Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Ο Ψαθάς και τα ψαθάκια


φωτό tirimata
Είχαμε μαζευτεί στο χωριό απ' όταν άνοιξαν οι μέρες και κλείσαν τα σχολειά. Αρχές Αυγούστου άρχισε να μας πιάνει βαρεμάρα. Τους άλλους πιότερο. Τους πιο μεγάλους, γιατί  εγώ περνούσα υπέροχα. Είχα πάντα παρέα τώρα που γέμισε η πλατεία παιδιά, μ' έπαιρναν και στο Τσιμπουνάρι τα βράδια... Τέλεια. Με καταδέχονταν πια. 
Μα η παρέα βαριόταν. Τα 'χαμε κάνει όλα. Είχαμε παίξει εκατοντάδες φορές τις "γωνίες", ένα δικό μας παιχνίδι εμπνευσμένο από την τετράγωνη πίστα της πλατείας, είχαμε "κρυφτεί" παντού, σε κάθε δέντρο, σε κάθε έρημη αυλή... Είχαμε κάνει χιλιάδες "χαλασμένα τηλεφωνήματα", είχαμε στήσει ατέλειωτες φάρσες στο Νίκο που πια δεν τολμούσε να ξεμυτίσει από το σπίτι όταν νύχτωνε, είχαμε κάνει κοπιαστικές πεζοπορίες-εξερευνήσεις, είχαμε ανάψει φωτιές, είχαμε πει τα μυστικά μας όλα, "τα 'χαμε φτιάξει", "τα 'χαμε χαλάσει" και τούμπαλιν. Τι άλλο;
Και τότε κάποιος έριξε την ιδέα, την επαναστατική για την εποχή, τις συνθήκες και τα πρόσωπα. 
"Να ανεβάσουμε μια θεατρική παράσταση!" 
Τέλεια! Έγινε γρήγορα αποδεκτή από όλους κι οι προετοιμασίες ξεκίνησαν χωρίς καθόλου καθυστέρηση.

Δεν πήρα χαμπάρι και πολλά. Μόνο τ΄άλλο πρωί υπήρχε μια περίεργη ησυχία στην πλατεία και καθώς το σπίτι μου συνορεύει μ' αυτήν σηκώθηκα ανήσυχη. Δεν έβρισκα κανέναν μήτε 
και την αδερφή μου που συνήθως μ' έπαιρνε μαζί... Ψυχή. 
Ο Γιαννάκος όμως με πληροφόρησε με καχύποπτο ύφος πως είχανε ζητήσει το κλειδί για το σχολειό.
"Ήντα να σκαρφίστηκαν πάλι;" μου πέταξε αγριεμένος.
 Και τους βρήκα εκεί, κλειδαμπαρωμένους, σα μυστική εταιρία που ετοιμάζει τη μεγάλη εξέγερση. Είχε αποφασιστεί το έργο, είχαν μοιραστεί οι ρόλοι, η σκηνοθεσία, η σκηνογραφία, η μέρα και η ώρα της παράστασης. 
Εγώ είχα μείνει απ' έξω. Με τ' άλλα τα μικρά. Ήμουν η πιο μεγάλη από αυτά κι η πιο μικρή από τα μεγάλα. Το χειρότερό μου. Όχι τόσο που δε συμμετείχα, μα που τους έχασα όλους έτσι ξαφνικά. Και κυρίως που 'χα μείνει έξω από τις εξελίξεις. Ξεροστάλιαζα λοιπόν απ' έξω και περίμενα. Μέσα άκουγα φωνές, γέλια τρανταχτά και πειράγματα. Ο Αργύρης μοναχά άνοιγε το παράθυρο και με χαιρετούσε μ' ενθουσιασμό. 
"Τι γίνεται;" τον ρωτούσα όλο αγωνία.
"Χαμός! Θα είναι τέλεια!"


Μέχρι το μεσημέρι μαζευόταν όλη η πιτσιρικαρία απ' έξω και κρυφάκουγε. Μας έτρωγε ο ήλιος κι οι γιαγιάδες φώναζαν: "Βάλτε τα ψαθάκια σας τουλάχιστον, ηλολαθήκατε και κάθεστε εκεδά όλη μέρα;"


Σαν πέρασαν  λοιπόν οι μέρες, ο Αργύρης, ο σύνδεσμός μας, άρχισε να μας αναθέτει και εργασίες. Από το παράθυρο πάντα. 
"Να πάτε και να ζητήσετε τσάντες γυναικείες. Πήγαινε στη θειά μου εσύ. Εσύ άμε στη μάνα σου. Εσύ πήγαινε και ψάξε  το μπαούλο της Ειρήνης." 
Ύστερα μεταβίβαζε εντολές για τις λεπτομέρειες. "Μας λείπει ένα σεντόνι για 
την αυλαία. Κι άμε και στο σταύλο του Σαράντου και πάρε ένα κουδούνι. Κρέμονται στον τοίχο δεξιά."
Ή κάπως έτσι...
Οι χωριανοί δεν είχαν πάρει είδηση. Και να τους το λέγαμε δηλαδή, σιγά που θα μας δίναν σημασία. Μα όταν η παράσταση ήταν πια έτοιμη, τους θέλαμε για θεατές.
Νέα αποστολή. Να ειδοποιήσουμε.
Για να σας πω και την αλήθεια δε θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες.
Λάθος,  μόνο λεπτομέρειες θυμάμαι, που για έναν περίεργο λόγο έχουν σκαλώσει πιο καλά στη μνήμη μου. 
Να, θυμάμαι που ΄χαν ανθίσει οι ντάλιες στου "Κεμ", θυμάμαι την έκπληξη στα μάτια της θείας μου, τα επιχειρήματα σ' όσες γυναίκες μας έφερναν αντίρρηση με το επαναλαμβανόμενο: "Ε, παίξτε το, πουλάκια μου, εγώ βάζω τσουκάλι κείνη δα την ώρα", την περηφάνια που νιώσαμε όταν μας άφησαν επιτέλους να μπούμε στην αίθουσα του σχολειού και να βοηθήσουμε στην τακτοποίηση των πάγκων για τους θεατές, τη χαρά μας όταν τους βλέπαμε να 'ρχονται τελικά οι πιότεροι χωριανοί σκασμένοι στα γέλια. 
Θυμάμαι τη γειτόνισσα που τελευταία στιγμή πριν μπει μέσα, θυμήθηκε πως φορούσε την ποδιά και την έβγαλε πανικόβλητη, κρύβοντάς την πίσω από τη μουριά.
Θυμάμαι την αγωνία πριν την έναρξη, το τράνταγμα από το σώμα του μπάρμπα που κάθονταν κολλητά με μένα κι είχε σκάσει στα γέλια.
Το πρόσωπο της αδερφής μου που νέφαινε από τη σκηνή κρυφά και μου 'κανε νοήματα. 
Τη γρηγοράδα της Λεμονιάς που άνοιγε κι έκλεινε τα τσαντάκια. "Ανοίγω τη μεγάλη τσάντα, βγάζω το μικρό τσαντάκι..." 
Το κακαριστό γέλιο της Γωγώς. Την πρωτόγνωρη σοβαρότητα στα οικεία πρόσωπα που 'καναν τους δικαστές.
Τη μυρωδιά από τον τραχανά που ξεραίνονταν στην πίσω μεριά της αίθουσας.
 Έτσι, όλα ανάκατα, ένα κουβάρι. Άμα το ξεμπερδέψω θα βρω κι άλλα. Με βοηθά ο Αργυράκος, από τη Νέα Υόρκη τώρα, που βρίσκει κι αυτός κάτι κομματάκια από το παζλ και μου τα στέλνει για συμπλήρωμα. 
Έτσι, λίγο λίγο, μπορεί κάποτε να φτιάξουν μια ωραία ιστορία. 
"Ο Ψαθάς στο Δρούτσουλα" ή "Τι μπορεί να κάνει η λωλάδα" ή "Η δύναμη του ενθουσιασμού" ή απλά "Μια παιδική παράσταση χωρίς προϋπολογισμό" ή όπως αγαπάτε...








Δεν υπάρχουν σχόλια: