Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Μια καρτούλα μοναχή


 Στάλθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το διόλου ευτυχές έτος 1916. Ο Στυλιανός, εργάτης τότε στην κατασκευή σιδηρογραμμών στα βόρεια της αμερικανικής ηπείρου. Αρκετά συχνά στέλνει κάρτες με τοπία από τις πόλεις όπου διαμένει κατά καιρούς. Κυρίως από το Pittsburgh. Η εντυπωσιακή Fifth Avenue, η Fourth, το Kennywood park….
 Στο πίσω μέρος, στριμωγμένα καλλιγραφικά γράμματα -με στίξη και ορθογραφία υποδειγματική- δηλώνουν ότι «είναι υγιής» και αναρωτιούνται για την υγεία των συγγενικών προσώπων. Χαιρετούν πάντοτε «τον πατέρα και τας αδερφάς». Κατόπιν, εκφράζουν τη λύπη τους «δια της ανεπαρκείας τροφίμων» που μαθαίνει πως υπάρχει στο νησί. Στο τέλος, εκλιπαρούν για «μιαν απάντησιν» διότι «μ’ αυτάς τας ανησυχίας κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου».
 Όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία, οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μονοτονία τραγική.
Στη γωνιά της κάρτας μένει λίγος χώρος ακόμη για να ασπαστεί την αγαπημένη του σύζυγο, την Ιωάννα, ευχόμενος κάθε φορά «υγείαν, ευτυχίαν και καλήν αντάμωσιν».
 Είναι όλες μαζεμένες σ’ ένα φάκελο τώρα, στο πάνω μέρος του μπαούλου που έφερε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού επιστρέφοντας έπειτα από έξι ολάκερα χρόνια.
 Εκεί φυλάχτηκαν όλα τα προσωπικά είδη των συγγενών, των συχωρεμένων πια.
 Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ετούτη η καρτούλα, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, δίχως εμπορικούς δρόμους και κρεμαστές γέφυρες.
 Το πίσω μέρος δεν έχει ούτε μια δικιά του λέξη. Σιωπηλή…
 Ποιος ξέρει πού την ανακάλυψε, μονάχα με το ρολόι στην παλάμη, τις φιγούρες που ανταμώνουν και τις ελληνικές λεξούλες τυπωμένες. Τα ΄λεγαν όλα τούτες οι λεξούλες κι ας φαίνονται σήμερα κάπως ανόητα ρομαντικές.

«Σαν παύσει  η δουλειά μου στας πέντε.
Γιατί;
Κοντά σου να τρέξω ζητώ.
Αχ, γιατί;»

 Ήταν αρκετές για εκείνον. Να του δώσουν τη δύναμη και να σπάσει τον καθωσπρεπισμό της εποχής.
Δε ρώτησε για την υγεία κανενός. Μήτε χαιρετισμούς έστειλε, μήτε ασπασμούς.
Αγόρασε το φάκελο, έγραψε τ’ όνομά της, το χωριό, το νησί, τη χώρα…
Και την ταχυδρόμησε σκέτη.
Να μας μεταδίδει ακόμη, με τ’ άσβηστά της χρώματα και λόγια, τον καημό του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του ανταμώματος. Ή, αν θέλετε, τον πόνο του ανθρώπου που έπρεπε πια να συνηθίσει να ζει μονάχος, με ξένες λέξεις και σε ξένα τοπία. Γράφοντας τυπικές επιστολές κι αναμένοντας «μιαν απάντησιν».


Δεν υπάρχουν σχόλια: