Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Πενιές και κόμιστρα...

Θα τη γράψω βιαστικά αυτή την ιστοριούλα. Σκέφτομαι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ξεχαστεί ανάμεσα στις στοίβες των καθημερινών, των περασμένων ή των υποτιθέμενων. Ύστερα, βιάζομαι κιόλας γιατί θα πάω για μπανάκι. Και πρέπει να τη σώσω οπωσδήποτε. Η βδομάδα που θα 'ρθει μπορεί να είναι κάπως διαφορετική. Κάθε Κυριακή και κάθε Τετάρτη πια εγκυμονούν κινδύνους, ή ελπίδες, όπως το δει κανείς...Πάντως αλλιώτικα πράγματα θα φανούν στην πόλη. Κι είναι καλό, θαρρώ, κάποιες σκηνές της χαρούμενης Αθήνας, των κεφάτων Ελλήνων, των ξεχωριστών ανθρώπων καλύτερα, να μείνουν στη μνήμη μας να τις φέρνουμε αντίκρυ καμιά φορά, να τις ξεσκονίζουμε και να χαμογελάμε.

Εγώ, που λέτε, αυτοκίνητο δεν έχω. Ή μάλλον έχω, αλλά όχι σ' αυτή την πόλη. Έτσι φέτος με τις απεργίες των οδηγών, έγινα θαμώνας των ταξί. Έχω γνωρίσει όλων των λογιών τους οδηγούς. Μουρτζούφληδες, φλύαρους, καμάκια, πολυλογάδες, γκρινιάρηδες, ερωτευμένους, αγχώδεις, ημίτρελους, μικροαπατεώνες, βαρύμαγκες, κεφάτους, πολιτικοποιημένους, φασιστόμουτρα, με κατάθλιψη βαριάς μορφής ή με σπάνιες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Άμα βρω κάναν του γούστου μου, πιάνω κουβέντα και περνάω μια χαρά, άμα πετύχω κάποιον αντιπαθητικό -αχ,  μου 'τυχε πριν λίγες μέρες-  μ΄αρχίζουν τα διαόλια μου, παίρνω κάτι βαριές ανάσες και κατεβαίνω νωρίτερα, σε κάποιον σταθμό μετρό συνήθως, για να γλιτώσω από τη βαριά του αύρα.
Μα προχτές, η διαδρομή θα 'ταν σύντομη και δεν είχα σκοπό να κάνω κανένα από τα δύο. Περίπου δέκα λεπτά με το ταξί. Μπαίνω μέσα και δεν τον προσέχω καν. Το ραδιόφωνο κλειστό. Περίεργο. Συνήθως ακούνε ποδόσφαιρο ή το σταθμό της εκκλησίας. Μια φορά είχα πετύχει κι έναν που 'χε τρέλα με την κλασική μουσική. Ας είναι. Αυτός τίποτα. Ούτε ράδιο ταξί ήταν, ώστε ν΄ακούγεται η εκνευριστικότατη φωνή της κοπελιάς που μιλάει αξιοθαύμαστα γρήγορα  σε μια γλώσσα που 'χει μόνο αριθμούς, εντολές και άγχος, η καταλληλότερη για να σου φέρει έναν ωραιότατο πονοκέφαλο σε λίγα μόνο λεπτά.
Ησυχία λοιπόν.
Και σε λίγα δευτερόλεπτα...."μμμμ, πονάαααω και....μμμμμμ, καρδιάαααα μου...."
Ωχ αμάν, σκέφτηκα, πέσαμε σε περίπτωση. Ή σ΄αυτή του "ερωτευμένου" ή σ' αυτή του "ημίτρελου".
Και οι δύο είναι του γούστου μου, οπότε άρχισα να πετάω τις πρώτες κουβέντες.
-Σας αρέσει το τραγούδι, ε;
-Αααα, μ΄αρέσει που δε φαντάζεσαι. Για άκου κι αυτό....Κι αρχίζει "πώς πονώωωωω, πώς υποφέρωωωω...." ή τέλος πάντως κάπως έτσι, δε θυμάμαι τα λόγια. Ήταν ένα του Γαβαλά πάντως, μου το επιβεβαίωσε.
-Α, έχετε πολύ ωραία φωνή, του λέω. (Πραγματικά, ήταν υπέροχη!)
Εκείνος χάρηκε μάλλον.
Μου λέει όμως συγκρατημένα και λίγο μάγκικα.
-Εγώ, κορίτσι μου, ό,τι μαθαίνω μ' αρέσει να το μαθαίνω καλά.
Και ξαναρχίζει το τραγούδι, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Το είχα συνηθίσει πια και απλά κοιτώντας από το παράθυρο, προσπαθούσα να βρω την κατηγορία στην οποία ανήκει ετούτος ο οδηγός. Δεν μου έκανε καμιά από τις επικρατέστερες.  Είχα μπερδευτεί λίγο.
Και ξαφνικά.... ακούγεται ο αναπάντεχος ήχος! Ο αγαπημένος μου. Δίπλα μου! Κι ολόσωστος. Ένα μπαγλαμαδάκι!  Δεν μπορεί... Μα πώς;
Σκύβω με αναίδεια στο μπροστινό κάθισμα και βλέπω την πιο παλαβή σκηνή. Ο ταξιτζής είχε αφήσει το τιμόνι κι έπαιζε ένα μπαγλαμαδάκι που τόση ώρα φαίνεται το 'χε στα πόδια του και δεν το 'χα πάρει χαμπάρι.
Το αμάξι προχωρούσε με κανονική ταχύτητα. Ευτυχώς ήταν ευθεία και δε φοβήθηκα. Γέλασα μάλιστα μ΄ ένα νεαρό που γούρλωσε τα μάτια του όταν μας είδε να περνάμε δίπλα του. Το φοβερό ήταν όταν είδα τη στροφή μπροστά μου. Δεν ήθελα και να διακόψω, τόσο μερακλωμένος που ήταν...Τον άγγιξα ευγενικά στον ώμο...
-Ε, πρέπει να στρίψουμε αριστερά...
-Το ξέρω, κορίτσι μου, μην ανησυχείς, χρόνια οδηγώ έτσι.
Έστριψε πράγματι την κατάλληλη στιγμή και συνέχισε το τραγούδι και το παίξιμο...
Πριν κατέβω, μου 'παιξε κι ένα δικό του.
Δίνοντας μου τα ρέστα, μ΄ευχαρίστησε για το κέφι μου, λέει. Να, όπως ευχαριστούν οι καλλιτέχνες το κοινό στο τέλος της βραδιάς. Τον ευχαρίστησα κι εγώ και του υποσχέθηκα πως θα ξανάρθω, εεε, όχι, του 'πα πως θα βρεθούμε σε πιο μακρινή διαδρομή που 'χω και κάτι παραγγελιές. Το βλέμμα του γέλασε. Και το δικό μου καθώς έφευγα. Είχα βρει επιτέλους την κατηγορία. Αυτός ήταν ο μερακλωμένος ταξιτζής.
Ο Νίκος, ένας ταξιτζής που 'ναι φίλος μου, άρα δεν τον έχω κατατάξει, μου 'πε πως ο τύπος αυτός είναι γνωστός στην πιάτσα και, αλήθεια είναι, οδηγεί έτσι χρόνια.
Μερακλωμένος και κεφάτος.


2 σχόλια:

Το Φαούδι είπε...

Ωραίος τύπος και μερακλή!!

Και μην τις ξεχνάς αυτές τις ιστορίες, τα μικρά και βιαστικά είναι πολλές φορές τα καλύτερα!

Τηρίματα είπε...

Ε, όντως, ήταν ανεπανάληπτο στιγμιότυπο...