Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τα 'πιτάφια



Ειν' η πιο καλή μας μέρα. Πιο καλή κι από τη μέρα του πανηγυριού. Γιατί είναι και δική μας ετούτη. Θέλω να πω, δεν έρχονται ξένοι κι αν έρχεται κανένας πού και πού θα 'ναι κάνας αγαπητικός μας ή κάνας συγγενής παρά χωριού, αλλιώς αποκλείεται να σκεφτεί άλλος άνθρωπος πως στη μία το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής εμείς βγάζουμε τα 'πιτάφια. Κι είναι χαρούμενη μέρα. Καμιά σχέση με ενταφιασμό και θρήνο. Γεμίζουν από το πρωί οι έρημες αυλές από περπατησιές ανθρώπων που γνωρίζουν σε ποιες γωνιές τους βρίσκονται ακόμη οι πασχαλιές, οι τριανταφυλλιές και τα κρίνα και παραμερίζουν τ΄αγριόχορτα και τους θάμνους που τα σκεπάζουν όλο το χρόνο, τα κόβουν και τα κουβαλούν στην πλατεία. Γεμίζουν τα πεζούλια από φωνές μικρών παιδιών που κατακόβουν τις μαργαρίτες τις κίτρινες, τις ανθισμένες πικροδάφνες και τις μυρτιές. Γεμίζει ο τόπος με γέλια και πειράγματα. Ποιος θα κάμει τα καλύτερα μπουκέτα, ποιος θα τα δέσει με μεράκι απάνω στο ξύλο, ποιος θα καταφέρει να κάμει το σταυρό.
Πήγατε στο κηπάκι; Ήβγανε οι αγιοκαράφτες; Μπράβο! Για δε πώς μυρίζουνε... Πού 'σουνα τόση ώρα; Κοντεύουμε το στολισμό. Ημεροκοιμήθηκες πάλι; Α, ήφερες αγγελικούλες; Άντε και του χρόνου!
Κι ύστερα -με γέλια πάλι- μοιραζόμαστε σε ομαδούλες και ψάλλουμε το "ω γλυκύ μου έαρ...". Και πάλι γελάμε, γιατί οι πιότεροι δεν έχουμε ιδέα από ψαλτική και κάνουμε τερατώδεις παραφωνίες. Κι ύστερα σκύβουμε ένας ένας και περνάμε με χαχανητά κάτω από τον μοσχομυριστό Επιτάφιο. Και γίνεται το μωβ το χρώμα της χαράς και τ' ανταμώματος.
Κι ο Θάνατος κάνει να μας μαλώσει που δεν τον σεβόμαστε και δε θρηνούμε τόσα που μας πήρε, μα πάλι συνέρχεται και κάθεται στο στασίδι ήσυχος ήσυχος ανάμεσά μας και κρυφογελά με μας τους λίγους κι αλαφροίσκιωτους που κάμαμε τη μέρα του κουβεντολόι και γιορτή. Ξεχνιέται, κερνιέται ένα κερί και κάνει το σταυρό του... "Ω της παραφροσύνης..."