Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

"Το βιβλίο και τα μάτια σας..."




..μας έλεγε η μάνα.
Τέτοια εποχή δεν περίμενα τίποτα άλλο με πιότερο ενθουσιασμό. Κι έτσι τη δεύτερη μέρα που ανοίγαν τα σχολειά- η πρώτη ήταν με τον παπά και την αγιαστούρα- καθόμουν φρόνιμα στο θρανίο και τα περίμενα. Όχι τόσο τις γνώσεις που κρύβαν.Την ύπαρξή τους κυρίως. Γινόμουν πλούσια σε μια μονάχα μέρα. Είχα πραμάτεια για το σπίτι. Όχι με άδεια χέρια. Όχι!
Είχα χρώματα να φέρω... Εξώφυλλα όμορφα, σελίδες πλούσιες, γράμματα που τ' άγγιζα και τ' αναγνώριζα.
Όλοι με κοιτούσαν με θαυμασμό. "Τι; Όλα τούτα θα τα μάθεις εφέτο; Μωρέ, μπράβο!"
Κι εγώ καμάρωνα σα σκεπάρνι, που λέγαμε, μεγάλωνα δυο πόντους τουλάχιστον εκείνη την ημέρα. "Άμε, θα δείτε, θα τα μάθω όλα!" κρυφογέλαγα όλο καμάρι.... Ύστερα κλεινόμουν στο δωμάτιο για το δικό μου το προσκύνημα. Δεν ήθελα να ξέρουν την αδυναμία μου...
 Τ' αγαπούσα τόσο, μα πιότερο αγαπούσα κείνο το ξεχωριστό που 'χαν.... Και δεν ήθελα να το ξέρουν μη τυχόν και με πάρουν στο ψιλό.
Να, θα σας τ΄ομολογήσω.
Τη μυρωδιά τους, τη μυρωδιά τους, πιο πολύ αυτή αγάπαγα, κείνη τη μοναδική, την απροσδιόριστη, τη δική μου. Μονάχα εγώ θα τις μύριζα ετούτες τις σελίδες.
Μμμμμ, καινουργίλα, φρεσκάδα...
Για μένα μόνο. Θα την εισέπνεα τους πρώτους μήνες κι ύστερα θα χάνονταν... Από την αφή των δικών μου δαχτύλων μονάχα... Αφού θα γύριζα όλες τις σελίδες μια μια, κι ύστερα πάλι από την αρχή, και ξανά και ξανά. Μέχρι τέλος του μήνα τα περισσότερα... Ύστερα έχαναν πια κείνη την οσμή για πάντα και γίνονταν προέκταση του εαυτού μου, των ματιών μου και των χεριών μου. Του χωριού γίνονταν πια. Έβρισκα ανάμεσά τους ξερά φυλλαράκια ελιάς, νεκρά εντομάκια, μουντζούρες που τους κάναν τα μικρότερα της γειτονιάς. Γίνονταν δικά μας... Και πάλι αγαπημένα.
Μα κείνη η πρώτη αίσθηση, αξέχαστη. Το πρώτο ξενύχτι, κάτω από τη λάμπα...
Λογοτεχνία κυρίως, να διαβάσω όλα τα κείμενα... Να τα ξέρω. Να τα λέει ο δάσκαλος κι εγώ να ξέρω ήδη. Μεγάλες προσδοκίες... Και τα κατάφερνα. Κάτι σκάμπαζα απ' όλα πριν καλά καλά ξεκινήσουν τα σχολειά.

Άφηνα βέβαια για το τέλος και κάτι να 'χω να περιμένω... Αφού τέλειωνε πια το σχολικό έτος, κι όλα μπαίναν σε κούτες, απέμενα το καλοκαίρι με το δικό μου άσο στο μανίκι. Τ' ανθολόγιο.
Χα, εδώ δεν τα διάβαζα ποτέ όλα. Άφηνα και σελίδες που δεν είχα γυρίσει ποτέ. Και τι καλά! Μοσχομύριζαν ακόμη! Και τι όμορφα! Είχα να διαβάσω... Χωρίς το βουητό της τάξης, μονάχη, στους γκρεμούς και στους ίσκιους... Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο!


Δικό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, καθώς αφήνεις την τελευταία σου πνοή, λίγο πριν η σιδηρά κυρία βγάλει τη διχαλωτή γλωσσίτσα που κρύβει επιμελώς, κάμε κουράγιο...
Η οθόνη είναι παγωμένη, βαριά πολύ, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις στο κρεβάτι, δεν καμαρώνει κανείς που την απέκτησες, δεν θα μάθει κανείς αν την είχες δική σου , δε σου σκεπάζει το πρόσωπο πριν σε πάρει ο ύπνος, δεν υπάρχει στο φως της λάμπας, δεν αποκτά σημάδια από κανένα, δεν κυκλοφορεί στη γειτονιά, δε διαβάζεται... Πονά τα μάτια, έχει κουμπάκια πάνω πάνω σα διαβολάκια που σε καλούν σ' άλλα παιχνίδια, σαστίζει τους δασκάλους που δε ξέρουν ποτέ σε ποια σελίδα βρίσκεσαι στ' αλήθεια. 
Κάμε κουράγιο, καλό μου, μοσχομυριστό βιβλίο, δεν έχει η οθόνη μυρωδιά, δεν αγαπιέται, δεν την παίρνεις αγκαλιά, καλό μου. Κάμε κουράγιο.
 Οποιος     ... Έχει 
 Δεν ...          Βιβλία, είναι σίγουρα βλάκας....








Δεν υπάρχουν σχόλια: