Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Για να με θυμάσαι


 Γύρω μου άσπρα κάγκελα και ένα δυο πραγματάκια με έντονα χρώματα. Κόκκινο, πράσινο πορτοκαλί, σκόρπια εδώ κι εκεί καρτερούν να μεγαλώσω λίγο ακόμη και να τα πάρω στα χέρια μου να τα παίξω. Εγώ ίσα που αντέχω ν' αγκαλιάσω τα καλώδια που με συνδέουν με κάτι μηχανήματα πάνω από την κούνια. Αυτά είναι μαύρα μα έχουν κάτι κόκκινες και πράσινες γραμμούλες που αλλάζουν σχήμα κάθε δευτερόλεπτο. Κάνω να βήξω ή να λαχανιάσω κι εκείνα βρουπ! Ανεβοκατεβαίνουν, αλλάζουν τους αριθμούς στο πάνω μέρος, καμιά φορά φωνάζουν κιόλας και τότε έρχονται οι άνθρωποι από το διάδρομο και με πασπατεύουν. Κάνω τότε πως κλείνω τα μάτια μου για να τους τρομάξω πιότερο μα κείνοι δε χαμπαριάζουν, με γυρνούν στο πλάι, με καλοσκεπάζουν με τη ροζ κουβερτούλα και χάνονται ξανά.
 Πιο πολύ διασκεδάζω όταν έρχονται κάτι κυρίες που δε φορούν άσπρα μα πολύχρωμα ρούχα σαν τα άχρηστα παιχνίδια στο πλάι μου. Κάνουν πως μ' αγαπούν και φοβούνται στ' αλήθεια όταν οι γραμμούλες ανεβοκατεβαίνουν. Στεναχωριούνται κι όταν δεν πίνω αρκετό γάλα και μια μ' αφήνουν απογοητευμένες στο σεντόνι μια με αρπάζουν ξανά με αποφασιστικότητα και μου χαιδεύουν το στόμα μου με το ρόγα του μπιμπερό. Έχει πολύ πλάκα. Κλείνω τα χείλη μου με πείσμα κι όταν με παραζορίζουν ρουφώ λίγο γάλα και το αφήνω να τρέξει έξω από το στόμα. Παράλληλα κάνω πως λαχανιάζω και τις χαζεύω στο μισοσκόταδο πώς χλωμιάζουν και καρδιοχτυπούν. Μου θυμίζει ο χτύπος τους τη δική μου την καρδιά. Τις καταλαβαίνω. Κάνω τότε πως τις αγαπώ κι εγώ και ηρεμούμε. Καμιά φορά τους χαμογελώ λίγο στραβά σα να 'τανε η δική μου η μαμά.
Παίζουμε λίγο ακόμη τη μαμά και κόρη κι ύστερα φεύγουν.
 Μένω ξανά με την καρδιά μου, το μόνο μου καλό παιχνίδι... Θα την ανοίξουν σε δυο μέρες να βρουν το πρόβλημα. Η δική μου η μαμά τίποτα δεν ξέρει. Μ' άφησε για να μην ανησυχεί. Δε με παίζει... Κι εγώ δεν ξέρω τίποτα... Τι να σου κάνω; Έκθετο, σαράντα ημερών στον προχειρουργικό θάλαμο είμαι. Σου γράφω μόνο για να με θυμάσαι, καλή μου κυριούλα, εθελόντρια...
Να με παίζεις πού και πού...