Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Ο Κίμος μου

φωτό tirimata
Δρούτσουλας, χειμώνας 2010,
 με διάθεση για παραμύθια... και τζάμι θολό...
Το σπίτι του ήταν κάτω από την πλατεία.
Κατέβαινες τη ρίμη κι έστριβες δεξιά. Έβρισκες το πιο στενό μονοπάτι του χωριού.  Στενό πολύ, μα πεντακάθαρο πάντα. Το χώμα του σκουπίζονταν καθημερινά και οι πλάκες του, όπου υπήρχαν, ασπρίζονταν κάθε χρόνο αρχές καλοκαιριού για να  διακρίνεται εύκολα τις νύχτες που το φεγγάρι αργούσε να φανεί από τον Αθέρα.
 Στην αρχή της αυλής μια μουριά, με πυκνό φύλλωμα, ολοστρόγγυλη και με ασπρισμένο κορμό για τις αρρώστιες. Ετούτη η μουριά αλλά και  η κληματαριά που σκέπαζε απ' άκρη σ' άκρη την αυλή δεν άφηναν ούτε χαραμάδα γι' ακτίνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια που το χωριό υπέφερε από την αποπνικτική ζέστη .
Ένιωθες εκεί μια δροσιά απίστευτη. Ήτανε και τ' αεράκι που σκαρφάλωνε από την θάλασσα ίσα στον Άσπρο Λούρο κι από κει στα Τηρίματα κι έρχονταν φρέσκο φρέσκο στην αυλίτσα ετούτη. Καθόσουν απάνω στην πέτρινη πεζούλα που έζωνε τους τοίχους του σπιτιού κι έβγαζες έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης, έτσι να γίνει κι η παρουσία σου αισθητή στο χώρο.
Η γυναίκα του, η Κίμαινα, συνήθως στο νεροχύτη της αυλής ή στο κουζινάκι, σκούπιζε βιαστικά τα χέρια της στην ποδιά και σου φώναζε με χαρά "Βρε, καλώς το, κάτσε να σε κεράσω..."    Και πιάναμε την κουβέντα. Οι διαφορές της ηλικίας, λίγο ρόλο έπαιζαν τα χρόνια εκείνα.


Ο Κίμος ήταν ο πιο διακριτικός του χωριού. Πράος και καλοσυνάτος. Σε καλωσόριζε μόνο με το χαμόγελο. Δεν ασχολιόταν με το τι έγινε χτες, ποιος τσακώθηκε, τι λόγια αντάλλαξαν οι συμπεθέρες, γιατί ο Γιώργος δε θα 'ρθει φέτος το καλοκαίρι και όλα τούτα τα μεγάλα θέματα που μας συγκλόνιζαν τα χρόνια εκείνα.

 Εγώ δε γνώρισα παππούδες. Είχανε πεθάνει κι οι δυο πριν γεννηθώ. Και τον επέλεξα δικό μου παππού. Δεν του το 'λεγα βέβαια, μην τον τρομάξω. Έτσι, από μόνη μου. Αυθαίρετα. Σαν παιχνιδάκι στην παιδική μου φαντασία.
Μου άρεσε και η όψη του. Μικροκαμωμένος, στρογγυλούλης, με άσπρο μουστάκι και κάτασπρα μαλλιά, πολύ φουντωτά για την ηλικία του και συνήθως ατημέλητα, με τούφες που πέταγαν δεξιά, αριστερά.
Είχε και κάτι μάτια που δεν έμοιαζαν με άλλου ανθρώπου στο χωριό. Γαλανά, ξέθωρα γαλανά. Όπως η θάλασσα τον Ιούλιο με μπουνάτσα που δε χωρίζει από τον ουρανό.

Δε θυμάμαι βέβαια να μου 'λεγε ιστορίες σαν τους κανονικούς παππούδες που 'χαν τ' άλλα τα παιδιά, μα δε με πείραζε καθόλου. Τον παραφύλαγα που έρχονταν από το βουνό φορτωμένος με γουμάρια κι ακούμπαγε στον τοίχο της ρίμης, όξω από το σπίτι μου, για μια ανάσα. Μου χαμογελούσε ήσυχα, όπως μ' έπιανε να τον καμαρώνω κρυφά, ξαναφορτώνονταν κι έπιανε την κατηφόρα.

Εγέρασε πολύ. Κι ήρθαν έτσι τα πράματα που έγινα  για λίγο συγγενής του. Και σύντροφος στα τελευταία.
Μου μίλαγε τότε, με μια παράξενη ένταση στη φωνή, για την πιο σπουδαία ανάμνηση της ζωής του.
Ούτε τυχαία δεν είχα ακούσει εκείνο το γεγονός όταν ήμουν παιδί και τον κοίταζα  πάντα με γουρλωτά μάτια  και γεμάτη ενδιαφέρον, κάτι που τον ενθουσίαζε ιδιαίτερα κι έτσι να μου επαναλάμβανε συχνά την ίδια και την ίδια ιστορία.
"Τον είδα το Σαγγάριο, αλήθεια. Περπατούσαμε και περπατούσαμε δίχως να ξέρουμε τίποτα. Πού πάμε, βρε παιδί μου. Φίλοι γινήκαμε ούλοι. Όχι φίλοι, αδέρφια. Κι ύστερα από τόσο περπάτημα και ταλαιπωρία, άξαφνα, μας είπανε ν' αρχίσουμε να τρέχουμε... Προς τα πίσω τούτη τη φορά. Ακούγαμε Κεμάλ και βγάζανε φτερά τα πόδια. Στη Μυτιλήνη φτάσαμε εφτά. Τους χάσαμε όλους, παιδί μου. Άντε να βρεις να γυρίσεις στη Νικαριά. Και κάτι παλικάρια από το Ξερέδο, γύρευε τι να πεις στη μάνα τους... Κι ήντα να ξέρεις..."
Τι κρίμα! Κείνος θυμόταν αριθμούς κι ονόματα και γεγονότα, που λέγαν οι παλιοί. Τι κρίμα, ενόμιζα ότι θα ζούσε κι άλλο...
"Ηπήε μαθές στη Μικρασία ο Κίμος", μού λεγε ο πατέρας μου, αργότερα.
"Θάτανε 20 χρονών. Ήτανε στην τελευταία κληρουχία, την πιο άτυχη, γιατί τα πήραν τα μικρά αγύμναστα και τα βάλανε στην πρώτη γραμμή. Είχε μαζί το Μανώλη τον Κουντούπη, από το Πετροπούλι, κι αύτοι δα ηγλυτώσανε κι ήρτανε πίσω. Κι άμα ησυναντιόντουσαν για σε γάμο για σε κηδεία για κάτω στον Εύδηλο, ηγαλιάζουντο σα μικρά παιδιά κι ηκάμνανε πάντα σαματά, πότε με γέλια και πότε με κλάματα. Εκείνοι που δεν ήξεραν ηπόμεναν κι ηχάζευαν το θέαμα κι ηθαρρούσανε πως ηξεμωράθηκαν, μα εμείς ηξέραμε τι τονε αυτό πού 'παθαν οι άνθρωποι κείνα τα χρόνια κι αναστενάζαμε μαζί τους..."


Ίσως και να 'τανε γραφτό, σκέφτομαι τώρα, ετούτη η ιστορία του η στερνή να 'ταν το παραμύθι που μου χρώσταγε. Χωρίς στοιχεία ακριβή. Μοναχά η ουσία και το δίδαγμα.

Στο Δρούτσουλα μην πάτε να τον βρείτε. Λείπει. Χρόνια τώρα. Την κόψανε τη μουριά κι ο περίπατος ξεράθηκε. Ξεφύτρωσε ένας κισσός που μεγαλώνει τρομακτικά απότομα και πασχίζει να τ' αγκαλιάσει όλα. Το τοιχαλάκι της αυλής, το πέτρινο τραπέζι, τις πεζούλες...Το σπίτι γέρνει λίγο λίγο.
 Εβρήκα προχτές την πινακωτή της Κίμαινας πεταμένη στην αυλή- λίγο φουσκωμένη από τις βροχές αλλά σε καλή κατάσταση παραδόξως-και τη φύλαξα για την κόρη μου. Ενθύμιο. Τ' όνομα του Κίμου τό 'δωσα δεύτερο στο γιο μου. Κίμωνας. Όπως τ' άξιζε.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: