Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Τ' αφεντικό του καφενέ

φωτό από εδώ
  Τ' αφεντικό του καφενέ ήταν ο Γιαννάκος. Με υποκοριστικό κι αυτός όπως κι οι πιότεροι στο χωριό. Το Χριστινάκι, το Κωστάκι, το Σταματάκι, το Νικολάκι....Κι ας είχαν ξεπεράσει το μέσο όρο ζωής οι περισσότεροι.
Κι εκείνο γέρο τον θυμάμαι. Μα ούτε που σκέφτηκα ποτέ να τον φωνάξω κυρ Γιάννη, ας πούμε, ή κύριε Γιάννη. Μόνο Γιαννάκο, σα να ήμαστε συνομήλικοι.
Όχι μόνο εγώ, τον πληθυντικό τον είχαμε καταργήσει στο χωριό. Ούτε λόγω έλλειψης παιδείας, ούτε λόγω έλλειψης σεβασμού.
 Έλλειψη τυπικότητας μονάχα.
Μα όπως και να το κάνουμε, το υποκοριστικό δεν του ταίριαζε και τόσο. Ήτανε τεράστιος. Λύγιζε το μπαστούνι στο βάρος του όγκου του. Και σοβαρός. Όχι πολλά πολλά.
Μόνο σαν τού 'ρχονταν στο μυαλό καμιά ανάμνηση από τα παλιά πονετική ή κάνα γράμμα απ' τους ξενιτεμένους, τότε βούρκωνε μεμιάς κι έβαζε κάτι κλάματα που τρομάζαμε να τον συνεφέρουμε. Δυνατά, με λυγμούς. Εκεί μόνο θύμιζε μικρό παιδάκι που το ΄χε μαλώσει κάποιος άδικα και το πήρε το παράπονο.

 Κάθε πρωί, λοιπόν, ο Γιαννάκος άνοιγε τον καφενέ, τον τελευταίο πια του χωριού. Τον κράταγε ανοιχτό όλη μέρα κι όλη νύχτα σχεδόν. Μόνο που σα βράδιαζε γίνονταν πιότερες οι δουλειές. Έπρεπε να σηκωθεί από την καρέκλα που είχε τοποθετήσει στην πλατεία, το μόνιμο παρατηρητήριο του, το επίσημο, και να συρθεί μέσα. Ν' ανοίξει την αμπάρα και να πάρει το οινόπνευμα. Ύστερα με νωχελικά βήματα να πάει ως τον πάγκο. Στο μοναδικό συρτάρι, πάνω πάνω, δεξιά, υπήρχε το τσακμάκι, το 'παιρνε και τσουφ! με κινήσεις ταχυδακτυλουργού, που δε θυμάμαι ακριβώς, άναβε το λουξ. Κλείναμε τα μάτια και γυρίζαμε αλλού το κεφάλι. Μόλις συνηθίζαμε, τρέχαμε με θάρρος στην πλατεία.
Η φαρδιά λωρίδα φωτός που ξέφευγε από την ανοιχτή πόρτα και τ' αριστερό παράθυρο φώτιζε το τετράγωνο τσιμέντο και τα τραπέζια τα μόνιμα της πλατείας.
Έτσι μπορούσαμε να οριοθετήσουμε το χώρο της βραδινής διασκέδασης. Εκεί που δεν έφτανε το φως κρυβόμαστε κι εκεί που έφτανε βάζαμε να τα φυλάει ο άτυχος του "α, μπε μπα μπλομ του κείθε μπλομ".

 Αν ο καιρός δεν είχε ζεστάνει έπρεπε ν' ανάψει και τη σόμπα. Για τους μεγάλους που ήταν μέσα κι έπαιζαν πρέφα. Μικρούλα, στρογγυλή από μαντέμι. Έφερνε ξύλα με τις ίδιες νωχελικές κινήσεις και πάλι το τσακμάκι. Εκείνοι που χάναν την παρτίδα σηκώνονταν με νεύρο, άνοιγαν την πορτούλα της σόμπας κι έχωναν στη στάχτη τ' αποτσίγαρα.
Τα παιδιά, αφού χορταίναμε παιχνίδι, μαζευόμασταν για τις παραγγελίες. Ή βανίλια ή λουκούμι.
(Τα γλυκά του κουταλιού ποτέ. Τα 'χαμε και στο σπίτι. Αυτά ήταν για τους ξενοχωρίτες.)
Το λουκούμι ήταν η σωστή επιλογή, γιατί τη βανίλια τη λυπόταν. Δεν έχωνε βαθιά το κουτάλι κι εμείς γελούσαμε. "Έλα βρε Γιαννάκο, λίγο πιότερη βάζε!" ή "Εσένα πόση σού 'βαλε; Εμένα κοίτα, μια σταλιά!"

 Όμως το μαγικό της βραδιάς ήταν άλλο. Το τηλέφωνο. Μαύρο, γυαλιστερό, με θόρυβο γλυκό σε κάθε γύρισμα των αριθμών του. Σαν χτύπαγε, πεταγόμασταν επάνω, έτοιμα για την περιπέτεια.
Εκείνος ακούμπαγε τη μια άκρη του ακουστικού στ' αυτί, την άλλη στο μάγουλο ή στη μύτη, σπάνια στο στόμα και μετά από λίγο: "Άμετε να φωνάξετε τη Στέλλα. Η ανηψιά της από την Αθήνα. Θα πάρει σε πέντε...." ή σε δέκα, ανάλογα με την απόσταση του κάθε σπιτιού.
Σηκωνόμασταν τότε και τρέχαμε στο σκοτάδι. Άλλο σκουντούφλαγε, άλλο φοβόταν. Μα δε ρίχναμε δεύτερη ματιά σ' αυτούς. Το θέμα ήταν ποιο θα φτάσει πρώτο να πει τα νέα.
Σαν έφτανε τελικά κι έβλεπε το φως από τη λάμπα, χτύπαγε με καμάρι "Στέλλα, τηλέφωνο. Τρέχα.... Η ανηψιά σου!"
Μαζεύαμε έπειτα δρόμο δρόμο τα ...θύματα και μαζί με τη Στέλλα και του υπόλοιπους θαμώνες περιμέναμε με αγωνία τον επόμενο μαγικό χτύπο.
Εκείνος τα ήξερε όλα. Για κάθε χτύπο. Ποιος ήτανε, τι είπανε, πότε θα ξαναπάρει. Κουβέντα δεν του ξέφευγε.

 Τα καλοκαίρια, στην εφηβεία μου ο Γιαννάκος ήτανε το μαρτύριο μου. Έπαιρνε τηλέφωνο κάνα αγοράκι κι ο Γιαννάκος καθόταν δίπλα στην αμπάρα κι άκουγε τα πάντα.
 "Άχου, έχεις γιαουκλού, καλά το 'χα καταλάβει" σιγομουρμούραγε κουνώντας απειλητικά τη μαγκούρα. Η "γιαουκλού" ήταν το αίσθημα, ο αγαπημένος.
Του τα συγχωρούσα όλα βέβαια, μια και ήταν αυτός ο καλός μου ο συμπαίχτης. Στο τάβλι.
Τέλειωσαν, βλέπετε, οι πελάτες κι απόμειναν τα "δυαράκια" και οι "εξάρες".

 Α, απόμεινε κι ο πλάτανος που του 'κανε παρέα όλα τα χρόνια που 'ζησε σ' αυτό τον κόσμο.
Ήκανε πως θα μαραθεί, σαν έκλεισε ο καφενές και τ' αφεντικό προτίμησε άλλη δροσιά για πάντα, μα έκαμε κουράγιο να συντροφεύσει για κάμποσο ακόμα κάτι ξένοιαστους πανηγυριώτες που 'ρχονται κάθε χρόνο, αρχές Ιουνίου, χωρίς ποτέ να φανταστούν τι ζήσαμε δω πέρα...



Δεν υπάρχουν σχόλια: