Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

"Έναν ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω..."

Το πατρικό του Νικόλα στην ερειπωμένη, τώρα, γειτονιά
         Ο Νικόλας από τη γειτονιά του Ξερέδου, ήταν άνθρωπος αγνός, καλοσυνάτος κι αυθόρμητος. Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα "ημπέρδεψε" από μικρός και πήγε στον πόλεμο. Του 'τυχε μια αρρώστια όμως, ή τραυματίστηκε, και πήγε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Έκαμε καιρό να γίνει καλά. Μια νοσοκόμα το λοιπόν, ομορφούλα και περιποιητική του 'κλεψε την καρδιά. Την παντρεύτηκε κι αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Μα οι συνήθειες των ανθρώπων ήτανε ξένες γι' αυτόν κι η προσαρμογή δύσκολη.

   Όταν λοιπόν πήγαινε στο νησί, τα καλοκαίρια, ημάζευε τους χωριανούς και τους έλεγε τα παθήματά του.
"Ακούτε, βρε, ήντα τραβώ.... Να, ησκέφτηκα να βαφτίσω την κόρη μου το χειμώνα. Κάνουμε τις ετοιμασίες, πάμε στην εκκλησά κι έρχεται η ώρα να πληρώσω τον παπά..."


  Στο νησί, τα χρόνια εκείνα, ο παπάς πήγαινε με το γαϊδουράκι στα χωριά, πρόσωπο σεβάσμιο ιδιαίτερα. Ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για χρήματα. Ασέβεια θεωρούνταν και ξεπεσμός. Άμα είχε κάποιος και του 'δινε, είχε καλώς, άμα δεν είχε να του δώσει, πάλι καλώς, γίνονταν το μυστήριο, καθόταν ο παπάς κι έτρωγε με τους συχωριανούς κι έδινε τις ευχές του.

"...πάω λοιπόν, στον παπά και βγάζω με καμάρι ένα καλό ποσό που 'χα μαζέψει με βάσανα και κόπους. Ήτονε και οι ξένοι εκεί και ήθελα να κάμω καλήν εντύπωση. Ηφαντάστηκα πως θα γυρίσει και θα μου πει "φχαριστώ", να του φιλήσω κι εγώ το χέρι και να πάμε στην ευχή του Θεού. Κι αυτός, βρε παιδιά, ήντα γυρίζει και μου λέει;
-Λίγα είναι. Πρέπει να δώσεις τουλάχιστον άλλα τόσα.
Ήπιασα ν' αναψοκοκκινίζω...
-Και γιατί παρακαλώ, να δώκω άλλα τόσα; Ε σου φτάνουν;
-Γιατί, τέκνον μου, είμαστε τρεις οι παπάδες και πρέπει να τα μοιραστούμε.
-Τρεις είστε οι παπάδες; Κι εμένα με ρωτήσατε αν ήθελα τρεις;
Ηφούντωσα, παιδιά, και βάζω μια φωνή που μ΄άκουσαν ούλοι κι απομείναν σαστισμένοι για ώρα πολύ... Και πάει, που λέτε, κι η καλήν εντύπωση...
-Άκου να δεις, εγώ είμαι αφ' τη Νικαριά κι αυτά τα κόλπα εν τα σηκώνω. Άκου ήντα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Έναν παπά ήθελα, έναν είδα κι ένανε θα πληρώσω."

Έμεινε η φράση και τη λένε στο νησί κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουν για κάτι παραπανίσιο.
Ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Έχει, πώς να το κάνουμε, μια διαχρονικότητα...
Ό,τι θέλουμε θα πληρώνουμε κι ό,τι είναι αναγκαίο. Μην τα σηκώνουμε τέτοια κόλπα, ξέρετε.

4 σχόλια:

Το Φαουδι είπε...

Μ' άρεσε πολύ. Θα το θυμάμαι! Σοφό και επίκαιρο!!
Καλό Σα/κο!

Β. είπε...

Κι εγώ που ήμουνα νονός σε κάτι βαφτίδια στο Δρούτσουλα, ακόμα ψάχνω τον παπά να τον πληρώσω (δεν τα πήρε, τα άφησα στην εκκλησία).

Τηρίματα είπε...

Επίσης, Φαουδάκι και καλό μήνα!

(Να βάζεις το πουλοβεράκι σου , εσύ, ξέρεις, μη μασάς... Γέλασα πολύ με την ανάρτηση, αλλά κολλάει και δε μπορώ πάντα ν' αφήσω σχολιάκι.)

Τηρίματα είπε...

Β, ο παπα-Φάνης ήτανε; Γιατί είναι πολύ περήφανος σ' αυτά. Άσε που θυμώνει κιόλας άμα επιμένεις να του δώσεις.
Αλλά και ο διάδοχος του ικανοποιείται με την καλή παρέα στο γλέντι και ξεχνάει τα φράγκα, ούτε που τα λογαριάζει καν.

(Αλλά να γίνεις στο χωριό νονός και να μην πάρω χαμπάρι, να πεις πως είναι και μεγάλο...)