Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Μια τρελή λαμπέλα

Κατσίκια στα Τηρίματα, ρασκά ετούτα... 
  Ήτανε λαμπέλα, ασπρόμαυρη δηλαδή, προφανώς όμορφη για τα ικαριακά δεδομένα, εξ ου και τ' όνομα που έδιναν σε ζώα με τέτοια χρώματα. Επρόκειτο για μια κατσίκα. Αγαπημένη, δική μου, από τότε που 'μουν στα τρία ή στα τέσσερα. Οι γονείς σεβάστηκαν την αδυναμία μου στο ζωντανό κι αρνήθηκαν τη σφαγή, την ώρα που το κρέας θα 'ταν μαλακό ακόμη και θα πουλιόταν σε καλή τιμή σε γάμους ή σε πανηγύρια του χωριού. Λοιπόν, η καημένη η λαμπέλα, "το αραπάκι" μου -έτσι την ονόμαζα καθώς το μαύρο κυριαρχούσε στην πλάτη και στη μούρη- έμελλε να ζήσει χρόνια πολλά. Ως τα βαθιά γεράματα.

 Εγώ δεν ήξερα τα γεράματα. Κι αν έβλεπα κάτι γιαγιάδες που τα 'χανε μισοχαμένα και κάτι παππούδες που δεν άκουγαν καλά ή δεν έβλεπαν, πότε δε μου περνούσε από το μυαλό πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σε μια κατσίκα και μάλιστα σε μια κατσίκα που μεγαλώναμε μαζί, νιάτο δηλαδή, με τη ζωή μπροστά της. Έμαθα να την αρμέγω, έμαθα να βοηθώ τα ριφάκια της να βυζάξουν, έμαθα να τ' αποχαιρετώ το Πάσχα, έμαθα να της δίνω την τροφή -πάντα το μεγαλύτερο μερίδιο- να τη δένω στη μέση της κάμπας με το πιο πυκνό χορτάρι, να τη βάζω στη σκιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Κείνη έμαθε να με χαιρετά βελάζοντας, να με φυσά στα χέρια με την πιο ζεστή της ανάσα, να με ζητά όταν αργούσα χαλώντας τον κόσμο, αν κάποιος άλλος την πλησίαζε.

 Κι άξαφνα, θόλωσε το βλέμμα, ένας απροσδιόριστος εχθρός μπήκε ανάμεσά μας. Μ' έβλεπε κι αντί για βέλασμα και πλησίασμα έχωνε τα κέρατα στο χώμα, έτριβε τη μούρη στους κορμούς, μπέρδευε το σκοινί στον κορμό της βελανιδιάς, μουρμούραγε κάτι παράξενα λόγια σαν κρώξιμο...
Εγώ μόλις είχα μπει στη εφηβεία. Τα 'βλεπα ακόμη όλα καινούρια ψάχνοντας για εξηγήσεις με λογική.
-Κάτι έχει "το αραπάκι", κάπου πονάει, να της βράσουμε κάτι ζεστό.
Κάπως με κοιτούσαν, αλλά απάντηση ή ενέργεια καμιά.
Ένας γείτονας που άκουγε όλη τη νύχτα τα κρωξίματα μου 'πε πολύ σοβαρός:
-"Το αραπάκι" σου γέρασε. Όταν γερνάνε οι κατσίκες, ένας διάολος μπαίνει μες τα κέρατα, μοιάζει με σκουλήκι, κι αρχινά να μπαίνει σιγά-σιγά μες το κεφάλι, τρώει το μυαλό μέρα με τη μέρα και το ζωντανό υποφέρει. Τρελαίνεται... Είναι για σφάξιμο τότες.

Και το σφάξαμε... Δε φαγώθηκε ποτέ. Έγινε ταφή. Ησύχασε το ζωντανό...

Ακόμη έχω τη στενοχώρια της λαμπέλας μου. Έζησε παραπάνω, η δύστυχη...

2 σχόλια:

Το Φαουδι είπε...

Δεν ήξερα πως υπάρχει και διάολος που ταλαιπωρεί και τα ζώα...
Τελικά πρέπει να φεύγει κανείς στην ώρα του, άνθρωπος και ζώο. Αλλά είναι τόσο δύσκολο να το κρίνει κανείς αυτό.

Τηρίματα είπε...

Ναι, καλή μου, είμαστε τόσο μικροί για να ξέρουμε αν αυτό που θέλουμε είναι και το σωστό... Καλή σου νύχτα!