Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Συνταγή για δύσκολους χειμώνες

Καραβόσταμο. Στο γιαλό...
 Γιατρός στο νησί, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ούτε καν στην πρωτεύουσα. Στο Καραβόσταμο.
 Η όποια διάθεση επιστημονικής αναζήτησης έπρεπε να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του χωριού.
 Κάθε διάθεση που οδηγούσε στην απογοήτευση ή την παραίτηση έπρεπε να καταπολεμηθεί πάραυτα.

 Ξεκινούσε από το δεύτερο που χρειαζόταν άμεση αντιμετώπιση.
 Παρέα, γλέντι, αφορμή για γλέντι... Χμμμ...
Δε δινόταν κάθε μέρα. έπρεπε να περιμένεις τ' Αη Γιαννιού ανήμερα ή κάνα χοιροσφάγι ή τη Πρωτοχρονιά. Δεν αρκούσαν. Νύχτωνε νωρίς, μαζεύονταν οι χωριανοί στα σπίτια τους κι εκείνος απέμενε μόνος στην κάμαρη με τη λάμπα του πετρελαίου να σιγοκαίει. Τι στο καλό; Τόσες σπουδές... έπρεπε να βρει τη λύση.

-Κι ήφτιαξε μια ομάδα, που λες, διηγείται γέροντας αυτόπτης, που ήτανε πάντα ετοιμοπόλεμη. Εκείνος αναλάμβανε την ανάγνωση του ημερολογίου. Ήψαχνε κάθε μέρα ποιος άγιος είχε την τιμητική του. Μόλις ηνύχτωνε ξεκινούσανε για τη χαιτερούρα. Μη φανταστείς πως ήβρισκε ονόματα γνωστά κι ήτονε προετοιμασμένοι οι άνθρωποι για τραπέζωμα. Όχι. Ήβρισκε κάτι παρατσούγκλια, ό,τι του θύμιζε κάτι. Μια μέρα ήβρε πως ήτονε της Αγίας Θεοφανούς. Μια και δυο με το ημερολόγιο παραμάσκαλα, πάνε στο σπίτι του Θεοφάνη, που ο άνθρωπος ηγιόρταζε των Φώτων. Ανοίγει η γυναίκα του, μπουκάρουνε μέσα κι αρχίζουνε τη χαιρετούρα.
-Βρε, δε γιορτάζει κανείς, έλεγε η γυναίκα μισοκοιμισμένη.
-Πώς δε γιορτάζει; Αφού σήμερα είναι της Αγίας Θεοφανούς, της λέγανε και της έδειχναν το ημερολόγιο. Και να το κρασί και ό,τι υπήρχε από μεζεκλίκια. Και δώσ' του το χορό και το τραγούδι...
Άλλο βράδυ πήγανε στου Αγάπιου που τον ηφώναζαν περιπαιχτικά "Παχούμι"
Κάθονται στο τραπέζι να φάνε και να γλεντήσουνε. Δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήτονε, λέει, του Αγίου Παχουμίου...Το 'γραφε στο ημερολόγιο!

 Για το άλλο θέμα, της επιστήμης, τα πράγματα ήτανε πιο σκούρα. Μέσα πολλά δεν υπήρχαν. Μάλλον κανένα μέσο δεν υπήρχε, όχι για επιστημονική αναζήτηση, μα ούτε και για τις βασικές εξετάσεις των ασθενών. Παρ' όλα αυτά δεν το 'βαζε κάτω με τίποτα. Ποιο ήταν το μεγάλο του όνειρο, σαν ήταν φοιτητής; Ε, θα το κατάφερνε εδώ. Με αγνά υλικά. Ναι, θα 'φτιαχνε εκείνο που πάντα οραματιζόταν. Το αεικίνητο! Τη μηχανή που δε χρειαζόταν καμιά ενέργεια για να κινηθεί.
 Καθόταν τα βράδια που καμιά γιορτή αγίου δεν κολλούσε με τίποτα και έκανε τα σχέδια.
Σ' ό,τι χαρτί έβρισκε. Αφού ολοκληρώθηκαν, άρχισε ν' ασχολείται με την κατασκευή. Χρειαζόταν κάτι μεταλλικό... Βρήκε. Γάλα εβαπορέ! Όχι, που θα το 'βαζε κάτω...

-Και πήρε βοηθό το Σίμο που 'χε αντοχές και πέρναγε και δύσκολα η οικογένειά του. Και να τα γάλατα και δώσ' του ο Σίμος να τ' αδειάζει. Και να τα κουτιά, το 'να πάνω στ' άλλο, πιο δίπλα, άλλα να αιωρούνται κι άλλα να περιμένουνε το καταπινάρι του Σίμου για την αλλαγή χρήσης.
-Το έκανε στο τέλος το αεικίνητο;
-Εν ηκούστη κάτι τέτοιο, μα τι σημασία είχε; Ο Σίμος ήγινε τετράγωνος από το πάχος κι ο γιατρός ηπέρασε μια χαρά εκείνους τους χειμώνες...

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: