Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Ήρχισαν πάλι τα βιολιά...

φωτό tirimata
Από τον παράδεισο της Εριφής...

Ο καιρός κάθε άλλο παρά ανοιξιάτικος ήτανε και η συχωριανή, άνω των ογδόντα πέντε, μπήκε στην κουζίνα για το καφεδάκι της, τον ήκαμε η μάνα μου κι έπιασαν την κουβέντα. Εγώ χωμένη μέσα σ' ένα ντουλάπι προσπαθώντας να βάλω μια τάξη στο χάος από τ' ατέλειωτα βάζα με μαρμελάδες, κοπανιστές, χυμούς ντομάτας, τα μπουκάλια με τα ηδύποτα από κάθε λογής φρούτο, τ' άλλα με τις βυσσινάδες, τα κουτιά με τα ξερά σύκα, τα ξερά φασκόμηλα, τις δάφνες, τα κλωνάρια δυόσμου. Δεν ήταν κι εύκολη επιχείρηση καθώς αυτοί που καταδέχονται όλα τούτα λιγόστεψαν επικίνδυνα κι έτσι κάθε χρόνο εκείνα πολλαπλασιάζονται.  Πρέπει να στοιβαχτούν το ένα πάνω στ' άλλο, να πεταχτούν με τρόπο κάποια, να αξιοποιηθούν κάποια άλλα και πάει λέγοντας. Χαιρέτησα λοιπόν από μακριά την επισκέπτρια και χώθηκα πιότερο μες το ντουλάπι, μη μου πιάσουν την κουβέντα και χάσω χρόνο. Άκουγα βέβαια κάθε λέξη...

-Ε, για πε μου κάνα νέο...αρχίζει η γειτόνισσα.
-Ήντα να σου πω; Ήρτε το μικρό προχτές, πολεμάει να μαζέψει, ήφερε και τα μικρά του, άπου να τα χαρώ... Ε, ο καιρός μας τά 'καμε όπως μας τά 'καμε. Πού να 'χει ανάγκασμα... ήκανε ν' ανοίξει κείνη δα η τριανταφυλλιά, η κίτρινη, και της τα χάλασε τα ματάκια ούλα, ηκατασυχίστηκα που εν ημπορείς να φανταστείς.
-Α, μάλιστα. Ο άντρας σου;
-Αά, όσο πάει και ξεμωραίνεται. Πολεμάει να φυτέψει, αν έχεις το θεό σου, το πάνω το περιβόλι μες σ΄ αυτο δά τον αέρα... Συνεννόηση μηδέν.
-Α, μάλιστα...
-Μα εσύ ηντά 'χεις; Βρε, για να σε δω, αα, κάτι κρύβεις εσύ...
-Όχι καλέ, πού σου 'ρθε;
-Άχου, για δε, που θαρρεί πως α με κοροϊδέψει... Βρε, μπας και σ' έπιασε κάνας πόνος, μπας κι ήγινε τίποτα με τα μικρά;
-Όχι σου λέω, σώπα.
-Ε, μα ξέρω 'γω, αφού σε βλέπω...Α μου πεις, γιατί ε θα τα πάμε καλά.
-Λοιπόν -κι ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, με φωνή χαμηλωμένη τώρα ιδιαίτερα- πού να στα λέω, καημένη...  Ήρχισαν πάλι τα βιολιά!
-Άχου, από πότε; ρωτάει η μάνα μου.
-Από προχτές, μωρή, που φυε η άλλη με το καράβι κι ηπήε στην Αθήνα.
-Ιιιιιιι.... Και ε μου λες... κουβέντα, ε;
-Κουβέντα. Σηκώνω  το τηλέφωνο, ακούω τα βιολιά -κουβέντα κι εγώ- κι ύστερα ντουπ! το κλείνει.
-Μωρή, για πε μου... Ε σου μίλησε ποτέ;
-Αστειεύεσαι; Θαρρεί πως δεν ηξέρω και κάνω κι εγώ το κορόιδο.

Εννοείται πως είχα αρχίσει τις κλεφτές ματιές γιατί τέτοιους διαλόγους δεν ακούς και καθημερινά. Κι ύστερα δεν έβγαζα και συμπέρασμα. Τη βλέπω όμως με την άκρη του ματιού μου, πώς χαμογελούσε και πώς άστραφτε το πρόσωπό της κι ύστερα τη μάνα μου πόσο ενθουσιασμένη ήταν από το γεγονός, πόσο της είχε εξάψει την περιέργεια όλο τούτο το παράδοξο και κρυφό, ως φαίνεται, παίξιμο των βιολιών, που δε μίλησα καθόλου.
Αργότερα σαν έφυγε η ενθουσιασμένη και τάχα σοκαρισμένη γειτόνισσα δεν άντεξα.
-Τι βιολιά, καλέ, είναι αυτά που παίζουνε;
-Ε, πε μου τώρα πως εν ηξέρεις τα βιολιά..., μου λέει η μάνα μου με αγανάκτηση σχεδόν. Μ' αυτά κρατάνε χρόνια...

Έμαθα πως την αγάπαγε μικρός. Και κείνη. Άλλους παντρευτήκανε κι οι δυο. Εκείνη το ξεπέρασε, λέει, μα κείνος το βιολί του. Το παίρνει κάθε φορά που η γυναίκα του φεύγει για καμιά δουλειά, σχηματίζει τον αριθμό κι αρχίζει το παίξιμο. Αφού βγάλει τον καημό από μέσα του με τούτες τις μουσικές το κλείνει χωρίς κουβέντα.
Εκείνη, που το ξεπέρασε, κάθεται και περιμένει το χτύπο του τηλεφώνου, ακούει τις νότες και περιμένει να το κλείσει εκείνος. Ύστερα παίρνει αγκαζέ το ονειροπόλο της βλέμμα και πιάνει το σεργιάνι.

Για να λέμε την αλήθεια, με άλλα λόγια μου μετέφερε η μάνα μου την όλη κατάσταση. Τα καριώτικα, ξέρετε.... "Για δε κάτι βλακείες, που κάνουνε σα μικρά παιδιά, γέροι άθρωποι, που α μας πάρει κανείς χαμπάρι και ε θα ξέρουμε πού να κρυφτούμε..."
Εγώ όμως τρελαίνομαι με κάτι τέτοια ζωηρά γεροντάκια, με κάτι τέτοιους έρωτες που ζουν πολύ και δε γερνούν ποτέ και δε χρειάζεται να πεθάνουν για να πάνε στον παράδεισο.
Ε, και την κάνω λίγο πιο ρομαντική την ιστορία...



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

...................
..........
........
.....όμορφη.....
ιστορία.....
!
σ.ρ.

Τηρίματα είπε...

Καλώς το!!
Καλά, δεν πίστευα στ' αυτιά μου...
Αν ήξερες τα πρόσωπα θα σου φαινόταν ακόμη πιο απίστευτη. Δε θα μιλήσω όμως, όχι, όχι...

Η Κρήτη έχει υπομονή, φαντάζομαι, ε;