Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα με μυρωδιές όμορφες.

Μπαίνω στο ταξί σκοτεινιασμένη για τα καλά. Ήμουν έτσι κι αλλιώς, έπρεπε και να προλάβω οπωσδήποτε κάτι υποθέσεις, άνευ σημασίας, γραφειοκρατικές, ξέρετε... Το χειρότερό μου.  Η μέρα σκοτεινή κι εκείνη, τα λεωφορεία απεργία, η κίνηση στους δρόμους απερίγραπτη. Ο ταξιτζής συνηθισμένος, γκρινιάρης με όρεξη για κουβέντα. Του ρίχνω ένα αυστηρό βλέμμα από τον καθρέφτη.

Δεν έχω πολλά τέτοια, αλλά κάνα δυο τα κρατώ καβάτζα για τα επείγοντα.
Εκείνος μαζεύεται. Μια φωνή στο ραδιόφωνο όμως του δίνει την πάσα. Κάτι για στολισμούς Χριστουγεννιάτικους έλεγε. Τότε ξεσπά επιτέλους.
-Ακούς εκεί... τι στολισμούς και αηδίες! Ποιος έχει κέφια μ' αυτά που γίνονται να κάνει κι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα. Τ' άκουσες κοπέλα μου; Δε ντρέπονται λίγο...
Εγώ δεν αντιδρώ.
-Τους κόψανε επιδόματα, τα μαγαζιά κλείνουν, απολυθήκανε τόσοι, θ΄απολύσουνε και από τις ΔΕΚΟ  άλλους τόσους. Πού θα βρει ο κόσμος λεφτά για να κάμει Χριστούγεννα;
Πάλι δεν αντιδρώ.
-Ε; Όχι, πες μου πού θα τα βρει; επιμένει.
-Και τι σχέση έχουν, κύριε τα λεφτά με τα Χριστούγεννα;  του πετάω εγώ σοβαρή σοβαρή.
Αυτό ήταν το μόνο που δεν περίμενε ν' ακούσει. Στραβοτιμονιά, ξανά κοίταγμα από τον καθρέφτη και το μαρτύριο συνεχίζεται:
-Τι; Χωρίς λεφτά Χριστούγεννα πώς θα κάνεις; Και πώς θα πάρεις τα δώρα, και πώς θα στολίσεις το σπίτι, ρούχα δε θα πάρεις για το ρεβεγιόν, σε μια γιορτή δε θα πας, σ' ένα κεντράκι βρε αδερφέ μου, δε λέω πολλά, κάνα χαρτάκι δε θα παίξεις; Τι σόι Χριστούγεννα θα είναι τούτα χωρίς λεφτά; Μήπως μας δουλεύεις, καλέ;
-Αστείο ήτανε, του λέω χαμογελώντας και ηρεμεί επιτέλους, εννοείται πως Χριστούγεννα χωρίς λεφτά δεν υπάρχουν. Ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω.

Κι όμως το σκεφτόμουν. Και μου λείπουν. Εκείνα τα Χριστούγεννα που δεν υπάρχουν πια αλλά υπήρξαν κάποτε. Τα χωρίς λεφτά.
 
Η ιστορία ξεκίναγε προπαραμονή Χριστουγέννων. Ήμασταν όλοι χαρούμενοι, γιατί ο μπαμπάς μας αφιέρωνε εκείνο το πρωινό ή το απόγευμα αποκλειστικά. Η μαμά δεν έρχονταν μαζί. Δεν τρελαίνονταν και για περπάτημα. Εκείνος πήγαινε μπροστά κρατώντας στο χέρι του το μεγάλο πριόνι. Εμείς από πίσω κοιτώντας προς τα πάνω μήπως βρούμε κάνα καλό κλαδί. Έπρεπε να 'ναι ίσιο, όσο γίνεται να 'ναι ίσιο ένα κλαδί κυπαρισσιού.
-Εκεί, εκεί, μπαμπά! Από δεξιά έχει ένα καλό.
Εκείνος σκαρφάλωνε με τη μια και το ΄κοβε. Έπεφτε κάτω κι εμείς το μαζεύαμε. Χρειαζόμασταν δυο τρία, έτσι για να φτιάξουμε, ενώνοντάς τα, ένα σχεδόν δέντρο, στο σχήμα εννοώ. Στο τέλος λοιπόν γυρνούσαμε με το μπαμπά πίσω χαμογελαστό συνήθως κι εμάς μπροστά να τρέχουμε κρατώντας από ένα κλαδάκι το κάθε παιδί. Βιαζόμασταν να φτάσουμε σπίτι. Τα τοποθετούσαμε πάνω στο βαρέλι που ήταν στη γωνιά μ' ένα τρόπο που δε θα σας πω. Είναι μυστικό.
Ντύναμε και το βαρέλι βέβαια. Ε, με ό,τι είχαμε. Κάνα σεντόνι μονόχρωμο, καμιά ποδιά, α, και μια φούστα της γιαγιάς με λάστιχο μας είχε βολέψει επίσης. Ωραίο γινότανε. Μια χαρά.Ξέχασα να σας πω ότι το κλαδί που διαλέγαμε είχε και κυπαρισσόμηλα πάνω. Εμείς τα κάναμε στολίδια, βάφοντάς τα χρυσά ή ασημένια ή βάζοντας απλά αλουμινόχαρτο. Συνήθως η αδερφή μου που 'ταν μεγαλύτερη, την έκανε αυτή τη δουλειά. Μετά παίρναμε το βαμβάκι και το ανοίγαμε σκορπίζοντάς το σε όλο το δέντρο για να μοιάζει χιονισμένο.
Το τελευταίο στολίδι που βάζαμε ήταν οι κάρτες. Από το θείο Α. στην Αμερική, από τη θεία στην Αθήνα και τα λοιπά. Ήτανε οι ίδιες, εμπλουτισμένες κάθε χρόνο, αλλά γενικά οι ίδιες, δεν τις πετούσαμε εννοώ. Κάναμε έτσι και μια αναδρομή στο παρελθόν. "Να η κάρτα της θείας, που τώρα τα 'χει χαμένα η κακομοίρα... " ή "Κοίτα, μαμά τι ορνιθοσκαλίσματα έκανε η Μίνα όταν ήταν μικρούλα".
Άλλες τις στερεώναμε στα κλαδιά κι άλλες πάνω στο βαρέλι στη βάση του "δέντρου".

Όλα ήταν έτοιμα. Καθόμασταν στις μπαγκέτες στο τζάκι και το καμαρώναμε. Ύστερα έρχονταν να το δουν και οι άλλοι.
-Βρε, ήμαθα πως ηστολίσατε δέντρο, για να δω. Γεια στα χέρια σας και του χρόνου!

Τα κλαδάκια τούτα ζούσαν μαζί μας μέχρι τα Φώτα. Χαρούμενα για το στολισμό τους μας έδειχναν την ευγνωμοσύνη τους στέλνοντάς μας τη μυρωδιά τους, την παράξενη. Αυτή κυκλοφορούσε όποτε ήθελε στο σπίτι κάνοντας παρέα μια με τη μυρωδιά από τα τσουρέκια, μια μ' εκείνη τη καστανούλα της κανέλλας και μια μ' αυτή των ξύλων που τριζοβολούσν στο τζάκι. Κι όταν εισέπνεες την παρέα τούτη γινόσουν άλλος άνθρωπος, χριστουγεννιάτικος, ευτυχισμένος και ευγνώμων γι' αυτά τα τόσα που είχες...

Α, ξέχασα να σας πω. Δώρα δεν είχε. Κανένα δέντρο δε θυμάμαι να 'χει δώρα στο χωριό. Ούτε και αναρωτιόμουν ποτέ γι' αυτό. Δεν ξέραμε από τέτοια και δε σου λείπει ποτέ κάτι που αγνοείς. Δεν το χρειάζεσαι.
Κρίμα που φέτος πολλοί δε θα κάνουν Χριστούγεννα, μια και θα σκέφτονται ότι έχασαν κείνα που τους έπεισαν ότι πρέπει να χρειάζονται.

Καλές γιορτές, πάντως.

Εγώ σπίτι θα ΄μαι. Κάθε χρόνο μαζεύω τ΄απόκλαδα από την αυλή και φέρνω πίσω την παλιά μου φιλενάδα. Τη μυρωδιά των ξύλων, ντε... Παρέα οι δυό μας τα βάζουμε με την άλλη, την κακιά, της μούχλας που 'χει πάρει θάρρος και παλεύει να εγκατασταθεί μόνιμα πια στο σπίτι... Μάλλον θα τη χάσουμε τη μάχη αλλά μέχρι τότε θα τα λέμε τουλάχιστον.

4 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

δεν έχω ιδιαίτερες αναμνήσεις από παιδικά Χριστούγεννα.Μάλλον λιγοστές και πικρές,είναι.Καλές γιορτές σου εύχομαι,καλά Χριστούγεννα.

Τηρίματα είπε...

Και σε σένα, καλή μου. Ένα πουλάκι μου 'πε πως είσαι στεναχωρημένη αυτές τις μέρες. Κι εγώ το ίδιο. Πολύ.
Χαμογέλα κι "όλα θα πάνε καλά" στο τέλος. Θα δεις. Α, και μην ξεχνάς τις τελείες που είπαμε. Βάζε και παύλα, βοηθάει...

<< ANAΡΧΑΣ ΦΩΝΕΣ >> είπε...

....''εκείνα τα χριστούγεννα''.....τα ΄΄γεμάτα΄΄....
εκείνα τα χρόνια ...
με κάνουν να ταξιδεύω...με λύπη
βλέπεις βρε φιλεναδίτσα...δεν μπορεσα...
να τα κάνω δώρο και γω σε κάποιες μικρές ψυχές
και το ήθελα....αλήθεια το ήθελα και το προσπάθησα....
να προσέχεις.

Τηρίματα είπε...

Είμαι σίγουρη. Αλλά οι μέρες είναι γιορτινές, τώρα είτε το θέλουμε είτε όχι. Έχει κι η λύπη να ξέρεις το καλό της φουστάνι και θα περάσουμε καλά κι έτσι. Στο κάτω κάτω είμαστε τυχεροί που ζήσαμε έτσι...κάποτε. Φιλάκια πολλά πολλά "χριστουγεννιάτικα", μια και θα 'μαστε μακριά.