Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Δώρο μιας κακοκαιρίας


Την παρακολουθούσα μέρες. Ξεχώριζε για τη σπιρτάδα στο βλέμμα και το ζωηρότατο βάδισμα σε αντίθεση μ’ όλους τους άλλους που βρίσκονταν σ’ εκείνον τον υπόγειο χώρο.
Εκείνο το πρωινό κατάφερα να μάθω και το επώνυμο.
«Ταιριάζει…» σκέφτηκα πονηρά. Βέβαιη για την επιτυχία την πλησίασα με θάρρος.
-Έχετε σχέση με Ικαρία;  
-Ναι, έχω, είναι ο άντρας μου από κει.
-Εσείς δεν είστε; Σα να έχετε κάτι από το κέφι μας.
-Όχι, αλλά την αγαπώ την Ικαρία πολύ. Ε, πες πως είμαι. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Πηγαίνω με λαχτάρα όσο πιο συχνά μπορώ...

Της είπα κι εγώ τα δικά μου, ανταλλάξαμε πληροφορίες για κοινούς γνωστούς κι από τότε κάθε μέρα ψάχναμε με το βλέμμα η μια την άλλη. Ήταν αρκετά μεγαλύτερή μου, μα με περισσότερη χαρά και διάθεση για πειράγματα.
-Μόλις τελειώσω από δω, θα πάω κάτω με τον άντρα μου. Λέμε να κάτσουμε όλο το Νοέμβρη.
-Μα θα είναι ερημιά στο Καρκινάγρι τώρα.
-Τι λες καλέ; Ποτέ δεν είναι ερημιά εκεί! Άκου να δεις πώς «την πάτησα» μ’ αυτό το μέρος. Με πήγε στο χωριό ο άντρας μου πριν παντρευτούμε. Είχε κάνει μια φοβερή κακοκαιρία το χειμώνα του ’67 -όπως πριν λίγα χρόνια- κι είχε κατεβάσει τα χώματα από τις πλαγιές δημιουργώντας μια εντυπωσιακή παραλία. Με το που βλέπω εκείνο τ’ απίθανο χωριό με την απέραντη αμμουδιά, του λέω δίχως δισταγμό το «ναι». Αποφάσισα ποια θα είναι η πατρίδα μου από δω και πέρα.  Την άλλη χρονιά κατάλαβα πως το σκηνικό ήτανε στημένο…
-Απογοητευτήκατε;
-Όχι βέβαια, δε μ’ ένοιαζαν πια οι αμμουδιές. Είχα γνωρίσει εκεί σπουδαιότερα πράγματα. Κυρίως γνώρισα ανθρώπους. Αυτό το δώρο μου έκανε ο  «κακός καιρός», όπως τον λέτε. Ανθρώπους έξυπνους, αγαπητούς, με σπάνια αίσθηση του χιούμορ και μ’ ανοιχτές αγκαλιές κι ας ήμουν «ξένη». Μ’ έβαλαν στα σπίτια τους και στις καρδιές τους. Κατάλαβα τι πάει να πει «παρέα». Όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Μου έμαθαν να διασκεδάζω με τα πάντα. Και με τα σημαντικά και με τ’ ασήμαντα. Και στα ευχάριστα και στα μη. Και τώρα, στις δύσκολες ώρες, είμαι πανέτοιμη. Φέρνω στο νου μου τα πειράγματά τους και γελώ. Να, πριν έρθεις, σκεφτόμουν την πρώτη μέρα που μπήκα στο καφενείο του χωριού.
-Τι έγινε;
-Πριν τριάντα χρόνια περίπου… Εγώ, ο μελλοντικός σύζυγός μου κι ο καφετζής στο ένα τραπέζι. Σε ένα άλλο τρεις άντρες συζητούν ακουμπισμένοι στον τοίχο κοιτάζοντας κάπου στο βάθος. Πού και πού στρέφουν το κεφάλι ο ένας στον άλλο αλλά με το σώμα ακινητοποιημένο πάνω στα ντουβάρια. Εγώ έχω απορροφηθεί από τις ιστορίες που μας διηγείται ο καφετζής. Κάποια στιγμή σηκώνονται οι άντρες κι  έρχονται προς το τραπέζι μας.
-Τι χρωστάμε;
-Είκοσι δραχμές για το κρασί και τριάντα για τον ασβέστη, τους λέει.
Χαμογελάνε, του δίνουν τις είκοσι και πάνε αργά προς την πόρτα.
Εκείνος σηκώνεται να μαζέψει.
-Έχει και μάντρα οικοδομών; ψιθυρίζω στον αρραβωνιαστικό μου.
-Εεε; Ποιος;
-Ο καφετζής, για τον ασβέστη καλέ.
-Χα, χα. Για κοίτα λίγο τις πλάτες τους. Γι’ αυτό τον ασβέστη λέει ο άνθρωπος.

-Ε, μου πήρε λίγο χρόνο, για να σας καταλάβω… Εσύ πότε θα ‘ρθεις από τα μέρη μας; με ρωτά γελώντας και μου κλείνει με τσαχπινιά το μάτι.



 Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 4-11-13

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ησάστισε


φωτό από εδώ

  Αγνοώ αν η αφηρημάδα αποτελεί ένα ακόμη μυστικό της μακροζωίας, αλλά σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό του είδους μας. Μια σαστισμάρα την έχουμε όλοι. Από τον ταξιτζή που ξεχνά το δρομολόγιο, από τον υδραυλικό που ξεχνά τη σύνδεση, από τον σερβιτόρο που ξεχνά την παραγγελία. Οι εκφράσεις: «να που ησάστισα καλά καλά…» ή «αύτη δα ‘ναι σαστισμένη εντελώς» ή «α που να σαστίσεις», είναι στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.
Φέτος, εκτός από τη δική μου σαστιμάρα που με εκπλήσσει ανησυχητικά, παρατήρησα ότι το χαρακτηριστικό αυτό είναι κολλητικό.
Τουρίστρια που περιμένει ώρα πολλή στην ουρά της Alpha φτάνει στο ταμείο και βγάζει τα έγγραφα. Η υπάλληλος της λέει:
-Αυτά είναι για την Αγροτική.
-Κι εδώ τι είναι;
-Αlpha.
-A, είδα το Α και μπερδεύτηκα…
-Ησαστίσατε,
της λέει για να την παρηγορήσει η επόμενη στην ουρά και της χτυπά φιλικά τον ώμο.
Ωστόσο την ίδια ημέρα διαπίστωσα πως όση προσπάθεια κι αν καταβάλλουν οι ξένοι η δική μας σαστισμάρα είναι πρωταθλήτρια! Πάω στο συνεργείο για ενδέκατη φορά και βάλε, καθώς ο μηχανικός ησάστιζε καιρό και δεν έκανε την παραγγελία για τ’ ανταλλακτικά. Κι είχε σαστίσει επίσης και δε με έπαιρνε τηλέφωνο, πριν πάω, για να μου πει πως ησάστισε.
Επιτέλους, τα ανταλλακτικά ήρθαν. Περιμένω με ανυπομονησία να τελειώσει με τον προηγούμενο πελάτη, μα όταν έρχεται η ώρα για ν’ ασχοληθεί με το δικό μου αμάξι, λόγω του θάρρους της γνωριμίας μας, μου λέει:
-Α κάμεις λίγο υπομονή να τσιμπήσω κάτι; Είμαι αφ το πρωί θεονήστικος.
-Α κάμω.
-Να, κάμε και καφέ, εδωνά τα ‘χει ούλα…

Ξέρω καλά τα κατατόπια. Πιάνω το πλαστικό ποτηράκι απ’ τη σακούλα που κρέμεται στον τοίχο, βρίσκω ανάμεσα στα διάφορα που βρίσκονται στο τραπέζι ένα κουταλάκι με μισό τουλάχιστον κιλό ξεραμένης ζάχαρης και καφέ που αναμίχθηκαν εδώ και χρόνια, ανακατεύω το χθες με το σήμερα και φτιάχνω ένα φραπεδάκι παραδόξως ωραιότατο. Τα καλοσυνάτα μαστόρια του συνεργείου κάθονται μαζί μας κι αρχίζουν την κουβέντα για πανηγύρια κλπ.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αρχιμάστορας τσιμπά παραπέρα γαλήνιος το κολατσιό του κι έτσι το σηκώνει ένα από τα καλοσυνάτα.
-Εεεεε… Αααα… Αμέ, λέει, πότε θα είναι έτοιμο το Polo; απευθυνόμενος στον αρχιμάστορα.
-Εν έχουμε Polo στο μαγαζί, απαντά εκείνος. Τρώει άλλη μια μπουκιά εν τω μεταξύ.
-Εν έχουμε Polo, απαντά ήρεμα ο καλοσυνάτος.
Περνάνε δυο δευτερόλεπτα, κάτι φωνές ακούγονται από το τηλέφωνο, βάζει το χέρι στο ακουστικό και ξαναλέει στον γαλήνιο.
-Λέει πως έχουμε και παραέχουμε, εδώ και πέντε μέρες.
Εκείνος σταματά τη μάσα και μας κοιτάζει με αγωνία.
-Εεεε;;; Μπας;;; Για μισό…
Σηκώνεται, ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό του συνεργείου- που δεν είναι δα και τόσο μεγάλο- και μετά βγαίνει έξω. Επιστρέφει, έπειτα από αρκετά λεπτά αναζήτησης στον προαύλιο χώρο και στα περίχωρα ακόμη. Είναι γαλήνιος ξανά.
-Ουφ, και τρόμαξα. Εν έχουμε. Είναι βέβαιο, πε του.
-Εν έχουμε, το ψάξαμε το μαγαζί ούλο… Μη σου πω και το χωριό… Εεεε;;;
Βάζει ξανά το χέρι στο ακουστικό.
-Αδύνατον λέει. Έχουμε και ν’ αφήσουμε τα σάπια.
-Ποιος είναι, για ρώτα… Ο αρχιμάστορας ξανά ανήσυχος.
-Ποια είσαι; Αααα… Είναι η τάδε.
-Ουφ… ξαναρχίζει ο αρχιμάστορας τη μάσα ανακουφισμένος. Να που ησάστισε. Πε της πως εν έχει το Polο εδώ και δέκα χρόνια…
Έχει Hyundai Atos!


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27-09-13

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η μνήμη του μετανάστη


photo: pentapostagma.gr


O Θωμάς, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν στην πατρίδα του, κατέβηκε πριν χρόνια απ’ το καράβι κι άρχισε να περπατά στο δρόμο. Είχε μαζί του τα ρούχα που φορούσε. Κανέναν δεν ήξερε. Τώρα πώς και αποφάσισε να αποβιβαστεί στο λιμάνι του Αγίου στη Νικαριά, δεν το μάθαμε. Ξέρουμε πως τον μάζεψε ο οδηγός του λεωφορείου που εκτελούσε το δρομολόγιο Άγιος Κήρυκος- Εύδηλος. Τον βρήκε στο βουνό να περπατά στο λίλιρο αποκαρδιωμένος.
-Πού πας;
-Ντεν ξέρω.
-Έλα.
Ξεκίνησε να δουλεύει στα χωράφια του οδηγού. Καθάρισμα, όργωμα, τέτοια. Σε λίγους μήνες γνώριζε τους πάντες. Τα παρατσούκλια, τις ελιές τους, τ’ αμπέλια τους. Εργαζόταν πάντα με χαρά. Έμαθε και τη γλώσσα σε ασύλληπτο χρόνο.
Με τους Αλβανούς τότε δεν τα ‘χανε καλά οι πιότεροι. Τους έπαιρναν τις δουλειές κι είχαν κι ένα παράξενο θράσος που ξένιζε τους ντόπιους. Ήταν η πρώτη φουρνιά, όπως λένε. Η σκάρτη. Και το Θωμά τον κοιτούσαν κάπως, μα έκαναν υπομονή, καθότι φιλοξενούμενος.
Ένα πρωί, μετά από μήνες, πάει τον καφενέ του Δημητρού. Γνωρίζονταν πια καλά.
-Θα μου κάνεις καφέ;
-Να σου κάμω.
Πάνω που του τον σερβίρει, έρχεται η αστυνομία. Παράνομος. «Λαθρομετανάστης». Τον παίρνουν. Πάει ο Θωμάς… Με χειροπέδες.
«Και περνούν πολλοί μήνες, μπορεί και χρόνος…» μου αφηγείται ο Δημητρός που είναι ευαίσθητος πολύ με τους μετανάστες, καθότι μετανάστης κι ο ίδιος στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
«…Και νά σου ο Θωμάς, ξαφνικά, στην πόρτα του καφενέ! Φιλιά, αγκαλιές, καλωσορίσματα… Δεν τον ρωτάω πολλά, να μην τονε συγχύσω.
-Θα μου κάνεις καφέ; με ρωτάει.
-Να σου κάμω.
Τον πίνει και φωνάζει για το λογαριασμό.
-Τρία ευρώ, του λέω.
-Έξι.
-Τρία, βρε συ. Ηξέχασες πόσο κάνει;
-Έξι σου λέω. Δε θυμάσαι; Τον άλλο που σου παράγγειλα και με πήρανε; Δεν πρόλαβα να σου τα δώσω τότε και το ‘χω βάρος.
Τ’ ακούς;
Και μου ‘δωκε έξι ο Θωμάς…»


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 9-10-13

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Με φανάρια και μαγκάλια

  Το φανάρι στο σπίτι ήταν ακριβώς όπως αυτό της φωτογραφίας. Πράσινο, κρεμασμένο ψηλά στον τοίχο. Το 'φτανε μόνο η μάνα κι ο πατέρας. Κι η γιαγιά ίσως ή η θεία, όταν ερχόταν τα καλοκαίρια. Κερνούσαν πολλών λογιών λιχουδιές. Τους ξένους πρώτα, τους γειτόνους έπειτα κι ό,τι απέμενε στα μέλη της οικογένειας. Μουσταλευριές, καθούρες, παστρουμάδες, λίγο από το μεσημεριανό που έμεινε αφάγωτο...
Κάθε πρωί γινόταν το ξεκαθάρισμα. Τα πιάτα έβγαιναν στη βρύση της αυλής και τα απομεινάρια των τροφών στον κουβά.
-Άμετε να ταΐσετε το χοίρο, έλεγε η μάνα μου.
Κι ο χοίρος γευόταν τα ξινισμένα αποφάγια και γινόταν ακόμη πιο στρογγυλός κι έφτιαχνε -ευχαριστημένος πολύ μες την άγνοιά του- τη γλίνα που θα γευόμασταν λίγο αργότερα. Κατά τις γιορτές...

 Το φανάρι πετάχτηκε αμέσως μετά τον ερχομό του ψυγείου. Είδηση δεν πήρα. Πρέπει να έλιωσε κάπου στο κάτω περιβόλι, γιατί μια μέρα που μαζεύαμε τις ελιές είδα ένα πράσινο κομματάκι από το μέταλλό του κι ανατρίχιασα. Σα να μου 'ρθε ο παιδικός μου κόσμος άξαφνα στα μάτια. Τότε που ντριτσιλώναμε στα δυο μας πόδια να γυρίσουμε το μαγικό σύρτη, να βάλουμε το δάχτυλο στη μουσταλευριά, ν' αποδείξουμε πως είμαστε μεγάλοι τώρα.

 Το μαγκάλι αγνοείται. Ίσως κάπου στο υπόγειο, λένε, κάποιος το 'χωσε ανάμεσα στα πιθάρια, τρέχα γύρευε...
Το μαγκάλι... Η συντροφιά μας.
Στο τζάκι ποιος να πρωτοχωρέσει; Στριμώχνονταν όλοι υπομονετικά γύρω γύρω μέχρι να γίνουν τα κάρβουνα, τα έπαιρνε μετά ο πατέρας με τη μασιά, τα τακτοποιούσε ένα ένα με προσοχή πάνω στη στάχτη. Μετά σήκωνε το μαγκάλι που αστραποβολούσε ζέστα και το 'φερνε πλάι στο τραπέζι της κουζίνας.
Η κυρα-Ρήνη σηκωνόταν απότομα, άφηνε τη μαγκούρα πλάι στο κρεβάτι, έτριβε τα χέρια πάνω από τις σπίθες κι άρχιζε να διηγείται ιστορίες από τα πλούσια αφεντικά που 'χε κάποτε στη Αλεξάνδρεια.
Ο Μανώλης έβγαζε το μάλλινο πουλόβερ που του 'χε πλέξει η Δώρα, η γυναίκα του, το τοποθετούσε στη ράχη της καρέκλας κι άρχιζε τα παράπονα και τους αναστεναγμούς για τα καθημερινά του πάθη.
Ο Σαράντος έβρισκε άδεια θέση στο τζάκι κι άναβε τσιγάρο.
Τα μικρά ακουμπούσαν τα βιβλία πάνω στο τραπέζι, γύρω από τη λάμπα πετρελαίου και ξεκινούσαν το διάβασμα. 
Έτσι. Όλα ανάκατα. Γέροντες, έφηβοι, μεσήλικες... Κουτσομπολιά, αναστεναγμοί, αναμνήσεις, μαθηματικά... Το κουράγιο που δίνει η ζέστα των χνώτων και του κάρβουνου...
Σα νύχτωνε για τα καλά, φεύγαν οι γειτόνοι. Πριν κλείσει η πόρτα, έφευγε και το μαγκάλι, για να σβήσει στην αυλή . "Αλλιώς βλάφτει", λέγανε οι παλιοί.
Έτσι ασφαλείς και ζεσταμένοι γευόμασταν το χρόνο. Το τέλος του μηνός, η αρχή του επόμενου.

 Χρωστούμενα δεν περιμέναμε. Μονάχα γράμματα από τους ξενιτεμένους... Τα διαβάζαμε με χαρά μπροστά στο τζάκι ή πάνω απ' το μαγκάλι. Μυστικά δεν είχαμε.
Έτσι ξεχειμωνιάζαμε στη Νικαριά πριν λίγα χρόνια... Με φανάρια και μαγκάλια.


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Λίγα χρωστούμενα

   
 Τη 17η Οκτωβρίου 1872
Κατάλογον κάμνω εγώ ο Σίμος Μαυρογεώργιος δια τα γρόσια του Ιερού Ναού της Παναγίας εις του λέφα, όσα εδαπανήθησαν εις το κωδωνοστάσιον κλπ....

«Εις την πανήγυρην» λοιπόν… Ναι, ο ήχος του βιολιού, το γλυκό σούρσιμο των παπουτσιών στην πίστα, τ’ αγκάλιασμα, το γέλιο, τα κρυφοκοιτάγματα, το τσούγκρισμα και το «γεια μας» και το «όπα μας» και τα φαρμάκια που πάνε κάτω ή παραδίπλα, το μαγεμένο ξημέρωμα με τ’ ανταμώματα της ψυχής…
Μα όχι αυτό μονάχα. Τα πανηγύρια μας είναι κυρίως ο μόχθος των ανθρώπων του χωριού που μέρες πριν ιδρώνουν για να προετοιμάσουν την πλατεία, να βρουν ορχήστρα, ν’ αγοράσουν κρασί και κρέας και ζαρζαβατικά. Είναι η αγωνία τους για την επιτυχία του γλεντιού κι η λαχτάρα τους να φανούν χρήσιμοι στον τόπο τους χτίζοντας εκκλησιές και σχολειά, στρώνοντας δρόμους, συντηρώντας κτήρια, φτιάχνοντας πλατείες, δημιουργώντας εντέλει… Μια ομάδα ανθρώπων που γίνονται μια σφιχτή γροθιά όχι την ώρα του γλεντιού μόνο αλλά κυρίως την ώρα που σχεδιάζουν, οργανώνουν, κάνουν απολογισμούς. Τόσα «δια κρέας», τόσα «δια οίνον», τόσα «δια την υπηρεσίαν του τέκτονος» ή τόσα «δια τον κώδωνα»…
Τους έχεις δει από κοντά. Είναι συνήθως πίσω από τους πάγκους για το σερβίρισμα ή γεμίζουν τα μπουκάλια με κρασί ή κόβουν σαλάτα ή τρέχουν πάνω κάτω για να σου βρουν τραπέζι. Είμαι σίγουρη ότι τους θυμάσαι. Έχουν μάτια κόκκινα απ’ την αϋπνία, ιδρωμένα πρόσωπα κι αχτένιστα μαλλιά, μα πάντα φυλάν ένα τεράστιο χαμόγελο για σένα που έρχεσαι και δίνεις στον τόπο, που παίρνεις ένα κιλό βραστό και μια σαλάτα και κόκκινο κρασί και τους λες πως ήταν ωραία και θα ξανάρθεις…
Μη σε γελούν τα χρόνια και τα νομίσματα που αλλάζουν. Το ίδιο πανηγύρι είναι. Ήταν ο Σίμος πριν δυο αιώνες κι έπειτα ήρθε ο Γιάννης, ο Νικόλας, η Γιωργία, ο Σταμάτης. Ήταν τα γρόσια τότε κι έπειτα οι δραχμές, τα ευρώ… Αλλά ο κόπος έμεινε ο ίδιος κι η αγωνία για την εξόφληση των χρεών κι η χαρά της προσφοράς στον τόπο.
Και εσύ φοράς αλλιώτικα ρούχα  κι αλλάζεις όνομα, μα ο ίδιος είσαι, ακολουθείς τα ίδια βήματα στον κύκλο και ξόφλησες μες το μεθύσι της χαράς σου το κωδωνοστάσιο της Παναγίας του Λέφα τότε, την άσφαλτο τώρα ή το πολιτιστικό κέντρο. Και θα ‘ρθεις και φέτος. Και του χρόνου. Εκεί θα ‘μαστε όλοι.
Άντε, στην υγειά μας!


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 20-5-1913)

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Δίχως επωνυμία


Το όνομα κάθε ανθρώπου ήταν σημαντικό στο νησί. Το όνομα και κυρίως το παρατσούκλι. Το επώνυμο σχεδόν μηδαμινής σημασίας μια και ήταν κοινό για πολλούς. Χρόνια απομονωμένοι από τους άλλους οι γάμοι γίνονταν μεταξύ συχωριανών ακόμη και συγγενών. Από δεύτερα ξαδέρφια και μετά η σύναψη γάμου θεωρούνταν νομότυπη και εγκρίνονταν από την τοπική κοινωνία έστω κι αν η εκκλησία είχε αντίθετη γνώμη. Οπότε οι συνωνυμίες ήταν συχνό φαινόμενο και η χρήση του παρωνυμίου επιβεβλημένη προκειμένου να γίνει ευδιάκριτο το πρόσωπο ανάμεσα στους συνομιλούντες.
Εκτός από το επώνυμο, που το θυμόμαστε μόνο στις εκδόσεις εγγράφων, ξεχνάμε συχνά και να "βαφτίσουμε" τα μαγαζιά μας. Έτσι έχουμε το καφενείο του Δημητρού ή το καφενείο του "Αυγά" ή του Ευθύμιου δίχως καμιά ταμπέλα πάνω από την πόρτα. Αυτό είχε βέβαια και τις συνακόλουθες παρεξηγήσεις αφού με την είσοδο των τουριστών στο νησί, οι συνεννοήσεις γίνονταν με δυσκολία. Δίνοντας ραντεβού "στου Δημητρού" ο άλλος έψαχνε το μαγαζί και δεν το έβρισκε ποτέ εκτός κι αν κατέληγε να απευθυνθεί σε χωριανούς. Όποιος είχε μεγαλώσει στο νησί, όπως εγώ, το θεωρούσε πάντως απολύτως φυσικό.
Πρώτη φορά που κατάλαβα την ιδιαιτερότητα αυτή ήταν πριν καμιά εικοσαριά χρόνια που ένας γνωστός παρουσιαστής αποφάσισε πρώτη φορά να κατέβει στο νησί και να πάρει συνεντεύξεις από ντόπιους. Την αλλιώτικη φύση των κατοίκων δεν πρέπει να τη γνώριζε, αργότερα, πολύ αργότερα, μας ανακάλυψαν τα διεθνή ειδησεογραφικά κανάλια κι άρχισαν να μιλούν για την περιβόητη μακροζωία και το ραχάτι που ίσως και να οδηγεί σε αυτήν. Πάει λοιπόν ο άνθρωπος και βρίσκει ταβερνιάρη στο Να, περασμένης ηλικίας που μια χαρά του τα 'πε ο άνθρωπος. Και πως "αυτό το καφενείο άνοιξε πριν τριάντα χρόνια και ήταν το πρώτο στο συνοικισμό και μετά το πήραν τα παιδιά και έγινε ευρέως γνωστό και οι οικογένειες το δουλεύουν μια χαρά" κι ο παρουσιαστής συγκινήθηκε κάπως, μάλλον συμπάθησε το γέροντα , οπότε στο τέλος της συνέντευξης τον ρωτάει: "Και πώς τη λένε την ταβέρνα σας;", διαφήμιση σκέφτηκε να του κάνει... Κι ο άλλος γούρλωσε τα μάτια κάπως κι εγώ από την Αθήνα χτυποκάρδισα "μα τι τον ρωτάει τον ανθρωπάκο" και "ιδέα δεν έχω πώς τη λένε, θαρρώ πως της 'βγαλαν ένα όνομα τα μικρά", σηκώθηκε πάνω, έκανε δυο βήματα "α, ναι, το 'χουνε βγάλει "Νας" ε, δεν το 'ξερα, λοιπόν" κι ο παρουσιαστής έσκασε στα γέλια. "Ένα μαγαζί τριάντα χρόνια έχετε και δεν ξέρετε την επωνυμία του; Πώς γίνεται;"
Γέλασα κι εγώ μαζί του κι ήθελα να μπω στην οθόνη μέσα να εξηγήσω πως κι εμείς δεν το ξέραμε που πάμε χρόνια εκεί και καμιά ανάγκη δεν είχαμε γι' αυτό.

Και μένοντας χρόνια στην πόλη άρχισα να συνειδητοποιώ τις λωλάδες μας μια μια και να προσπαθώ να βρω εξηγήσεις. Μετά άρχισα να ψάχνω πώς αυτές οι ιδιαιτερότητες, να τις πούμε έτσι καλύτερα, μας ακολουθούν ακόμη κι όταν φεύγουμε από τον τόπο χαρίζοντας μας μια μοναδική ταυτότητα, όχι καλύτερη από των άλλων, μα ξεχωριστή πάντως. Έτσι όταν φτάσαμε τέλη Οκτώβρη στην ηλιόλουστη παραλία της φωτογραφίας κι ο αδερφός μου έψαχνε με αγωνία να βρει την ψαροταβέρνα φίλου του που έφυγε μικρός από τη Νικαριά και εγκαταστάθηκε εκεί, εγώ περπάτησα από τη μια άκρη στην άλλη, κάθισα χαλαρά στην κλειστή ψαροταβέρνα του συμπατριώτη κι ατένιζα το πέλαγος. Έρχεται μετά από ώρα, αφού είχε κάνει δυο τρεις φορές το γύρο του χωριού και μου λέει:
-Τη βρήκα την ταβέρνα, είναι η Τάδε, ταιριάζει στην περιγραφή που μου έδωσε ακριβώς.
-Ε, δεν είναι, η δική του είναι αυτή που κάθομαι...
-Ναι, καλά, την ξεχώρισα, σου λέω.
-Πάμε στοίχημα;
Βάλαμε και στοίχημα, το κινητό δεν έπιανε για να μας βεβαιώσει ο φίλος, που γέρος πια ξεχειμώνιαζε στο δικό μας νησί, οπότε ξεχνιέται το θέμα μέχρι να πάει ο αδερφός μου "κάτω".
-Κέρδισες... Πώς το 'ξερες όμως; Αφού δε στην είχε περιγράψει...
-Μα ήταν η μόνη δίχως ταμπέλα...


Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Αφανός




ο αφανός των Κατωτινών

 
κι ο αφανός των Πανωτικών
 Για να καταλάβετε εξαρχής για τι μιλώ θα σας πω δυο λόγια. Έχουμε ένα έθιμο το Πάσχα στο νησί. Να κάνουμε σωρό και να καίμε τον Ιούδα. Ο σωρός αποτελείται από αφάνες, ένα είδος θάμνου αγκαθωτού, το λέμε και αστoιβή, το λέμε και ασπάλαθο. Αλλά έχει επικρατήσει το αφανός, έτσι το λέμε το σωρό τώρα. Πάνω πάνω βάζουμε ένα σκιάχτρο, και καλά ο Ιούδας που καίγεται. Τα παλιά χρόνια έκαιγαν έναν αφανό στο κάθε χωριό μόλις ο παπάς έλεγε το Χριστός Ανέστη. Συναγωνίζονταν τα χωριά ποιο θα 'χει τον μεγαλύτερο αφανό. Τώρα έχει διατηρηθεί το έθιμο μονάχα στο χωριό μου. Το χωριό της μάνας μου δηλαδή. Το Καραβόσταμο. Που λέτε στο χωριό δε θα 'χε νόημα να καίνε αφανό δίχως συναγωνιστές μια και στα άλλα χωριά το έθιμο ξεχάστηκε. Έτσι χωρίστηκαν οι χωριανοί. Σε Πανωτικούς και Κατωτινούς. Οι Πάνω είναι με την εκκλησιά του Αη Γιάννη, οι Κάτω με την εκκλησιά τοω Αγίων Αναργύρων. Καίνε εναλλάξ τον αφανό πότε την Ανάσταση πότε τ' Αντίλαμπρα. Στην πράξη αυτό που τους χώρισε δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αχλάδα, έτσι λέμε στο χωριό τις άγριες αχλαδιές. Κι όποιου το σπίτι ήταν από την κάτω μεριά της αχλάδας ήτανε Κατωτινός, όποιος από την πάνω μεριά Πανωτικός. Τον υπόλοιπο χρόνο τους ένωναν συγγένειες, κουμπαριές, μαθητικά χρόνια κλπ αλλά τη Μεγάλη Βδομάδα δεν τους ένωνε τίποτε. Ήταν άσπονδοι εχθροί. Και είναι ακόμη. Την Μεγάλη Βδομάδα μόνο. Άλλοι μαζεύουν και άλλοι πηγαίνουν  κρυφά να κάψουν τα μαζέματα των εχθρών. Αν πιάσουν τους κατασκόπους-εμπρηστές τους περιμένουν μαρτύρια απερίγραπτα. Στο έθιμο συμμετέχουν όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Γυναίκες και άντρες. Οι μανάδες σταυροκοπούν τους εφήβους, τους προμηθεύουν με χοντρά γάντια και κολατσιό και χρόνο ελεύθερο για να αφιερώσουν στο μάζεμα και στο φύλαγμα των ασπαλάθων. Οι πατεράδες αφήνουν τις δουλειές τους και κουβαλούν με τα αγροτικά τις στοίβες. Τα μικρά παλεύουν στις πλαγιές ξεριζώνοντας, κουβαλώντας και τοποθετώντας τους θάμνους στη θέση για την πυρά. Το τελευταίο βράδυ τους πατούν για να καίνε περισσότερη ώρα, τοποθετούν το ομοίωμα του Ιούδα και μετά όλοι μαζί ξενυχτούν πλάι στο σωρό προφυλάσσοντας τον από τους εισβολείς της αντίπαλης παράταξης.
 Ουφ! Ελπίζω να μη σας κούρασα. Και που λέτε, εγώ πήγαινα με τη γιαγιά μου στο χωριό και δεν ήξερα κανέναν από κει, η γιαγιά μου φοβόταν πολύ μην κουραστώ, μην ξενυχτήσω κι έτσι έμενα θεατής μόνο και ακροατής των όσων διαδραματίζονταν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των Παθών.
Αλλά φέτος έδωσα στη μικρή μου τα γάντια, την προμήθευσα με κουράγιο κι ευχές, την μετέφερα στην πλαγιά, είδα στο βλέμμα της πόσο καμάρωνε που συμμετείχε κι έτσι την άφησα και να ξενυχτήσει στη φρουρά. Και το πρωί χαράματα, την είδα ανάμεσα στους άλλους να κάθεται στην άμμο, όλοι μαζί σχηματίζοντας κύκλο με τα ντόπια παιδιά να διηγούνται ιστορίες και να καμαρώνουν που δεν τους τον έκαψε κανένας τον αφανό τους.
 Και την αγάπησα την πατρίδα μου ξανά. Για την πάλη που δίνει να διατηρήσει ό,τι είναι δικό της. Κι ας μην υπάρχει έπαθλο. Γιατί κατά έναν περίεργο τρόπο όλοι νικητές είναι. Άλλος νικά στη διάρκεια, άλλος στη δύναμη της φλόγας κι άλλος στη λάμψη των βεγγαλικών. Κι όλοι αγαπιούνται ξανά τη Δευτέρα του Πάσχα. Τον έκαψαν τον προδότη άλλωστε δυο φορές. Πόσο ακόμη;



Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Οι παρεξηγημένοι

Ο ένας κάθεται στο παγκάκι της πλατείας. Γαμπρός στο νησί, λάτρης της φύσης και της πεζοπορίας. Ο άλλος, λίγο μέτρα πιο κει, με τα ψώνια στα χέρια περιμένει να τον βάλω στο αμάξι.
Με σταματάει ο γαμπρός και μου λέει:
«Αυτός από το χωριό σου δεν είναι; Παράξενος άνθρωπος. Ξυπνάω χτες πριν χαράξει, παίρνω το μονοπάτι, ψιλοσκίζω τα ρούχα μου στις αστιβές - έτσι δεν τις λέτε;- και φτάνω επιτέλους στο χωριό. Τον βλέπω να σκάβει στην αυλή, τον καλημερίζω, λέω θα μου πει να ‘μπω μέσα στο σπίτι να με κεράσει καφέ κι αυτός, άκου να δεις παραξενιά, με κοιτάει από πάνω ως κάτω και με ρωτάει... αν ξυρίστηκα!»

Ο άλλος μπαίνει στο αμάξι, τακτοποιεί τις σακούλες και μου λέει με αγανάκτηση:
«Πού τον ξέρεις αυτοδά τον άθρωπο; Σε είδα που του μίλαες πριν. Άκου να δεις τι έπαθα με δαύτονα. Ήσκαβα το κηπάρι εχτές και τον εβλέπω άξαφνα μπροστά μου. Αχάραγα. Μόνος του, ούτε μηχανή ούτε αυτοκίνητο. Ταλαιπωρημένος πολύ. Με πλησιάζει  με χαμόγελο και λέω θα ‘χασε το δρόμο και θα θέλει βοήθεια. Και τον ρωτώ: "Ξορίστηκες;;;". Μα αντί γι’ απόκριση  αλλαξομουσούδιασε και κάνει μεταβολή και φεύγει. Ε, ρε, λωλάδα που ‘χει ο κόσμος….»



Ξορίζομαι στα ικαριώτικα, όπως καταλάβατε, σημαίνει έχασα το δρόμο μου, εξορία, εξορίζομαι, ξορίστηκα ή ηξορίστηκα...
Δηλοσιεύτηκε στο ikariamag στις 25-4-2013

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ο φίλος μου ο Αμπτούλ

                                               
φωτό από εδώ
  Ήρθε από το Μπαγκλαντές πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στην αρχή έμενε στο εξοχικό γνωστού εφοπλιστή φροντίζοντας με άλλους δυο τρεις την οικία αλλά και τον περιβάλλοντα χώρο. Συχνά το αφεντικό του έκανε διάφορες προσθήκες, αποθηκούλες, ξενώνες, στάβλους. Έτσι έμαθε να χτίζει την πέτρα, να σοβατίζει, να βάφει, να κολλάει πλακάκια. Ήταν ιδιαίτερα περήφανος για τις επιδόσεις του και μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τ' αφεντικά του.
-Είκα λεφτά, λέει, και μ' αγκαπούσαν πολύ. Ήτελα όμως να 'ρτω Ατήνα. Να την βρω και να ζήσουμε μαζί. Την είκα γνωρίσει για λίγκο, ήταν ωραία, πολύ ωραία. Είχε ντουλειά Ατήνα, πολύ ντουλειά, πήγκαινα στις οικοντομές και όλα μια καρά. Έκω και ένσημα, να εντώ τα 'χω, έχω χαρτιά, ντες, ντες...
 Βγάζει από τις τσέπες του ένα φάκελο βρώμικο, κατατσαλακωμένο και τον ανοίγει.
 -Εεει δεν είμαι αστυνομία του λέω γελώντας... Χαμογέλασε, βγήκε έξω από το δωμάτιο του νοσοκομείου, επέστρεψε σε λίγα λεπτά φέρνοντάς μου ένα κομμάτι πίτσα και ένα χυμό.
-Έχω φάει, του λέω αμήχανα. Κράτα τα για σένα...
Δε σήκωνε κουβέντα.
-Εσύ καλός άντρωπος, κάτεσαι μαζί με το μωρό μου, σου τα κρωστάω.
Του εξήγησα ότι είναι η δουλειά μου, δε μου χρωστάει χάρη.
-Όχι, τον αγκαπάς, κάρη σου 'χω, κάρη.
Κι εκείνος τ' αγαπούσε τα παιδιά του. Είχαν βιβλιάρια υγείας με τα εμβόλια συμπληρωμένα, με τις εξετασούλες τους όλες σε φάκελο καθαρό αυτή τη φορά, όλα σε τάξη, κι η τρυφεράδα του πατέρα στη θέση της μέσα στα δυο του κατάμαυρα μάτια που έλαμπαν κάθε φορά που τα κοιτούσε. Η μάνα τους χαμένη πια... Εκείνος καθόταν μέχρι αργά παρά τις συμβουλές μου να πάει για ύπνο.
-Ντεν έχει ύπνο, μου 'πε μια νύχτα, σπίτι ντεκαπέντε κι ο ένας τραγουντά κι ο άλλος μιλάει στο τηλέφωνο και άλλος μαλώνει, ύπνο ντεν έχει...
Ένα απόγευμα καθώς περπατούσαμε στον κήπο του νοσοκομείου τον ρώτησα αν έχει μετανιώσει που ήρθε.
-Όκι...όκι... Έχει νερό εντώ. Και στην πλατεία να είμαι στην Ατήνα έκει νερό. Εκεί όκι, ντεν ξέρεις εσύ... Εκεί είναι όπως κωράφια. Έχεις πάει σε κωράφια;
-Ναι, του λέω, έχω δικά μου. Μ' αρέσει πολύ να σκάβω και να φυτεύω. Να κάθομαι στον ήλιο και να χαζεύω τα φυτά μου περιμένοντας να μεγαλώσουν.
Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
-Εμένα όκι. Ντεν μ' αρέσει η ντουλειά αυτή. Ντεν έκει νερό και ντεν έχει λεφτά. Ζέστη πολύ. Ντεν ξαναπάω. Μια φορά πήγα και όκι, όκι. Εκεί όπως Μπαγκλαντές.
Τον κοίταξα κι εγώ με έκπληξη. Δε συνεχίσαμε την κουβέντα.

Έχει να 'ρθει δυο χρόνια να δει τα παιδιά. Κάποιοι λένε πως μάλλον τα ξέχασε, ο άκαρδος. Εγώ φαντάζομαι, είμαι σχεδόν σίγουρη, πως δεν έχει λεφτά και δε θέλει να 'ρθει με άδεια χέρια. Δεν έχει δουλειά στην οικοδομή. Ίσως ξαναπήγε στα "κωράφια". Τον ψάχνω στις εικόνες που κάνουν το γύρο του κόσμου. Δεν τον βρίσκω. Αν δείτε κάπου τον Αμπτούλ μην του ρίξετε. Είναι σκαγιωμένος ήδη...


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Ασυντρόφευτες δύσεις

   Ο γάμος ήταν προσχεδιασμένος. Προξενιό που λέμε. Ήτονε νοικοκύρης με ζώα, χωράφια και σπίτι. Καλύτερη τύχη δε θα μπορούσε να 'χει η τέταρτη από τις θυγατέρες της δεκαμελούς οικογένειας, φτωχή κι ανήμπορη  άρα να θρέψει τόσα στόματα. Οι κόρες όλες ηθικές και νοικοκυρές. Κάποιος δάσκαλος μάλιστα είχε πει, τουλάχιστον για την Ελένη, πως ήτανε και ξύπνια, θα μπορούσε με λίγη βοήθεια να γίνει μια σπουδαία- γιατί όχι;- επιστήμονας. Έστω, θα μπορούσε να τελειώσει το σχολείο με ευκολία και να εργαστεί. Θα διέπρεπε σε όποια εργασία επέλεγε.
Εκείνοι περήφανοι για τη θυγατέρα τους την έβγαλαν από το σχολειό, μην πάρουν τα μυαλά της αέρα, και της βρήκαν τον καλύτερο γαμπρό. Γείτονας για να μην την χάσουν ποτέ από κοντά τους. Γλεντζές και φιλοσυγγενής. Αγαπητός και πρόσχαρος. Με τα καλαμπούρια του, με τη φιλοξενία του, με τα όλα του.
Η Ελένη τον γνώριζε από παιδί. Τον συμπαθούσε. Μα γάμο μαζί του δε φαντάστηκε ποτέ. Ήταν ρηχός, γήινος, αγράμματος. Το μυαλό το δικό της θέριευε με αλλοπρόσαλλα πράγματα. Της άρεσε να γράφει ποιήματα για ρομαντικούς έρωτες, για ηλιοβασιλέματα, για κυματισμούς της θάλασσας που αδιάκοπα -λίγα μέτρα κάτω από το πατρικό της- συντρόφευε τα πιο τρελά της όνειρα.
Λογάριαζε πως μια μέρα θα ΄φευγε, θα έμπαινε στο καράβι, θα δούλευε, θα αγόραζε με το μισθό της βιβλία, θα γέμιζε τον τόπο με δαύτα και μια μέρα θα 'βρισκε τον πρίγκιπά της, θα τα διάβαζαν μαζί, θα κατέβαιναν στο χωριό παρέα και θα του 'δειχνε τον ήλιο που κείται στα νερά χλωμιάζοντας, θα συμφωνούσε εκείνος πως είναι το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου και θ΄αγκαλιάζονταν μαγεμένοι, συντροφευμένοι και γαλήνιοι.

-Και την ετοίμασε κρυφά τη βαλίτσα και πήγε στο λιμάνι. Ανατριχιάζοντας κι η ίδια με το κουράγιο που 'βρε να πάει κόντρα στη θέληση του πατέρα και της μάνας. Και θέλεις το πιστεύεις, θέλεις όχι, είχε τρικυμία μεγάλη και τον καράβι δεν έδεσε τον κάβο. Δεν έπιασε το καράβι... Ναι, που λες...
Κι είχανε βγάλει μια ιστορία οι ντόπιοι. Κάθε που άρμεγαν τις κατσίκες οι σύζυγοι στο πέρα περιβόλι, απάνω από τα βράχια της θάλασσας, κι η γυναίκα σταματούσε μια στιγμή, άφηνε τον μπότο σε μια άκρη και κοίταγε, λέει, θαμπωμένη από την ομορφιά τον ήλιο που έδυε. Και του φώναζε... "Έλα, άντρα μου, να δεις μια μαγεία...." Κι εκείνος, λέγαν οι χωριανοί, μήτε που γύρναε το κεφάλι...
"Από τότε που γεννήθηκα κάνει αυτή τη δουλειά, μια δύει και μια ανατέλλει..."  Εκείνη μόνη τον κοίταζε. Στην άκρη του περιβολιού ακίνητη. Μόνη... Ναι, που λες...

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

"Δικά σας συστήματα"

  Πήγε στη Μακρόνησο Γενάρη του '50 και έφυγε από κει Απρίλη του '53. Αυτοί οι μήνες οι ατέλειωτοι ήταν και η μοναδική περίοδος της ζωής του που έζησε μακριά από τον τόπο του.
Δεν ήταν κρατούμενος. Είχε τελειώσει πια η περίοδος των ηρωισμών. Φαντάρος ήταν. Αλλά με τη στάμπα του αριστερού. Στη σκηνή με άλλους είκοσι δύο. Γ' κατηγορίας. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε δικαίωμα άδειας, δεν δικαιούνταν βεβαίωση ότι υπηρετεί στο στρατό και σιτιζόταν με υποβαθμισμένη τροφή π.χ. μακαρονάδα ως χυλός, όχι στραγγιστή. "Μακροβούτι για να βρεις το μακαρόνι", όπως χαρακτηριστικά λέει.
 Όσοι από τους μαγείρους είχαν κάνει εξόριστοι στο νησί τον συμπαθούσαν και του φυλούσαν κάτι ξεροκόμματα για να χορτάσει κάπως. Μετά από ένα χρόνο είχες δικαίωμα να κάνεις αίτηση για αλλαγή κατηγορίας. Πήγαινες στην Β' με δικαίωμα αδείας και βεβαίωσης και κατόπιν στην Α' με δικαίωμα να αλλάξεις στρατόπεδο και να επιστρέψεις στον πολιτισμό. Όλα αυτά αν είχες καλή διαγωγή. Μόνο που η καλή διαγωγή σήμαινε ρουφιανιές. Και ρουφιανιές δε γούσταρε. Ο Τριανταφύλλου, λογαγός από την Εύβοια, δε μπορούσε να το χωνέψει.
-Τι θα γίνει με σένα, ρε; Έτσι θα τη βγάλεις;
Είχε βαρεθεί να τον βλέπει. Τελευταίος να τελειώνει το φαγητό, τελευταίος να παρουσιαστεί  στο προσκλητήριο.
-Όλα τα 'κανα με το σισελέ μου. Αργά αργά δηλαδή. Το κουράγιο μου δεν το 'χασα στιγμή. Το 'χα πάρει απόφαση, βλέπεις.

-Τι θα γίνει, ρε; Όλοι φεύγουνε, δε βλέπεις μπρος σου; Σε βλέπουνε και οι καινούριοι και πάνε αργά αργά από πίσω σου, τ' αναθεματισμένα, και χαμογελούνε κιόλας. Πανάθεμά σας. Δε θα κάνεις, ρε, καμιά αίτηση, να σε ξεφορτωθούμε;
-Τι αίτηση; Δεν είχαμε τέτοια στο χωριό. Δεν ξέρω τίποτα και δε ζητάω και τίποτα. Αυτά είναι δικά σας συστήματα. Εμείς άλλα είχαμε. Με το σισελέ μας, με χαμόγελο κι αντάμα ο ένας με τον άλλο. Δε βιάζομαι για τίποτα.

-Με άφησαν στην ησυχία μου. Και πέρασαν κι οι μήνες και τα χρόνια. Ήρωας δεν έγινα, μα μήτε και ρουφιάνος. Κι αγάπησα τον τόπο αυτό, τον ξερότοπο, τον άγριο μη σου πω πως ακόμα χαμογελώ όταν τον φέρνω στο μυαλό μου.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Τα μάγια του καφέ



   Στις καφετέριες προτιμώ το νες. Το ίδιο και στο σπίτι στην Αθήνα. Μα στο νησί δε χαλάω την παρέα. Ελληνικός καφές πάντα. Στην αυλή συνήθως. Βάζουμε τα φλιτζανάκια στο τραπέζι κι η θεία με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει μας σερβίρει. Πίνουμε αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, σπανίως της χώρας κι ακόμη πιο σπάνια τα προσωπικά μας. Τα τελευταία θα …αποκαλυφθούν έτσι κι αλλιώς στο τέλος. Όταν θα ‘ναι η ώρα για «τη μοίρα». Περιστρέφουμε με αργές κινήσεις το φλιτζάνι αδειάζοντας το σερμπέτι στο πιατάκι. Περιμένουμε ώσπου να στεγνώσει κουβεντιάζοντας ξανά. Μετά η θεία παίρνει ένα ένα τα αναποδογυρισμένα φλιτζάνια, παρατηρεί με προσοχή τα  καφετιά σχήματα που έχουν δημιουργηθεί και επιδεικνύει τη …μαντική της τέχνη. Οι άντρες συνήθως μας περιπαίζουν.

-Μην ξεχάσεις το «σταράτο», συμβουλεύει ο θείος τη γυναίκα του γελώντας. Και την «επιτυχία»…
Εκείνη κάνει πως θυμώνει.
-Να μην ανακατεύεσαι, τον μαλώνει και βάζει το δάχτυλο στα χείλη για να επικρατήσει η απαιτούμενη σιωπή που δίνει στη διαδικασία έναν κάπως επίσημο χαρακτήρα. Κανείς μας δεν έχει αγωνία. Χαλαρά περιμένουμε ν’ ακούσουμε το καθημερινό μας παραμύθι.
-Έχεις ένα μεγάλο Π. Ξέρεις κανέναν Πέτρο, Παύλο; Παναγιώτη; Όχι; Α, τότε θα ‘ναι πόρτα. Ναι, μια μεγάλη πόρτα. Επιτυχία. Πω πω… τεράστια! Τώρα, κοντά. Βλέπεις; Είναι πάνω πάνω, στο χείλος. Αν δε με πιστεύεις, δηλαδή… Θάλασσα δεν έχεις. Το σπίτι σου καθαρό. Αμάν! Ένας εχθρός, Παναγία μου, για δε τονε. Εδώ, εδώ πάνω… Πού πού να’χει ανάγκασμα! Κάτσε να ρίξουμε λίγο νερό. Ανακάτεψέ το ξανά. Ωραία. Καθάρισε. Όχι που θα τον αφήναμε… Ένα δώρο θα σου δώσουν. Βρε, τι ένα, πολλά πακέτα, να, κοντά στον πάτο. Θα περιμένεις λίγες μέρες. Κοίτα κι εδώ. Μια παρέα μεγάλη. Πού θα πας, μωρή; Σε καμιά πανήγυρη; Άχου, θα περάσεις ωραία... Να κι ένα σταράτο πρόσωπο! Τον βλέπεις; Εκείνος σε σκέφτεται από μακριά. Ωχ, γύρω του έχει έννοιες, σκοτούρες. Κοίτα τον κύκλο. Μα να, από δω ανοίγει. Θα φύγουνε γρήγορα και θα ησυχάσει. Όλα καλά! Ωραίο φλιτζάνι! Για να δω και το δικό σου, Μαρινάκι…
Όλοι εγκαταλείπουμε την αυλή χαμογελώντας. Οι εχθροί έχουν διαλυθεί με τις στάλες του νερού. Οι έννοιες έχουν χαθεί από το μικρό άνοιγμα του κύκλου από κατακάθι ελληνικού καφέ. Τόσο απλά. Όλο και κάποιο σταράτο πρόσωπο μας σκέφτεται. Όλο και μια μεγάλη παρέα μας περιμένει. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Κάπως έτσι ίσως να ζούμε και πιότερο, που λένε κι οι έρευνες. Δεν οφείλεται στο χαρμάνι. Είναι που φτιάχνουμε τη μοίρα μας όπως μας αρέσει… Με κουβέντα κι ονειροπολήματα.


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 28-3-2013)

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Λιθινομούσαινα


photo: Καριώτες πρόσφυγες επιστρέφουν στον τόπο τους. Στο βάθος το Καραβόσταμο.

Η ηρωίδα μας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Λιθί της Χίου. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έκανε οικογένεια, εκεί γέρασε. Όλα με δυσκολίες.  Ό,τι εμείς φέρνουμε στο μυαλό μας και τρέμουμε με τη σκέψη τους και μόνο, εκείνη τα ‘ζησε ένα ένα. Στερήσεις, πολέμους, κακουχίες, αποχωρισμούς… Χήρεψε νωρίς. Τα παιδιά της, μόλις στάθηκαν στα πόδια τους, την αποχαιρέτησαν. Αμερική. Δεν γύρισαν ποτέ… Όχι μόνο τα παιδιά, μα και πολλοί συγγενείς, φίλοι, γειτόνοι. Έμεινε μόνη σχεδόν στο χωριό. Κλείστηκε στους τέσσερις τοίχους αποκαρδιωμένη. Η μοίρα όμως είχε αφήσει κι υπόλοιπο. Ξεσπά ο δεύτερος παγκόσμιος. Έρχονται οι κατακτητές. Δεν απομένει μήτε σπόρος μήτε ζωντανό. Κατεβαίνει στη Χώρα, μαθαίνει για τη βάρκα, μπαίνει. Σαν υπνωτισμένη. Από τη Μικρά Ασία στη Βηρυτό.
Εκεί τη γνώρισε. Μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο. Μια τυραννισμένη γυναίκα όπως κι εκείνη. Την έλεγαν Μαρίκα και η καταγωγή της ήταν από το Καραβόσταμο της Νικαριάς. Η Μαρίκα είχε μαζί και τα μωρά. Και μια καλοσύνη που δεν είχε ξανασυναντήσει σε άνθρωπο. Η δικιά μας η ηρωίδα κόντευε να ξεχάσει τ’ όνομά της κι ούτε που την ένοιαζε. Έτσι που ‘χε γίνει μια μάζα με τους ξεριζωμένους Καριώτες αποδέχτηκε τον προσδιορισμό που την έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ήταν πια η Λιθινομούσαινα. Μια  «ξένη» που γρήγορα εγίνηκε δικός τους άνθρωπος. Γνώρισε τα έθιμα των Ικαριωτών, δανείστηκε το κέφι τους και τη ζωντάνια τους, πήγε σε γάμους και γλέντια που έγιναν στην ξένη χώρα, χόρεψε το «τούτη η γης που την πατούμε….», αγάπησε κι αγαπήθηκε από την αρχή. Με τη Μαρίκα φίλες και αδερφές. Κόρη και μάνα. Τα παιδιά της ‘γίναν τα εγγόνια που δεν είδε ποτέ από κοντά. Το ξενοδοχείο που τους φιλοξενούσε, ένα από τα καλύτερα της πόλης, γίνηκε το σπίτι της. Είχανε δική τους φουφού, τσάι ζεστό, κατσαρολικά γυαλισμένα, στρωσίδια καθαρά. Κι αγάπη. Ο ένας με τον άλλο και κυρίως η Μαρίκα, τα παιδιά κι η Λιθινομούσαινα. Μια γροθιά. Τόση ανέλπιστη χαρά μες τη δυστυχία… Σε χώρα του εξωτερικού, στο «Παρίσι της Ανατολής», για δες, με φίλους και δικούς, με γέλια και φωνές.
Μα κείνοι οι άτιμοι οι Καριώτες ησυχασμό δεν είχανε. Τους έτρωγε η νοσταλγία. Και μόλις κάμανε να φύγουν οι ξένοι, ακόμη δεν τα ‘χανε μαζέψει καλά καλά, πήγανε μια και δυο στην 9η Μεραρχία. Να παραπονεθούνε όλοι μαζί που ακόμη δεν είχε κανονιστεί το δρομολόγιο για το νησί.
Έμαθε για τη διαμαρτυρία, την κυρίευσε μια οργή πρωτόγνωρη, γύριζε όλη μέρα στους δρόμους της πόλης, τους πολύβουους, τους αρωματισμένους με ζωή και μπαχάρια. Σκεφτόταν τη σιωπή που την καρτερούσε πίσω. Το βραδάκι πήγε στο δωμάτιο με την τελευταία ελπίδα στη φιλενάδα που της είχε υποσχεθεί πως δε θα την αφήσει ποτέ ξανά μόνη. Σκύβει στο αυτί της καθώς λαγοκοιμότανε περιμένοντάς την.
-Πήγες κι εσύ, Μαρίκα, στην 9η;
-Πήγα.
 Ξαπλώνει, δεν κλείνει μάτι όλη νύχτα και την άλλη μέρα της απευθύνει την τελευταία κουβέντα.
-Μια τρύπα στο νερό κάματε, Μαρίκα. Να πάτε όπου θέλετε, εγώ θα μείνω εδώ να κάμω την προσφυγιά μου. Θα κάμω την προσφυγιά μου σαν άνθρωπος. Τ’ ακούς;
Το ίδιο έλεγε σ’ όλους από κει κι έπειτα. Λένε πως ήταν η μόνη που έκλαιγε όταν έφευγαν.  Η Μαρίκα δεν την είδε καν. Έβλεπε μόνο το γιαλό του Καραβοστάμου, τα σπίτια τα έρημα που θα ξαναγέμιζαν ζωή. Χαιρετούσε το όμορφο μέλλον. Δεν χωρούσε μέσα της καμιά θλίψη τώρα πια, όπως πριν δε χωρούσε καμιά χαρά. Δεν είδε ποτέ την προσφυγιά αλλιώς...

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12-3-2013 με τον τίτλο "Η προσφυγιά αλλιώς")

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Δυσκολονόητος ο κόσμος πια, παιδί μου

  Της μίλησα για την παλιά φωτογραφία από το '34 με τα ξυπόλητα παιδάκια του χωριού και το δάσκαλό τους.
-Δημοσιεύτηκε στο ίντερνετ, που λες, και την είδε ένας Ιταλός και μου 'γραψε ένα συγκινητικό μήνυμα. Αναγνώρισε τη μάνα του, που 'χει πεθάνει πια. Ήτανε η κόρη του Αλέξη, τη θυμάσαι... Άλλη φωτογραφία δεν έχει από τα παιδικά της χρόνια. Έμαθα πως είχατε πολύ καλές σχέσεις, οικογενειακές. Μήπως κρατούσε καμιά ο αδερφός σου; Η μάνα σου;
-Μα εχτές κιόλας μου 'φερε ο γαμπρός μου κάτι μουχλιασμένες από την υγρασία. "Του 'κοψε" και ενώ πέταξε τα πάντα σχεδόν από το σπίτι, αυτές τις έβαλε σε μια σακούλα και μου τις έφερε. Για να δούμε... Ο γιος της Αθηνάς θα 'ναι, ε;
Και βγάζει μια νάυλον σακούλα σούπερ μάρκετ, αραδιάζει πάνω στο τραπέζι καμιά εκατοστή ασπρόμαυρες κι αρχινά την αναζήτηση. Έγινε ένα τρομερό ταξίδι. Αδύνατο να σας το περιγράψω. Γάμοι ανθρώπων πεθαμένων από χρόνια, γλέντια, συναθροίσεις συγγενών, μωρά με ναυτικές στολές, στρατιώτες από τον Α' παγκόσμιο, άλλοι από τις μάχες στην Αφρική, κοπελίτσες στο Παρίσι με απίστευτα φορέματα, οικογενειακές από την Αλεξάνδρεια, εύποροι συμπατριώτες με κουστούμι και γραβάτα, κοπελίτσες ανύπαντρες που μετανάστευσαν για να γίνουν υπηρέτριες κι όμως πόζαραν με τόσο μεγαλοπρεπές ύφος μπροστά στο στημένο σκηνικό με τις κολωνίτσες και τις τεράστιες γλάστρες που έβαζαν για φόντο οι φωτογράφοι της εποχής... Ανάμεσά τους, πράγματι, βρισκόταν και του Ιταλού η μάνα, η Αθηνά, μια όμορφη νεαρή της εποχής, συνήθως με την αδερφή της, την Αδαμαντία, αργότερα με τη φαμίλια της στο Τορίνο.
-Δυο τρεις είναι αρκετές της λέω, θα του τις στείλω να χαρεί. Αλλά θα 'θελα και τις υπόλοιπες, φτιάχνω ένα αρχείο, θα τις περάσω στον υπολογιστή και θα σου τις φέρω.
Είδα ότι το τελευταίο της φάνηκε κάπως παράξενο. Δεν είπε τίποτα αποθαρρυντικό πάντως.
Την άλλη μέρα ξαναπάω αφού έχω συνδέσει το scanner. Εκείνη έχει αφιερώσει κι άλλο χρόνο.
-Ήρθε κι ο Χρήστος που τη θυμόταν καλά την Αθηνά. Βρήκαμε κι άλλες. Κοίτα, σου τις έχω βάλει στο φάκελο να του τις στείλεις, να χαρεί ο άνθρωπος.
-Α, σ' ευχαριστώ, αλλά θα μου δώσεις και τη σακούλα; Αύριο το πρωί θα σου τις φέρω.
Πάλι το ίδιο ύφος. Ευτυχώς, μου 'χε εμπιστοσύνη. Τις παίρνω, τις αντιγράφω, της επιστρέφω τη σακούλα.
Περνάνε δυο ώρες. Τηλέφωνο.
-Έλα, η Μαρίκα είμαι, κάτι ξέχασες, πετάξου σπίτι για ένα λεπτό.
Πάω, πάλι ο ίδιος φάκελος.
-Ξέχασες τις φωτογραφίες του ανθρώπου.
-Μα τις αντέγραψα. Θα του τις στείλω, μην ανησυχείς.
-Και πώς θα στείλεις κάτι που δεν κρατάς, παιδάκι μου; Αφού είναι εδώ, στο φάκελο.
Τη χάιδεψα στον ώμο.
-Μην ανησυχείς, στέλονται κι αλλιώς τώρα τα πράγματα...
Σκέφτηκε για λίγο.
-Ε, μπορεί να 'ναι δύσκολο να το νοήσω εγώ, παιδάκι μου. Αλλά άμα στέλνονται αλλιώς να του πεις τότε πως η μάνα μου πολύ την αγαπούσε τη δικιά του, κι εκείνη, μη θαρρείς, σα μάνα την είχε, γιατί, βλέπεις, είχε μείνει ορφανό από μωρό. Και να του πεις πως η μάνα του σαν ήτονε κοπελούδι αγαπούσε τον αδερφό μου κι εκείνος το ίδιο και πολύ στεναχωρήθηκε που έφυγε για την Ιταλία. Α, και να του πεις πως η μάνα του μας έστελνε συχνά δώρα. Πες του και για κείνο το φουστάνι, το πρώτο μου, που το 'χα ράψει με ύφασμα που μας έστειλε εκείνη από το Τορίνο. Να του δείξεις και τη φωτογραφία που το φορώ. Και να πεις να 'ρθει και να μας δει, γιατί πολύ θα χαρώ να τονε δω. Και χαιρετισμούς να του πεις από τη Μαρίκα. Κι ας μη με ξέρει. Και πως η μάνα μου έχει πεθάνει χρόνια. Το ίδιο κι η αδερφή μου η Αργυρώ, που ήτανε, να του πεις, οι καλύτερες φιλενάδες με τη μάνα του.

-Ναι...θα του τα πω. Μείνε ήσυχη, καλή μου...
 

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Λίγη άμμο μοναχά


Τώρα εγώ, γιατί χαίρομαι με τόσο ήλιο; Με τα μεσημέρια που κρατούν περισσότερο, με τα "τραπεζάκια έξω", που λέει και ο γνωστός τραγουδοποιός, με το μεγάλωμα του δυόσμου στη γλάστρα, με το φως που κάνει ωραιότερη τη φτηνή μου κουρτίνα, με τις δεκαοχτούρες που τραγουδούν τα πρωινά... Συνήθεια, πες το. Μια αφέλεια, αλλά βάλε τα μαζί της, αν μπορείς. Δεν έμαθα να συνδυάζω το Μάρτη με νέα μέτρα, με περικοπές, με χαράτσια, με φόβο... Δε μπορώ... Πάντα ένα βήμα ακόμη θα είναι μέχρι το καλοκαίρι. Παραλία, ξενοιασιά κι ανέμελα παιδάκια... Κι όσο τα βλέπω με τα ματάκια τους ορθάνοιχτα για ζωή και με τα χέρια τους ορθάνοιχτα για αγκαλιές τόσο και παίρνω θάρρος. Και μια χούφτα άμμο να 'χα, τώρα, να τους τη ρίξω στις πατούσες και στις παλάμες και λίγο πιότερη, για να τα σκεπάσω ως το λαιμό και κείνα να γελάνε και να βγάζουμε φωτογραφίες και μετά να τα "ξεθάψω" για να πάμε μαζί ως την καντίνα να τους πάρω παγωτό. Κι αν δε μου φτάνουν τα λεφτά, να πάμε στα βράχια και να περπατήσουμε και να τα μαλώνω που δεν προσέχουν πού πατούν. Και να κάνουμε όνειρα, ακούγοντας το φλοίσβο. Και να τους λέω να μη φοβούνται τίποτα. Και κείνα να με πιστεύουν, λέει. Να γέρνουν το κεφαλάκι τους στον ώμο μου ή στα γυμνά μου πόδια. Και να τους χαϊδεύω τα μαλλιά....
 Κι ύστερα να 'ρθει ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Ένα καλοκαιρινό βραδάκι με γέλια και με μυρωδιές.Εκείνα να βάζουν τα καλά τους για τη βολτούλα με τους φίλους κι εγώ να ρίχνω νερό στην αυλή και να χαζεύω τις φραουλίτσες στη γλάστρα και τις ντοματούλες στον κήπο. Λέμε πως θα τις φυτέψουμε παρέα φέτος...
 Και θ' αφήσουμε το χειμώνα να πάει στο καλό... Κι άμα δεν του αρέσει να πάει στον αγύριστο.
Εγώ συνήθισα να χαίρομαι με τον ερχομό της Άνοιξης. Με την προσμονή του θέρους. Δε θα την καταθέσω τη χαρά μου σε κανένα απ' τα ταμεία τους!

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Για να με θυμάσαι


 Γύρω μου άσπρα κάγκελα και ένα δυο πραγματάκια με έντονα χρώματα. Κόκκινο, πράσινο πορτοκαλί, σκόρπια εδώ κι εκεί καρτερούν να μεγαλώσω λίγο ακόμη και να τα πάρω στα χέρια μου να τα παίξω. Εγώ ίσα που αντέχω ν' αγκαλιάσω τα καλώδια που με συνδέουν με κάτι μηχανήματα πάνω από την κούνια. Αυτά είναι μαύρα μα έχουν κάτι κόκκινες και πράσινες γραμμούλες που αλλάζουν σχήμα κάθε δευτερόλεπτο. Κάνω να βήξω ή να λαχανιάσω κι εκείνα βρουπ! Ανεβοκατεβαίνουν, αλλάζουν τους αριθμούς στο πάνω μέρος, καμιά φορά φωνάζουν κιόλας και τότε έρχονται οι άνθρωποι από το διάδρομο και με πασπατεύουν. Κάνω τότε πως κλείνω τα μάτια μου για να τους τρομάξω πιότερο μα κείνοι δε χαμπαριάζουν, με γυρνούν στο πλάι, με καλοσκεπάζουν με τη ροζ κουβερτούλα και χάνονται ξανά.
 Πιο πολύ διασκεδάζω όταν έρχονται κάτι κυρίες που δε φορούν άσπρα μα πολύχρωμα ρούχα σαν τα άχρηστα παιχνίδια στο πλάι μου. Κάνουν πως μ' αγαπούν και φοβούνται στ' αλήθεια όταν οι γραμμούλες ανεβοκατεβαίνουν. Στεναχωριούνται κι όταν δεν πίνω αρκετό γάλα και μια μ' αφήνουν απογοητευμένες στο σεντόνι μια με αρπάζουν ξανά με αποφασιστικότητα και μου χαιδεύουν το στόμα μου με το ρόγα του μπιμπερό. Έχει πολύ πλάκα. Κλείνω τα χείλη μου με πείσμα κι όταν με παραζορίζουν ρουφώ λίγο γάλα και το αφήνω να τρέξει έξω από το στόμα. Παράλληλα κάνω πως λαχανιάζω και τις χαζεύω στο μισοσκόταδο πώς χλωμιάζουν και καρδιοχτυπούν. Μου θυμίζει ο χτύπος τους τη δική μου την καρδιά. Τις καταλαβαίνω. Κάνω τότε πως τις αγαπώ κι εγώ και ηρεμούμε. Καμιά φορά τους χαμογελώ λίγο στραβά σα να 'τανε η δική μου η μαμά.
Παίζουμε λίγο ακόμη τη μαμά και κόρη κι ύστερα φεύγουν.
 Μένω ξανά με την καρδιά μου, το μόνο μου καλό παιχνίδι... Θα την ανοίξουν σε δυο μέρες να βρουν το πρόβλημα. Η δική μου η μαμά τίποτα δεν ξέρει. Μ' άφησε για να μην ανησυχεί. Δε με παίζει... Κι εγώ δεν ξέρω τίποτα... Τι να σου κάνω; Έκθετο, σαράντα ημερών στον προχειρουργικό θάλαμο είμαι. Σου γράφω μόνο για να με θυμάσαι, καλή μου κυριούλα, εθελόντρια...
Να με παίζεις πού και πού...

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Κοντότα;



 Τα ένσημα του ΙΚΑ δεν αρκούν πια. Του ΤΕΒΕ κοστίζουν πολύ και αρκετοί από τους γνωστούς, κλείνουν απογοητευμένοι τα βιβλία τους. Οι εισφορές στον ΟΓΑ αυξάνονται. Οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων δεν είναι πια μόνο σενάριο. Τα ιατρικά κέντρα θα γίνουν κι αυτά ευκολοχώνευτη τροφή μια και μασήθηκε τόσο καιρό στα δόντια του τέρατος. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσει το κακό, μα η αισιοδοξία αρχινά να καταντά αφέλεια καθώς το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης διογκώνεται μέρα με τη μέρα.

 Τα σκέφτομαι όλα τούτα κοιτάζοντας τα κιτάπια του παππού.
…ενεγράφην εις την  κοντότα του ιατρού Κ. Πουλιανού εις τας 9 Αυγούστου έτος 1921...

Ομολογώ ότι ιδέα δεν είχα τι σήμαινε η εγγραφή σε κοντότα. Την ανακαλύπτω στο υπέροχο ιστολόγιο του Σαραντάκου, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Αναφέρει: Η λέξη ετυμολογείται από το ιταλικό condotta (μίσθωση)(…) Κοντότα στα νεότερα χρόνια ήταν η συμφωνία ανάμεσα σε έναν επαγγελματία, συνήθως γιατρό, και στους κατοίκους ενός χωριού, κατά την οποία ο επαγγελματίας με εφάπαξ αμοιβή αναλάμβανε να παρέχει υπηρεσίες για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως για ένα χρόνο.(…) Η κοντότα έφτασε και στον εικοστό αιώνα. Στο Διαδίκτυο βρίσκει κανείς ένα βιβλίο για τη Μαρία Μητσιάλη (1895-1981), που υπηρέτησε ως γιατρός στους Παξούς με το σύστημα της κοντότας από το 1924 έως το 1968. Έπαιρνε από κάθε οικογένεια μισή, μία ή δυο ξέστες (δεκαεξάκιλα) λάδι το χρόνο.

Φαντάζομαι ότι κι εμείς θα δίναμε λάδι, αμύγδαλα ή σταφίδες, αν και πιθανολογώ ότι θα πληρώναμε ένα εφάπαξ χρηματικό ποσό. Δεν είμαι σίγουρη για την αμοιβή, πάντως σε άλλο χαρτάκι, μισοσβησμένο, ανακάλυψα ότι οι γιατροί του νησιού έδιναν τουλάχιστον κάποιου τύπου απόδειξη…

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Η νύχτα κι αν με ζώνει...


...Κι απόμειναν (ετσιδά, αντίκρυ ο ένας στον άλλο) και κοιτάζουνταν με μια τρυφεράδα έξαλλη, σα να συναντιότανε, πρώτη φορά, μονάχοι οι δυο τους, στο δρόμο της ευτυχίας. Κι έκατσε κείνος μα δεν είχε το νου του για δουλειά. Κάτι τραγούδαε μέσα του. Κάτι τραγούδαε:

Τώρα η νύχτα κι αν με ζώνει, τρισκότεινη
καρτερώ τον ήλιο
καρτερώ, ταχιά, το φως.
Φως. Φως. Σε στεριές και σε θάλασσες.
Κι ούτε σύγνεφα, εκεί ψηλά,
ούτε αντάρτες, δω κάτου.

Ήτουν ένα τραγούδι που το τραγούδαε συχνά ο πατέρας του- όντας τράβαε κουπί, ή όντας άλιευε, νυχτιάτικα, με το πυροφάνι. Κι ακόμα τούτο:

Με δέρνουν όλοι οι καιροί
-όλοι οι καιροί-
ο πουνέντης και η τραμουντάνα.
Μα χαρά μου εμένα ενάντια
να πηγαίνω στους καιρούς
-ενάντια στο ρέμα.

Ναι. Ναι. Έτσι. Το θυμότουνε καλά ο Πασχάλης. Και τράβηξε τώρα νοερά μια μεγάλη παύλα (σαν τη φωτεινή γραμμή που χαράζει στο γαλάζιο του ουρανού κάποιο πεφταστέρι) και μουρμούρισε:
"Ενάντια στο ρέμα!"





Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Από άλλο κόσμο...


 

 Η γλυκύτατη κυριούλα κάθισε αργά στο πίσω κάθισμα, αφού τακτοποίησε τη φούστα με τρόπο που να μην είναι τσαλακωμένη στο έβγα και τοποθέτησε την τεράστια μαύρη τσάντα στα γόνατα. Γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο και ατένιζε τις ασχήμιες της πόλης με χαμόγελο, λες κι έβλεπε κάνα λιβάδι με αγελαδίτσες να βόσκουν και παιδάκια να κυλιούνται στο χορτάρι.
 Ο ταξιτζής είναι σίγουρο πως δεν είχε καμιά πρόσβαση στον κόσμο της, μα ούτε και στον πραγματικό μάλλον. Προφανώς τον απασχολούσαν τόσα που είχε ξεχάσει το GPS ανοιχτό για κάποιον προορισμό που αναζητούσε πριν από ώρες. Και να πεις ότι δεν τον ενοχλούσε; Κάθε δυο και τρεις έριχνε κι από ένα μπινελίκι στην κοριτσίστικη φωνή που επέμενε ότι έπρεπε να στρίψει αριστερά κι έπειτα έκανε επαναυπολογισμό διαδρομής και πάλι επέμενε να συνεχίσει ευθεία και ξανά και ξανά.
-Δε μας χέζεις κι εσύ... Βρε, άντε παράτα μας... Καλά, λέγε, λέγε...

Κι όσο δεν έκανε την απλή κίνηση να πατήσει το κουμπάκι ακριβώς πάνω από το τιμόνι εκείνη συνέχιζε με τον ίδιο απαλό τόνο στη φωνή.
-Στην επόμενη στοφή, στρίψτε δεξιά.... Στρίψτε δεξιά... Επαναυπολογισμός διαδρομής... Σε τριάντα μέτρα στρίψτε αριστερά... Στρίψτε αριστερά...

 Εκείνος πήγε ευθεία βρίζοντας και μουρμουρώντας, βρήκε την είσοδο του σπιτιού της κυριούλας με μεγάλη ευκολία, τον πλήρωσε, της έδωσε τα ρέστα και πριν κλείσει την πόρτα του λέει με μαμαδίστικο ύφος:
-Την κοπέλα σου να την προσέχεις σε παρακαλώ, είναι τόσο ευγενική και την πληγώνεις που δεν την ακούς. Μη βλέπεις που κάνει τόσο υπομονή η καημενούλα, άνθρωπος είναι κι αυτή και κάποια φορά θα ξεσπάσει...

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ώρα για αντοχή

Καλώδια υψηλής αντοχής
Ενώ όλα βρίσκονται σε τέλεια σειρά, εσύ με τις αταξίες... Όπως τότε. Μαθήτρια.
Συνέπεια κι υπακοή και ξαφνικά το  θορυβώδες "όχι", η έκπληξη των καθηγητών,  το απρόσμενο σβήσιμο του πίνακα, η δύναμη που σου χάριζε ο σπόγγος, το tabula rasa που σε γοήτευε, το "πάμε πάλι απ' την αρχή" κι άλλα τέτοια ανόητα...
Κοιτάς με κατάπληξη το δεξί σου χέρι... Δυνατό, όπως τότε, αλλά ασυγκράτητο. Χτίζει, λύνει, επινοεί και γκρεμίζει και λαθαίνει με την ίδια ταχύτητα.

"Αλλάζεις το τοπίο όταν έρχεσαι" σου 'λεγε κάποτε ο πατέρας σου κι εσύ αγάπησες τις αλλαγές.
"Πάρε τη ζωή σου στα χέρια σου" σου 'λεγε κάποτε ο καλύτερος σου φίλος κι εσύ καμώθηκες να την πάρεις.
"Πίστεψε" σου 'λεγε μια παιδική σου φίλη. "Πίστεψε, κι όλα θα έρθουν όπως θες εσύ".  Κι εσύ πίστεψες.
"Αγάπησε βαθιά" σου ΄λεγε η ψυχούλα σου. Κι εσύ την άκουσες.

Κι ο πατέρας σε κοιτά έκπληκτος μαζεύοντας τα σκόρπια αντικείμενα που δεν ταίριασαν καλά στο καινούριο τοπίο που έφτιαξες.
Κι ο φίλος σου έχει χαθεί από χρόνια, χουχουλιασμένος στους συμβιβασμούς του...
Κι η Μαίρη πιστεύει πια πως πρέπει ν' αφήνεσαι στη μοίρα...
Κι η ψυχή σου αγαπά ακόμη.

Κι ο χρόνος ακολουθεί... Τη σειρά του. Μέρα με τη μέρα. Ετοιμάζει με φροντίδα και υπομονή  την τιμωρία που σου αξίζει...
Ρομαντική μου, καημενούλα φιλενάδα...  Ασυλλόγιστη...
"Άντεξε τώρα".  Για να σε δω...


Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Στο χαιρέτιο



φωτό από εδώ
   
Δε χαιρετάμε απλά. Γυρνάμε τα σπίτια το βράδυ της γιορτής του αγίου Βασιλείου, λέμε τα κάλαντα, τρώμε και πίνουμε ως το πρωί. Καμιά φορά και ως το μεσημέρι της επομένης καθώς τα σπίτια είναι πολλά κι αν δεν πας σε όλα θα παρεξηγηθούν. Τη μέρα οι νοικοκυρές ετοιμάζουν μεζεδάκια, χοιρινό, κεφτεδάκια, μανίτες, σαλάτες, βολβούς, χορτόπιτες. Κατά τις εννιά βάζουν τα καλά τους τραπεζομάντηλα, τα καλά τους σερβίτσια, το κρασί στην κανάτα και περιμένουν. Όλη τη νύχτα. Παρέες με μικρά παιδιά, παρέες με εφήβους, με μεσήλικες, με γέροντες, άλλες ανάκατες. Το σύνθημα είναι το αναμμένο φως έξω από το σπίτι. Τα σπίτια που έχουν πένθος δεν ανάβουν φώτα. Φέτος είχε πολλά τέτοια, παρά τις φήμες για τη μακροζωία των Ικαριωτών. Έτσι κάτσαμε στο τζάκι και διηγούμασταν ιστορίες αστείες από περασμένα χαιρέτια.

«Μετά την πολύωρη πρέφα στο καφενείο του ο Δημητρός έπεσε κατά τις δώδεκα πτώμα στο κρεβάτι.
Την ώρα που τον παίρνει ο ύπνος ακούει το Θεοχάρη με την παρέα του και τα όργανα να λένε τα κάλαντα απ’ όξω και να φωνάζουνε…
-Τοίμασέ τον Γιωργία, τοίμασέ τονε…
Τους ακούει κι ανοίγει τα μισόκλειστα βλέφαρα.
-Ζούπα με γυναίκα, ζούπα με, να βουλιάξω στο κρεβάτι να χαθώ να μη μ’ έβρουνε…
Τον ήβρανε. Τον ‘τοιμάσανε.. Γυρνάγανε τα σπίτια ως την άλλη μέρα το μεσημέρι…»

«Ξενοχωρίτης στην πορεία προς το Γέροντος κατά τις πέντε το πρωί… Η ανηφόρα ατέλειωτη. Τα κουράγια λιγοστεύουν. Με τόσο κρασί και χορό και τραγούδι δεν μπορεί ούτε ανάσα να βγάλει. Έχουνε «χαιρετήσει» ήδη σε καμιά τριανταριά σπίτια. Έχουνε μείνει άλλα τόσα… Πιάνει τον έναν από το μπράτσο και τον απομονώνει από τους άλλους. Είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε απόγνωση.
-Αντώνη, φυγάδευσέ με, σε παρακαλώ, πες κάτι, δείξε μου ένα δρόμο να φύω κι εγώ α γίνω μια κάπνα. Μόνο να μου πεις από πού α κάμω…»

«Μπουζούκι και κιθάρα. Και χορωδία. Ετοιμάζονται για τη γύρα. Ανήμερα του αι-Βασίλη. Ένα μέλος της παρέας άμουσο εντελώς. Από τ’ απέσω….
-Λευτέρη, εδώ τον αι -Βασίλη τον ξεκινάμε με ρε, του λέει ο κιθαρίστας για να τον βάλει στο πνεύμα.
Κι ο Λευτέρης, μόλις μπήκαν στο πρώτο σπίτι όξω φωνή:
-Ρε Άγιος Βασίλης έρχεται, ρε και δε μας καταδέχεται, ρεεεεε από την Καισαρεία, ρε σεις αρχο, σεις αρχόντισσα κυρία…»