Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ο εξαγωγέας

Ξερέδο, η γειτονιά του Χαραλάμπη.
Δίχως εξαγωγές και δίχως πόνους πια...

  Ο Χαραλάμπης δεν άντεχε τον πόνο. Ειδικά τον πόνο διαρκείας. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος κι ήθελε να παραμείνει έτσι. Ό,τι λοιπόν του χάλαγε το κέφι και τον μαράζωνε του ‘δινε μια και το πετούσε απ’ όξω…
 Ήταν τα χρόνια εκείνα, αρχές του περασμένου αιώνα, ο πιο διάσημος «εξαγωγέας» του χωριού. Η ειδικότητά του ήταν οι εξαγωγές οδόντων... Έτσι κι αλλιώς αναλγητικά δεν υπήρχαν τότε, οδοντίατροι, ούτε με το κιάλι. Μόλις λοιπόν ένιωθε την πρώτη ενόχληση, δεν καθυστερούσε καθόλου. Ήξερε πολύ καλά ότι το δόντι που τον έκανε να χάνει το κέφι του κείνη τη μέρα, μόνο κι άλλο πόνο θα του πρόσφερε στο μέλλον. Πιο δυνατό, ανυπόφορο. Γιατρειά δε θα 'βρισκε. 
 Το μόνο που τον έσωνε ήταν το τσιγόνι, ένα είδος σπάγκου ιδιαίτερα ανθεκτικού που υπήρχε εκείνα τα χρόνια από κάνναβη επεξεργασμένη. Αποφασισμένος να απαλλαγεί από τη συμφορά του ενημέρωνε τους γειτόνους και ξεκινούσε την πάλη με το θεριό. 
-Για ελάτε, να δείτε τι α του κάμω του ρημαδιασμένου…

Τα πάντα εξαρτιόταν από την αντοχή του οδόντος. Στην αρχή δοκίμαζε με τον πιο απλό τρόπο. Έδενε το δόντι με το τσιγόνι κι αρχινούσε να τραβά. 
-Έλα, έλα, φώναζαν οι συχωριανοί σκασμένοι στα γέλια. Βρε, δος του, που να 'χει ανάθεμα…Τράβα το, βρε, τράβα το…

 Μα έλα που πολλές φορές κείνο το άτιμο δεν ήταν έτοιμο για τον αποχωρισμό κι αντιστεκόταν... Παράλληλα εκδικούνταν με τον τρόπο του ύπουλα. Πόνος, πόνος αβάσταχτος...Ο Χαραλάμπης τρελαινόταν τότε κι έπαιρνε τα χωράφια. Οι γειτόνοι παρακολουθούσαν όρθιοι από την αυλή. Τα μικρά ήξεραν τη συνέχεια και μαζεύονταν τριγύρω του.
- Ο Χαραλάμπης ψάχνει βράχο… Βράχοοο, βράχοοο, φώναζαν κι έψαχναν κι αυτά να τον βοηθήσουν στην ανεύρεση της πιο βαριάς πέτρας. 
Την έπαιρνε, έδενε τη μια άκρη του τσιγονιού σ' αυτήν, την άλλη άκρη στο «σκυλόδοντα». Παράλληλα μουρμουρούσε... 

-Ανάθεμά σε, σκύλε, ήφτασε το τέλος σου…

Σήκωνε την πέτρα στο ύψος του προσώπου και χωρίς πολλή σκέψη την άφηνε να βροντήσει χάμω. Τα ποσοστά της επιτυχίας αυξάνονταν ανάμεσα στις ιαχές των πιτσιρικάδων κι ο Χαραλάμπης με ύφος θριάμβου, σήκωνε ψηλά τον «εγκληματία» οδόντα και γελούσε που κατάφερε να τον εξουδετερώσει.

 Αλίμονο, όμως, οι εξελίξεις δεν ήταν πάντοτε θριαμβευτικές. Το δόντι κάποιες φορές δεν εγκατέλειπε τον εχθρό ούτε και μ' αυτό τον τρόπο με αποτέλεσμα ο Χαραλάμπης να πέφτει κατάχαμα και να «τρώει τα μούτρα του». Κι άλλος πόνος τότε από το πέσιμο κι άλλη πληγή από τον εγωισμό του που κείτονταν κι αυτός κατάχαμα καθώς τα δίχως έλεος μικρά ξεσπούσαν σε γέλια ασταμάτητα.

Άλλη λύση δεν έμενε πια, ήταν η ώρα για την τρίτη και φαρμακερή. Ή ταν ή επί τας. Ο Χαραλάμπης τίναζε από πάνω του το χώμα, ξέδενε την άκρη του τσιγονιού από την πέτρα και κατευθυνόταν προς το δέντρο στην άκρη της πεζούλας. Την έδενε στον πιο δυνατό κλώνο, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, τριγύρω το πλήθος με τα μικρά μπροστά-μπροστά, που ήξεραν καλά το επόμενο βήμα...
-Πέσεεε, πέσεεε, φώναζαν όλα μαζί. 
Έπεφτε με αποφασιστικότητα στο κάτω πεζούλι.. Η επιτυχία σίγουρη. Ο οδόντας κρεμόταν από το δέντρο κι έμενε εκεί αιωρούμενος για μέρες με σκοπό τον παραδειγματισμό των εναπομεινάντων.

 (Σε κείνο που δε μπορούσε να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα ο Χαραλάμπης ήταν το στομάχι. Εφάρμοζε άλλη μέθοδο, όμως. Την απειλή. Όποτε άρχιζε τις ενοχλήσεις, όλο και πιο συχνές με το πέρασμα του χρόνου, ο «εξαγωγέας» έσκυβε το κεφάλι και του ψιθύριζε όλο νεύρα μπας και το κάμει να τον πάρει στα σοβαρά:

-'Αμε στο διάολο, να που α με χαλάσεις… Μα έχε το νου σου, γιατί άμα με χαλάσεις, στο διάολο α πας κι εσύ…

Ε, είναι και κάποιοι πόνοι που δε θα ξεριζωθούν ποτέ. Ας έχουν το νου τους...)   

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Κάτω αφ' τα βράχια

  Κάποιες φορές μας ρωτούν, όσοι το 'χουν ακούσει κάπου, μα δεν παίρνουν ποτέ σαφείς οδηγίες για το πού ακριβώς βρίσκεται. Το Κρυφοκέλι, η μοναδική σπηλιά του χωριού, καμιά εκατοστή μέτρα πριν από τα πρώτα σπίτια, παραμένει κρυφή για τους "ξένους". Δύσκολο να ανακαλύψεις την είσοδο ακόμη κι αν σου 'χουν δώσει χάρτη, ακόμη κι αν βρίσκεσαι ακριβώς από πάνω της. Για φρουρό η φύση είχε τοποθετήσει έναν άντρακλα θεόρατο. Όχι, άνθρωπο, βέβαια, μια γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) που δε σ' αφήνει ούτε την υποψία για την ύπαρξη της μικρής ετούτης υπόγειας κατοικίας.


  Κι έτσι εμείς χαμογελάμε όταν κάποιος ενδιαφέρεται να το ανακαλύψει και του τάζουμε εξόρμηση.
  - Ε, κάτσε λίγο και α πάμε μαζί... 
Συνήθως βέβαια δεν τον πάμε ποτέ.  Έχουμε γίνει καχύποπτοι από τότε που κάποιοι ξερίζωσαν μερικούς σταλαγμίτες του για σουβενίρ... 
Πιο καλά δικό μας... Να κρατά ζεστά τα παιδικά μας χνώτα και τις τσιρίδες μας κάθε φορά που κρυφά από γονείς και γιαγιάδες, παίρναμε φακουδάκια και σύνεργα εξερεύνησης και κινούσαμε για τα δροσερά του έγκατα πάντα με τρόμο πριν το έμπα και πάντα με περηφάνια κατά την έξοδο. Θέλαμε να κρατά ζεστά και τα χνώτα των κάποτε μόνιμων κατοίκων του, κάποιων ξεχασμένων ανταρτών του εμφυλίου που 'χαν αφήσει εκεί τα σημάδια τους. Κονσερβοκούτια κι άλλα υπολείμματα μιας παράνομης διαβίωσης βρίσκονταν εκεί ακόμη και πριν λίγα χρόνια κι έκαναν τη φαντασία μας να  κάνει άλματα. 


                                                                                      
  Μονίμως είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε και κάτι που δεν το 'χαμε ανακαλύψει ακόμη. Κανένας θησαυρός κρυμμένος ας πούμε ή τίποτα μυστικά έγγραφα που έθαψαν για να μην τα βρουν οι αντιφρονούντες και ό,τι, τέλος πάντων, βάζει ο νους ενός παιδιού κάπου στην προεφηβεία. 
 Άλλοτε βαριόμασταν τις τάχα μου ανακαλύψεις και πηγαίναμε εκεί για δροσιά μες το λιοπύρι του Ιουλίου. Κάποιοι, αλλά μην το πείτε πουθενά, που 'χαν βρει κάναν καλοκαιρινό έρωτα πήγαιναν και για φιλάκια υπόγεια, με την εγγύηση ότι θα 'μεναν κρυφά για πάντα... 

Τέλος της ξενάγησης, καλησπέρα σας...


Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Μια καρτούλα μοναχή


 Στάλθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το διόλου ευτυχές έτος 1916. Ο Στυλιανός, εργάτης τότε στην κατασκευή σιδηρογραμμών στα βόρεια της αμερικανικής ηπείρου. Αρκετά συχνά στέλνει κάρτες με τοπία από τις πόλεις όπου διαμένει κατά καιρούς. Κυρίως από το Pittsburgh. Η εντυπωσιακή Fifth Avenue, η Fourth, το Kennywood park….
 Στο πίσω μέρος, στριμωγμένα καλλιγραφικά γράμματα -με στίξη και ορθογραφία υποδειγματική- δηλώνουν ότι «είναι υγιής» και αναρωτιούνται για την υγεία των συγγενικών προσώπων. Χαιρετούν πάντοτε «τον πατέρα και τας αδερφάς». Κατόπιν, εκφράζουν τη λύπη τους «δια της ανεπαρκείας τροφίμων» που μαθαίνει πως υπάρχει στο νησί. Στο τέλος, εκλιπαρούν για «μιαν απάντησιν» διότι «μ’ αυτάς τας ανησυχίας κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου».
 Όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία, οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μονοτονία τραγική.
Στη γωνιά της κάρτας μένει λίγος χώρος ακόμη για να ασπαστεί την αγαπημένη του σύζυγο, την Ιωάννα, ευχόμενος κάθε φορά «υγείαν, ευτυχίαν και καλήν αντάμωσιν».
 Είναι όλες μαζεμένες σ’ ένα φάκελο τώρα, στο πάνω μέρος του μπαούλου που έφερε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού επιστρέφοντας έπειτα από έξι ολάκερα χρόνια.
 Εκεί φυλάχτηκαν όλα τα προσωπικά είδη των συγγενών, των συχωρεμένων πια.
 Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ετούτη η καρτούλα, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, δίχως εμπορικούς δρόμους και κρεμαστές γέφυρες.
 Το πίσω μέρος δεν έχει ούτε μια δικιά του λέξη. Σιωπηλή…
 Ποιος ξέρει πού την ανακάλυψε, μονάχα με το ρολόι στην παλάμη, τις φιγούρες που ανταμώνουν και τις ελληνικές λεξούλες τυπωμένες. Τα ΄λεγαν όλα τούτες οι λεξούλες κι ας φαίνονται σήμερα κάπως ανόητα ρομαντικές.

«Σαν παύσει  η δουλειά μου στας πέντε.
Γιατί;
Κοντά σου να τρέξω ζητώ.
Αχ, γιατί;»

 Ήταν αρκετές για εκείνον. Να του δώσουν τη δύναμη και να σπάσει τον καθωσπρεπισμό της εποχής.
Δε ρώτησε για την υγεία κανενός. Μήτε χαιρετισμούς έστειλε, μήτε ασπασμούς.
Αγόρασε το φάκελο, έγραψε τ’ όνομά της, το χωριό, το νησί, τη χώρα…
Και την ταχυδρόμησε σκέτη.
Να μας μεταδίδει ακόμη, με τ’ άσβηστά της χρώματα και λόγια, τον καημό του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του ανταμώματος. Ή, αν θέλετε, τον πόνο του ανθρώπου που έπρεπε πια να συνηθίσει να ζει μονάχος, με ξένες λέξεις και σε ξένα τοπία. Γράφοντας τυπικές επιστολές κι αναμένοντας «μιαν απάντησιν».


Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Από το "Σήμερα"

Πλάι στις λεγεώνες των σκοτεινών προλεταρίων
που μοχθούν με την πιο φριχτή απόγνωση
ζωγραφισμένη στα κέρινα πρόσωπά τους για το ψωμί,
πλάι στην αγωνία της ανεργίας, της πείνας και της αρρώστιας
που αποχαυνώνουν τον άνθρωπο,
ιδού τα θλιβερά τάγματα των λαχανιασμένων αναζητητών που,
σφενδονισμένοι σαν από μια πελώρια φυγόκεντρο δύναμη
στο περιθώριο της ζωής, ψάχνουν ανέλπιδα μες το σκοτάδι
να βρουν τον ονειρεμένο δρόμο της επιστροφής
προς κάποιο κεντρικό σκοπό. Είναι η σκεπτόμενη νεότητα
της παράδοξης εποχής μας που κι όταν δεν πρόφτασε
να ζήσει τη φρίκη του ανθρωπομακελειού,
μεγαλωμένη μέσα στην αγωνία των μεταπολεμικών χρόνων,
βρέθηκε μες το τρίστρατο όπου οι πιο σεβάσμιοι πίνακες
των παλιών αξιών χλευάζονται από την πιο σαρκαστική,
την πιο τραγική πραγματικότητα.
............................................................
Με τις δυο μεγάλες αυτές φτερούγες ο άνθρωπος
υψώθηκε ανάμεσα ουρανού και γης σαν ημίθεος.
Τι γλυκιές λέξεις! Τι αιώνιες ιδέες! Ελευθερία- Ισότητα!
Μα ωστόσο φύσηξε βοριάς και σηκώθηκαν από τα μάτια μας τα πέπλα.
Μόνον αυτό δεν είχαν υπολογίσει οι θεωρητικοί ιδεολόγοι!
Ελευθερία, ναι. Μα ελευθερία εμπορική, οικονομική.
Ατομιστικό άπλωμα του κεφαλαίου, που φτάνει
ως την κρατική κατάκτηση μερικών "βάρβαρων" αποικιών (για εκπολιτισμό!)
για να γυρίσει στα εθνικά σύνορα να πραγματώσει και την κατάκτηση του προλεταριάτου.
Ελευθερία, ναι. Αν μπορείς, απλώσου κι εσύ. Μ' αν δεν μπορείς,
αν δεν στέργεις τους ίδιους τρόπους, αν σου έκανα με την ελευθερία
που διάθετα εγώ αδύνατο το δικό σου άπλωμα- υποτάξου!
Και η Ισότητα; Πραγματοποιημένη σ΄όλους τους εξωτερικούς τύπους
-εκτός από την οικονομική, γιατί εκεί η Ισότητα ήταν τόσο
αντίθετη με την ...Ελευθερία.
........................................................
Όχι, δεν είσαστε σεις που θα θυσιάσετε την ελευθερία,
γιατί κανείς δεν διακυβεύει το ανύπαρκτο πια.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος παρά μόνο
σε ένα σύνολο ελεύθερων ανθρώπων,
και η πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της ελευθερίας
είναι ο αγώνας για την κατάκτησή της.
Γιατί η συμπαθητική πλάνη της δημιουργίας ηρωικής προσωπικότητας
εξανεμίζεται μπροστά στο κοσμογονικό ανέβασμα
μιας ολόκληρης ανθρωπότητας που ανάμεσα από τη θηλειά
της κρεμάλας της επήρε επίγνωση της αξίας της.


Από το άρθρο του Γιάννη Μηλιάδη 
"Ανησυχίες και πλάνες" δημοσιευμένο στο 9ο φύλλο του περιοδικού "Σήμερα" το Σεπτέμβρη του 1933
Το περιοδικό έβγαλε μόνο 13 τεύχη από τον Γενάρη του 1933 ως το Γενάρη του 1934. 
Σύμφωνα με τον Τάσο Βουρνά "Μέσα στις σελίδες του Σήμερα πραγματώνεται η πιο παράδοξη ιδεολογική συνύπαρξη που χαρακτηρίζει ωστόσο ανάγλυφα την πρωτοπορία των επαναστατημένων αστών ενάντια στην τάξη τους"



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις...

φωτό από εδώ

 Το ψάχνω διαρκώς. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά, στις βόλτες. Είναι σαν το παιχνιδάκι που παίζαμε παλιά ψάχνοντας για το δαχτυλίδι που κρύβονταν στις χούφτες των άλλων παιδιών.  Μόνο που τώρα αλλάξαν οι καιροί. Ένα απλό χαμόγελο, αληθινό, ξένοιαστο, τούτο αναζητώ κάθε μέρα.  Είναι αρκετό για να λέω ότι κέρδισα. Κρύβεται ανάμεσά μας ξεχασμένο, τσαλακωμένο στις τσέπες, κρυμμένο στην πίσω πλευρά της στάσης, μέσα σε σκοτεινιασμένες καρδιές κι πίσω από δόντια σφραγισμένα. Αν κατορθώσω να το ανακαλύψω, σταματώ την αναζήτηση και ησυχάζω κάπως, ελπίζω. Την άλλη μέρα αρχίζω από την αρχή. Τελευταία περνούν βδομάδες κι εγώ ακόμη ψάχνω. Χάνω πολλούς γύρους έτσι. Μα πού και πού το βλέπω ξαφνικά να λάμπει...
 Μια Τρίτη, για παράδειγμα, το βρήκα κρυμμένο στο καθρεφτάκι ενός αμαξιού. Η συννεφιασμένη γυναίκα που οδηγούσε έχοντας για μοναδική κουβέντα την απαράδεκτη κατάσταση της χώρας, τις αδικίες και τα τζάμπα γράμματα που έμαθε, σήκωσε το κινητό, πήρε μια ανάσα ανακούφισης, κατάλαβα ότι δεν ήταν από τράπεζα το τηλεφώνημα, και τσουφ! έσκασε μύτη... Ένα αδιόρατο χαμόγελο στο καθρεφτάκι κι ένα γελάκι έπειτα, μάλλον μυστηριώδες, απευθυνόταν σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της γραμμής, αρκετό για να μου χαρίσει την πρώτη και μοναδική νίκη της εβδομάδας.
 Την προηγούμενη Πέμπτη, στο χασάπικο, ο πρόσχαρος -μέχρι πέρσι- κρεοπώλης δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον για την αναζήτησή μου. Πάνω από το ψυγείο με τα κρέατα έχει τοποθετηθεί μια τεράστια οθόνη και παραμορφωμένες φάτσες με γουρλωμένα μάτια, σφιχτά χείλη και στεντόρεια φωνή ενημερώνουν συνεχώς για τις δυσάρεστες εξελίξεις, την ταλαιπωρία από τις ουρές, την αγανάκτηση γερόντων που ψωνίζουν στις λαϊκές αγορές, τη γενική απογοήτευση που πλανάται. Έτσι εξασφάλισε πια κι αυτός, μόνιμα σχεδόν, δυο μεγάλες ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια, μια τρεμουλιαστή φωνή και μια τεράστια ευχαρίστηση την ώρα που τεμαχίζει τα κομμάτια μόσχου. Καμιά φορά πάει να με ξεγελάσει σκάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο καθώς μου δίνει τα ρέστα, μα είναι τόσο φανερό πως το κάνει μόνο και μόνο για να παραμείνω πελάτισσα, που το αγνοώ εντελώς.
 Κείνη τη μέρα όμως όμως εμφανίστηκε τρέχοντας η μικρή του κόρη, πήγε πίσω από το ταμείο, του τράβηξε το μανίκι κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά, της έσκασε δυο φιλιά, έπαιξε με τα κοτσιδάκια της, δεν ξέρω αν οι ρυτίδες είχαν χαθεί για λίγο, μα η μικρούλα με κοίταξε πονηρά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη και μου έδωσε μια νίκη ακόμη. Ένα γέλιο γάργαρο, αληθινό.
 Αυτή τη βδομάδα δεν κέρδισα ούτε πόντο. Ένα πρωί, που 'χε ήλιο κάπως κι εγώ είχα όρεξη, ακολούθησα μηχανικά ένα ζευγαράκι που μου φάνηκε ευτυχισμένο. Λέω από μέσα μου, κάτι ευχάριστο θα πουν και θα γελάσουν, μα τίποτα. Κατέβαιναν σιωπηλοί, ο καθένας στις δικές του σκέψεις, έστριψαν στο στενάκι της εφορίας. Συνέχισα το δρόμο μου. Παρακάτω μια παρέα ηλικωμένων αντρών μαζεμένοι στο παγκάκι, κρατούσαν κομπολόγια και κουβέντιαζαν σιγανά.  Πέρασα ξυστά, έκανα πως έδενα τα κορδόνια, άκουσα δυο φριχτές κουβέντες, του τύπου "καλύτερα ήταν τότε στη δικτατορία, τέτοια δεν είχαμε..." κι έφυγα βιαστικά χάνοντας πια κάθε διάθεση για παιχνίδι.

 Αν βρείτε κάνα γελάκι, στείλτε... Τώρα που σκοτεινιάζει έχει περισσότερο ενδιαφέρον η αναζήτηση.
 Καλή επιτυχία...



Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Μονά πατήματα



Τοποθεσία: Αθέρας. Όνομα: ας το πούμε "Προς τα Διπλόρυακα"
Η αρχή του μοναπατιού δεν ήταν έτσι κάποτε. Μα η ξεραμένη κουμαριά, μάρτυρας της αδηφαγίας των επιδοτούμενων κεφαλών εριφίων και προβάτων, σου δείχνει ότι τα πράγματα άλλαξαν.



Κάτι απομένει όμως. Κι έτσι βρίσκεις τα παλιά πετραδάκια να στέκουν εκεί, στην ίδια θέση για χρόνια, αναμένοντας πόδια ανθρώπινα, φωνές και γέλια.


Το τοπίο σκοτεινιάζει, οι νεράιδες ξεπηδούν από τα κλαριά, όλα μαγικά, όπως τότε...


Η θέα σε γεμίζει κουράγιο κι οξυγόνο. Κι όνειρα...
Μια από τις πιο καλές "στεφάνες", έτσι ονόμαζαν οι βοσκοί τα βράχια ετούτα που τους επέτρεπαν να
παρατηρήσουν από μακριά τα κοπάδια τους, λιγοστά τότε κι αβλαβή. 


Δεν έβρεξε φέτος πολύ, ο χείμαρρος παραμένει σιωπηλός, ο καταρράχτης καρτερεί την ύπαρξή του. Πριν χρόνια, την άνοιξη κυρίως, έρχονταν εδώ οι νοικοκυρές του χωριού για να πλύνουν τις κουβέρτες, τα χράμια και τις κουρελούδες.


Η κοίτη, άμαθη από επισκέψεις πια, σου στρώνει, έκπληκτη, να καθίσεις στα πεντακάθαρα βραχάκια



 
Το μονοπάτι συνεχίζεται προς την Αρέθουσα. Τα πόδια όμως δε βαστούν πια. Και σκοτεινιάζει. Οι λέξεις δεν συναντούν απόκριση. Είναι όλα έρημα και θλιμμένα.
Κάποτε όμως τα πετραδάκια θα ΄χουν πορτοκαλί βουλίτσες από ορειβατικούς συλλόγους, ελπίζεις.
Και παρέα. Κάποτε, σύντομα μάλλον, θα σταματήσουν οι επιδοτήσεις.
Και θα ξαναπρασινίσουν όλα.
 Ίσως να πάμε για ξύλα. Ίσως για μανίτες.
Ίσως να 'χουμε τόσο χρόνο και να πάμε μόνο, γιατί -απλά- πεθυμήσαμε βολτούλα...


(Λίγους μήνες πριν αυτά σκεφτόμουν. Τώρα άλλαξαν οι προσδοκίες. Τώρα λέω απλά: "Ίσως και να μην περάσουν από δω οι μπουλτόζες της εταιρίας που θα αναλάβει να ολοκληρώσει την καταστροφή μετατρέποντας τον Αθέρα σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Ίσως και κάποιοι καταλάβουν. Κι αφήσουν το βουνό να συνεχίσει τη μοναχική, μαγική ζωή του  και τα μονοπάτια να 'χουν την αρχή, τις στεφάνες και τους προορισμούς τους...")





Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Δημιουργικός έρωτας


 
φωτό από εδώ
Το σεμινάριο ήταν για τη δημιουργική γραφή.  Πήγα σχεδόν από σπόντα. Τυχαία γεγονότα. Φοβόμουν ότι θα συναντούσα ανθρώπους από άλλο κόσμο, κοινώς ψώνια, τάχα μου έξυπνους και τάχα μου καλλιεργημένους.
Μάλλον ήμουν η λιγότερη καλλιεργημένη. Όλοι τους με μάτια ξύπνια, με πρωτότυπη γραφή, με μεγαλείο. Αφήσαμε γρήγορα τα ευγενικά χαμόγελα και σχεδόν γίναμε φίλοι. Ποια σύμπτωση μας οδήγησε σ' αυτή τη συνάντηση; Ηλικίες διάφορες, εργασίες επίσης, απόψεις το ίδιο. Πώς έγινε κι αγαπηθήκαμε, ούτε που το κατάλαβα...
Ο δάσκαλος, απρόβλεπτος, πιότερο μας καθοδηγούσε για την προσωπική μας ζωή παρά για τα κόλπα της γραφής. Όχι πως δε μας είπε. Μπόλικα και χρήσιμα.

Μα εκείνη, η πιο όμορφη της παρέας, κι εκείνος, με τα πιο γελαστά μάτια απ' όλους, αργούσαν να γυρίσουν από το διάλειμμα.

-Την αγάπη..., μας έλεγε ο δάσκαλος, μην την ξεχνάτε, αγαπήστε, μη φοβάστε, μια στιγμή είναι που ή τη ρουφάμε ή την αφήνουμε. Κι η στιγμή είναι σημαντικό να μένει. Παρατείνει το χρόνο. Ο έρωτας μας κάνει να πετάμε. Μη φοβηθείτε, ο έρωτας δε χωρά συμβιβασμούς, λυπηθείτε, αγγίξτε ο ένας τον άλλο, δώστε και πάρτε. Κι η γραφή μια ερωτική πράξη είναι.
Ύστερα έπαιρνε το μπουκάλι με το νερό, ρουφούσε κι αναστέναζε.

 Η πόρτα άνοιγε. Έρχονταν. Κάτι κοινό έχουν αυτοί οι δύο, σκεφτόμουν. Αλλά πάλι μπορεί να συζητούν για τα διηγήματα που πρόκειται να γράψει ο καθένας. Ή για τις ανησυχίες της γενιάς τους. Μικρά παιδιά. Κάθονταν όχι πολύ κοντά. Δεν έδιναν δικαίωμα.
Ύστερα τέλειωσαν οι συναντήσεις. Επίσημα. Μα εμείς συμπαθιόμασταν. Και κάναμε κάτι ωραίες κοπάνες. Βρεθήκαμε μια νύχτα σ' ένα μπαρ. Εκείνη γιόρταζε τα γενέθλιά της την επόμενη μέρα.
Ήρθαν τα μεσάνυχτα.
Της ευχηθήκαμε τσουγκρίζοντας τα ποτήρια.
Μα τότε, ξαφνικά, ένα φιλί στο στόμα. Παρατεταμένο.
Ένα ζευγάρι ανάμεσά μας!
Μια αγάπη φρέσκια.
Κοιταχτήκαμε χαμογελώντας.
Καμαρώναμε σιωπηλά. Περιμέναμε να τελειώσει η στιγμούλα τους.
-Βρε, παιδιά, να μας ενημερώνετε...
Την κρατούσε αγκαλιά. Τα μάτια του, τώρα, πιο λαμπερά από ποτέ. Εκείνη, τώρα, ομορφότερη με ένα παράξενο φως στην όψη της.
Αγκαλιαστήκαμε όλοι.

Ποιος ξέρει για τα βιβλία και τις εκδόσεις τους, ποιος ξέρει για τις αμφίβολες καριέρες...
Το χρόνο μας τον παρατείναμε πάντως.
Η στιγμούλα αυτή, το πιο σπουδαίο πτυχίο.
Με αντίκρισμα, αναμφιβόλως....


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Απ' έξω προς τα μέσα


Κοιτώντας απ' έξω προς τα μέσα βλέπεις τα ερείπια απ' τη στέγη που κατέρρευσε πια.
Χθες ήταν που 'χε στο ράφι βαζάκια με γλυκό, άνυδρες ντοματίνες που κρέμονταν από την οροφή,  το μπότο με γάλα πρόσφατα αρμεγμένο και καθούρες  στον τενεκέ με την άρμη που έκλεινε με πλάκα φερμένη από το βουνό. Πίσω από τα συκόφυλλα, που δεν υπήρχαν τότε, το γυναικείο πρόσωπο με το ζεστό  χαμόγελο και τις καλές κουβέντες, έπαιρνε φύλλα από εφημερίδες, τα έβρεξε με ξύδι από τη γυάλινη μπουκάλα και καθάριζε με επιμέλεια τα τζάμια.

Αν πας από τη μέσα πάντα και δεις από το παράθυρο, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Το ίδιο φως από τις ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου που πασχίζουν να βρουν μια διέξοδο ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα από τη μουριά, το μονοπάτι άθικτο, χωρίς να λείπει ούτε μια πλάκα, λες και καρτερεί τα γνωστά βήματα αγαπημένων.

Κι απ' έξω κι από μέσα εκείνη που επικράτησε για πάντα, φερμένη απ' άλλα μέρη, ξένη. Η σιωπή. Δεν ξέρει "Καλημέρα", "Καλό ξημέρωμα", το "Ήντα κάνετε", το "Για πού το 'βαλες"...

Χτυπά στα μηνίγγια και παρασυνεικάζεις. Σκύβεις με λαχτάρα και κολλάς το πρόσωπο στα θολά τζάμια. Βάζεις τα δυο χέρια πλάι στα μάτια να σκιάζουν το σήμερα και γυρνάς πίσω, καθώς οι κόρες κινούνται γύρω-γύρω στα χαλάσματα. Την ψάχνεις. Μάταια. Εκείνο που φαίνεται καθαρά είναι μόνο η ταλαιπωρημένη αυλή με τα μπάζα και στο βάθος ορθώνεται μπροστά σου το καινούριο, διώροφο με μπαλκόνι και αλουμίνια πορτοπαράθυρα. Κλειστά. Άνθρωπος κανείς. Οι μνήμες δεν τ' ακολουθούν.  Με μια ψυχρή τελειότητα που σε κάνει να μη θες να το πλησιάσεις.
Ετούτο ήταν η ύβρις, αναλογίζεσαι, καθώς η χώρα θάβει μια μια τις αναμνήσεις και πέφτει αναστενάζοντας από το βάρος των χρημάτων που ξοδεύτηκαν για ένα ....καλύτερο αύριο με καλοριφέρ, πλακάκια, κλιματιστικά και κάθε λογής ανέσεις. Θάφτηκαν κι οι συνταγές για το καλό γλυκό κι η όρεξη ακόμη. Για κουβέντες, καλωσορίσματα και καφεδάκια στις αυλές.

Συνεχίζεις το μονοπάτι. Μια υποψία σε πιάνει αγκαζέ. Ποιος ξέρει; Μπορεί ν' ανταμωθούμε στα χωράφια. Ή κοιτώντας από το παραθύρι κάνοντας τα σωστά όνειρα τούτη τη φορά. Μαζί, με άδειες τσέπες και χαμόγελα κοιτάζοντας από τα μέσα μας τον έξω κόσμο που θα'χει μόνο δροσιά, κουβέντα και κάνα δυο φιλήσυχους γειτόνους.
Αρκούσε τότε; Γιατί όχι;



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag  - Οκτώβρης '11

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Από κοντά

Έλα, μην κλαις
θα τα πούμε από κοντά

Ένα πρωί κολοκαιριού
οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
θα μας χαρίζουν μεγάλους ίσκιους
και θα 'ρθεις για κουβέντα
ανάμεσα στις ανθισμένες γλάστρες
κάτω από τη μουριά της αυλής
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Κάποιο μεσημέρι Ιουλίου
ο ήλιος θα τεντώνει το δέρμα
τα δάχτυλα των ποδιών
θα κλωτσούν αμήχανα τα καυτά βότσαλα
και θα με κοιτάς
με μάτια κόκκινα από την άρμη
με τα παιδιά τριγύρω να γελάνε
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Σε μια πανσέληνο Αυγούστου
καθώς θα γέρνει στο σκοτεινό ορίζοντα
θα χαράζει χρυσά μονοπάτια
και το τραγούδι θα 'ναι απλά
ο φλοίσβος του πελάγους
και θα 'σαι εκεί
δίχως να 'χεις την ανάγκη να μιλήσεις
μα μοναχά τη θέληση να κρατηθούμε
χέρι-χέρι
έλα, θα τα πούμε από κοντά

Δίπλα, απέναντι,
λίγο πιο κει, ίσως,
αλλά μαζί...

Έλα, μην κλαις.



Μάρτιος 2011
Από τα "τετράδια"