ητσίναε κι ίσα να με ρίξει από κάτω...
-Ε, κι απέκειο, τις φοβούντε μαθές τις καλομοίρες τα ζωντανά... Κείνη δά θα τα 'ριξε τα ξύλα.
-Βρε, ε μ΄ένοιαζε, το ΄χα πναστεί κι από μονάχος μου... Μόνο που ηναγκάστηκα να κάμω από άλλο δρόμο, γι' αυτό δα κι ήργησα. Εν ηπέρναε τ΄αναθεματισμένο από κείνο δα το σημείο με τίποτα...
Οι πιο "γενναίοι" έκαναν και συζήτηση μαζί τους...
-Κάνω πως περνάω την Αλάμα και να σου μια καλομοίρα που ε κιοτούσε να με δει στα μάθκια παρά μου 'λεγε κάτι ζαβάδες που γρι εν ηκαταλάβαινα. Ε, μα εγώ, μαθές, τη γνώρισα. Ήτονε η κυρά- Ρήνη, η συχωρεμένη, κι ηθάρρου πως α με τρομάξει...
Μετά από τέτοιες διηγήσεις βέβαια ακολουθούσε σιωπή στον καφενέ. Μόνο κάνα κούνημα του κεφαλιού οι πιο ευγενικοί. Οι άλλοι συνέχιζαν την πρέφα χαμογελώντας πονηρά. Κι ήντα να πεις, μαθές, για τη φαντασία του καθενός...

Dolichophis caspius  (Caspian Whipsnake)
                      φωτό από εδώ 
        Tο βασιλόφιδο της Νικαριάς.
Αν και χωρίς την ..."κορώνα" του μύθου.
Εκείνο που 'κανε τα μάτια των χωρικών να γουρλώνουν, τα χέρια να παραλύουν και το στόμα ν΄ανοίγει διάπλατα ήτανε μόνο η εμφάνιση του βασιλόφιδου! Ζούσε λέγανε στα χωράφια του Αλί Κασί μα είχε κάνει την εμφάνιση του και σε κάτι νερά παρακάτω στην εκκλησιά του Αη Νικήτα...
-Αυτό το φίδι είναι του βασιλιά; ρωτάγαμε τον πατέρα μου σαν ήμαστε μικρά.
-Μωρέ του Θεού θα 'ναι, για να ζει σ' αυτό τον κόσμο. Μα το 'βγαλαν έτσι, γιατί στο κεφάλι του έχει ένα εξόγκωμα σαν κορώνα.
Αυτό μόνο. Κι ότι ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο. Ούτε ότι επιτέθηκε σε κάποιον ούτε ότι δάγκωσε ποτέ κανένα είχαμε ακουστά. Ξέραμε μόνο ότι ετούτο μόνο με τ΄όνομά του τους φόβιζε όλους. Ξέραμε ακόμη πως ήταν ένα. Ποτέ δεν έλεγαν τη λέξη στον πληθυντικό, μόνο "το βασιλόφιδο" έλεγαν. Με το "το" τονισμένο.
-Το 'δες ποτέ, μπαμπά;
-Θαρρώ. Μα πριν το δω το φοβόμουν γιατί μικρό σαν ήμουν είδα το Σταύρο πώς έγινε άμα το 'δε...
Ηνεβαίναμε το μονοπάτι κι ηκάτσαμε ν' αποσκιάσουμε. Άξαφνα ακούμε ένα θόρυβο μεγάλο πίσω μας μα ίσαμε να καταλάβουμε βλέπουμε το Σταύρο που ηκοίταε κατα κεί κι είχε σταθεί σα στήλη άλατος. Κάναμε να τον συνεφέρουμε μα ηκόντευε να μας μείνει στα χέρια. Πώς βλέπεις έναν πεθαμένο που στέκει ακόμη όρθιος δίχως ψυχή, χωρίς βλέμμα ζωντανό, χωρίς μιλιά; Ετσε δά τονε. Πιάνουμε και τον κουβαλάμε στο χωριό. Τον βλέπει η γιαγιά του και βάζει τις φωνές."Άχου, ήντα 'παθε το παιδί;" "Το και το..." "Παναγία μου, είδε το βασιλόφιδο, τρεχάτε να το συνεφέρουμε..."
-Και συνήλθε;
-Ύστερα από μέρες. Δεν ηκουνιούνταν, δεν ήβγαζε άχνα. Μόνο που 'νάσαινε.
-Κι ύστερα;
-Γρι. Είπε μόνο μια φορά πως το δε κι ύστερα δεν την ήθελε πια αυτη δα τη συζήτηση. Βρε, και μεγάλος που 'τονε, ηταράζοντο άμα ήπιανες να τον ρωτήσεις για το βασιλόφιδο.
Άκουσα κι άλλες ιστορίες αργότερα. Άλλος πως είναι τόσο χοντρό σαν το γαστρί για τις μέλισσες, άλλος πως έσπαγε κλαδιά στο πέρασμά του κι όποιος τα έβλεπε εξαφανίζονταν από την περιοχή για μέρες. Άλλος πως έχει την ικανότητα να μαγνητίζει εκπέμποντας ένα είδος ηλεκτρισμού. Ο πατέρας μου πάλι πως, όταν το 'δε τελικά, ηπέρναε από τον ένα βράχο στον άλλο δίχως ν΄ακουμπά στο έδαφος. "Απάνω από το μονοπάτι που απείχανε τα βράχια κάνα δυο μέτρα άξαφνα έκαμε σκιά κι αντί για σύννεφο ήτον εκείνο. Επάγωσα κι έμεινα με το σταμνί στα χέρια για ώρα πολύ." 
Το εξόγκωμα στο κεφάλι δεν το σιγούρεψα βέβαια. Άλυτο το μυστήριο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα χωράφια κείνα ρήμαξαν κι ο μύθος(;) ετούτος ξεχάστηκε σχεδόν.

Ο τρόμος της παραλυσίας, όχι.
Εκπέμπεται από άλλες πηγές σήμερα....

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

"Το βιβλίο και τα μάτια σας..."




..μας έλεγε η μάνα.
Τέτοια εποχή δεν περίμενα τίποτα άλλο με πιότερο ενθουσιασμό. Κι έτσι τη δεύτερη μέρα που ανοίγαν τα σχολειά- η πρώτη ήταν με τον παπά και την αγιαστούρα- καθόμουν φρόνιμα στο θρανίο και τα περίμενα. Όχι τόσο τις γνώσεις που κρύβαν.Την ύπαρξή τους κυρίως. Γινόμουν πλούσια σε μια μονάχα μέρα. Είχα πραμάτεια για το σπίτι. Όχι με άδεια χέρια. Όχι!
Είχα χρώματα να φέρω... Εξώφυλλα όμορφα, σελίδες πλούσιες, γράμματα που τ' άγγιζα και τ' αναγνώριζα.
Όλοι με κοιτούσαν με θαυμασμό. "Τι; Όλα τούτα θα τα μάθεις εφέτο; Μωρέ, μπράβο!"
Κι εγώ καμάρωνα σα σκεπάρνι, που λέγαμε, μεγάλωνα δυο πόντους τουλάχιστον εκείνη την ημέρα. "Άμε, θα δείτε, θα τα μάθω όλα!" κρυφογέλαγα όλο καμάρι.... Ύστερα κλεινόμουν στο δωμάτιο για το δικό μου το προσκύνημα. Δεν ήθελα να ξέρουν την αδυναμία μου...
 Τ' αγαπούσα τόσο, μα πιότερο αγαπούσα κείνο το ξεχωριστό που 'χαν.... Και δεν ήθελα να το ξέρουν μη τυχόν και με πάρουν στο ψιλό.
Να, θα σας τ΄ομολογήσω.
Τη μυρωδιά τους, τη μυρωδιά τους, πιο πολύ αυτή αγάπαγα, κείνη τη μοναδική, την απροσδιόριστη, τη δική μου. Μονάχα εγώ θα τις μύριζα ετούτες τις σελίδες.
Μμμμμ, καινουργίλα, φρεσκάδα...
Για μένα μόνο. Θα την εισέπνεα τους πρώτους μήνες κι ύστερα θα χάνονταν... Από την αφή των δικών μου δαχτύλων μονάχα... Αφού θα γύριζα όλες τις σελίδες μια μια, κι ύστερα πάλι από την αρχή, και ξανά και ξανά. Μέχρι τέλος του μήνα τα περισσότερα... Ύστερα έχαναν πια κείνη την οσμή για πάντα και γίνονταν προέκταση του εαυτού μου, των ματιών μου και των χεριών μου. Του χωριού γίνονταν πια. Έβρισκα ανάμεσά τους ξερά φυλλαράκια ελιάς, νεκρά εντομάκια, μουντζούρες που τους κάναν τα μικρότερα της γειτονιάς. Γίνονταν δικά μας... Και πάλι αγαπημένα.
Μα κείνη η πρώτη αίσθηση, αξέχαστη. Το πρώτο ξενύχτι, κάτω από τη λάμπα...
Λογοτεχνία κυρίως, να διαβάσω όλα τα κείμενα... Να τα ξέρω. Να τα λέει ο δάσκαλος κι εγώ να ξέρω ήδη. Μεγάλες προσδοκίες... Και τα κατάφερνα. Κάτι σκάμπαζα απ' όλα πριν καλά καλά ξεκινήσουν τα σχολειά.

Άφηνα βέβαια για το τέλος και κάτι να 'χω να περιμένω... Αφού τέλειωνε πια το σχολικό έτος, κι όλα μπαίναν σε κούτες, απέμενα το καλοκαίρι με το δικό μου άσο στο μανίκι. Τ' ανθολόγιο.
Χα, εδώ δεν τα διάβαζα ποτέ όλα. Άφηνα και σελίδες που δεν είχα γυρίσει ποτέ. Και τι καλά! Μοσχομύριζαν ακόμη! Και τι όμορφα! Είχα να διαβάσω... Χωρίς το βουητό της τάξης, μονάχη, στους γκρεμούς και στους ίσκιους... Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο!


Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, καθώς αφήνεις την τελευταία σου πνοή, λίγο πριν η σιδηρά κυρία βγάλει τη διχαλωτή γλωσσίτσα που κρύβει επιμελώς, κάμε κουράγιο...
Η οθόνη είναι παγωμένη, βαριά πολύ, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις στο κρεβάτι, δεν καμαρώνει κανείς που την απέκτησες, δεν θα μάθει κανείς αν την είχες δική σου , δε σου σκεπάζει το πρόσωπο πριν σε πάρει ο ύπνος, δεν υπάρχει στο φως της λάμπας, δεν αποκτά σημάδια από κανένα, δεν κυκλοφορεί στη γειτονιά, δε διαβάζεται... Πονά τα μάτια, έχει κουμπάκια πάνω πάνω σα διαβολάκια που σε καλούν σ' άλλα παιχνίδια, σαστίζει τους δασκάλους που δε ξέρουν ποτέ σε ποια σελίδα βρίσκεσαι στ' αλήθεια. 
Κάμε κουράγιο, καλό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, δεν έχει η οθόνη μυρωδιά, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις αγκαλιά, καλό μου. Κάμε κουράγιο.
 Οποιος     ... Έχει 
 Δεν ...          Βιβλία, είναι σίγουρα βλάκας....








Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Το μεθύσι



Ο ικαριώτικος, το μπάλο, τα φοξ-αγγλέ, η πριγκιπέσσα, οι ιαχές των χορευταράδων, τα σκούρα βλέμματα, τα όλο ενθουσιασμό, ο πόνος κι η χαρά, τ' ανταμώματα, οι θύμησες, ο πόνος του σώματος, η ανάπαυλα της ψυχής, το τώρα και το τότε, κείνα που πες και δε θυμάσαι, κείνα που θυμόσουν να πεις και δεν ξεστόμισες, οι αγκαλιές, οι επαναστατικές ιδέες, τ' άδεια μπουκάλια, τ' αγαπημένα πρόσωπα, τ' αστεία συμβάντα, τα κοινωνικά σχόλια, τ' αναπάντεχα χαμόγελα, η αγωνία για τα παιδιά που δεν ξέρεις σε ποια γωνιά ξαποσταίνουν, το καμάρι όταν τα βλέπεις να χορεύουν σε ρυθμούς που νόμιζες πως δε γνωρίζουν, οι καινούριοι φίλοι που τους ήξερες πάντα, μα δεν το 'ξερες, η άλλη όψη της πλατείας, το διαφορετικό φως, η ώρα που ξεχάστηκε απ' όλους, η παρουσία και η απουσία, οικεία πρόσωπα με ονόματα που ξεχάστηκαν, ιστορίες ανάκατες με "ώπα" ....
Ύστερα βγαίνει ο ήλιος, αρχινούν να μαζεύουν τα τραπέζια...

Κι έτσι, που λέτε, ετέλειωσε το πανηγύρι ετούτο.

Παναγιά μου, ημέθυσα μόνο που το θυμάμαι...



Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Λάθος εντυπώσεις...!

Εγώ, μια καθώς πρέπει κυρία, καθισμένη αναπαυτικά σε μια "αεροπορική" θέση. Τα παιδιά κάπου αλωνίζουν. Δε διαβάζω κανένα βιβλίο. Φέτος, είπα, θα γίνω σοφότερη μελετώντας ανθρώπους. Μπροστά μου ένα ζευγάρι Γάλλων, επίσης καθώς πρέπει. Με τα περιοδικάκια τους, τις τσαντούλες τους, τα νεράκια. Κάποια στιγμή σηκώνονται και πλησιάζουν το μπαρ. Για σαντουιτσάκι μάλλον. Δε μιλούν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Καθώς πρέπει είπαμε...
Ξαφνικά εμφανίζεται ένα νεαρό ζευγάρι, με κάπως ατημέλητο ντύσιμο, σχεδόν γκρούβαλοι, που λέμε στο νησί, αλλά από τους ντόπιους, τους χωρίς σκάνδαλα. Ψάχνουν με το βλέμμα τις θέσεις. Κάτι δεν τους αρέσει. Μάλλον επειδή είναι όλες πιασμένες. Κι έξω φυσάει. Δεν είναι για ρομάντζο. Καταλήγουν ακριβώς μπροστά μου στις αδειανές θέσεις του άλλου ζευγαριού.
Δε θα το τολμήσουν, σκέφτηκα. Είναι και τα περιοδικά, η πραμάτεια όλη που άφησαν μονάχη, αφού θα έλειπαν για λίγα μόνο λεπτά. Μα ο νεαρός φαίνεται αδίστακτος.
"Έλα, θα τα πάμε λίγο πιο κει και θα κάτσουμε", λέει στην κοπελιά, "ε, και μετά βλέπουμε..."
 Ωχ, δεν έχουν το Θεό τους, σκέφτηκα πάλι... Απόλαυσαν τα καθίσματα για αρκετή ώρα, καθώς τα σαντουιτσάκια σ' αυτό το πλοίο ζεσταίνονται σε ιδιαίτερα χαλαρούς ρυθμούς. Μετά από λίγο όμως εμφανίζονται οι Γάλλοι με φόρα. Βλέπουν το ζευγαράκι με τόση έκπληξη, σα να έβλεπαν τρομοκρατική επίθεση. Δεν προλαβαίνουν να αρθρώσουν λέξη...
"Α, εδώ κάθεστε; Μισό..., φεύγουμε", λέει ψελλίζοντας σχεδόν ο νεαρός ενώ παράλληλα σπρώχνει απαλά την κοπέλα που είχε αρχίσει να την ψιλοπαίρνει ο ύπνος. Οι Γάλλοι παρακολουθούν αποσβολωμένοι και κάθονται κάνοντας γκριμάτσες περιφρόνησης και αηδίας για το συμβάν.
Αμάν, γίναμε διεθνώς ρεζίλι, σκέφτηκα, τι θα λένε τώρα.... "οι νεοέλληνες, δε σέβονται μήτε κανονισμούς, μήτε δικαιώματα, τίποτα, ανάξιοι των ευγενών προγόνων...τσ τσ!".
Το δράμα δε σταματά εδώ, όμως. Το ζευγαράκι κάνει απλά μερικά βήματα και εντοπίζει πάλι δυο άδεια καθίσματα λίγο παραπέρα.
"Θα κάτσουμε εδώ και βλέπουμε μετά...", λέει πάλι ο νεαρός...
Ε, όχι σκέφτομαι ξανά, έλεος, ετούτοι θα φάνε ξύλο στο τέλος.
Σε λίγο καταφθάνουν οι νέοι δικαιούχοι των καθισμάτων. Δε θα ήτανε για σαντουιτσάκι ετούτοι...κι ήρθαν γρήγορα. Τους σηκώνουν με ευγένεια. Είναι δικοί μας και τολμούν να χαμογελούν συγκαταβατικά. Ο νεαρός ψελλίζει πάλι ένα "συγγνώμη" και σηκώνεται.
Κάνει δυο τρία βήματα με την κοπελιά του και καταλήγει σ' ένα άλλο ζευγάρι καθισμάτων στο οποίο όμως στρογγυλοκάθεται ένα επίσης καθώς πρέπει ζεύγος. Τους παρακολουθώ με περιέργεια.
Μα τι σκαρφίστηκαν; αναρωτιέμαι. Η εξέλιξη απροσδόκητη.

Στέκονται δυο τρία λεπτά από πάνω τους, σχεδόν πίσω τους, κοιτάζονται στα μάτια να πάρουν κουράγιο και τελικά ψελλίζουν. "Συγνώμη, μήπως θα μπορούσατε να σηκωθείτε; Ψάξαμε για κάτι άλλο αλλά μας έχουν σηκώσει δυο φορές... Είναι τα καθίσματά μας, ορίστε το εισιτήριο... Χίλια συγγνώμη..."
Οι καθώς πρέπει ψελλίζουν ένα "συγγνώμη" επίσης και σηκώνονται αμέσως.

Τους συνάντησα σ' έναν άλλο διάδρομο καθώς ψάχναμε για νέα θεσούλα. Με σήκωσαν κι εμένα μετά από λίγα λεπτά.
Κατάστρωμα κι εγώ, βλέπετε...