Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Το ρυάκι μας στο Δρούτσουλα

Ήταν η μοναδική πηγή του χωριού. Ανάσα ζωής για τους κατοίκους. Το λιγοστό του νερό, μα σπάνιο για την ποιότητά του δεν έφτανε  για τα ποτίσματα. Μονάχα για να ξεδιψάσουν. Για να καλύψουν τις ανάγκες τους έφεραν με μόχθο πολύ το νερό από τα "Διπλόρυακα" και "του Καλογερή τους κήπους". Μα δεν τους άρεσε στη γεύση. Είχανε κακομάθει, βλέπεις, με το γάργαρο και μοναδικά δροσερό νερό απ' το ρυάκι. Τό 'λεγαν έτσι, γιατί δίπλα κυλούσε ένας χείμαρρος, μα στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια πηγή που ανάβλυζε από τη ρίζα ενός βράχου. Πριν χρόνια πολλά έχτισαν κατά μήκος μια δεξαμενούλα και στο κέντρο της μια απλή, όμορφη βρύση. Κατέβαινες δυο σκαλάκια, έβαζες το παγούρι από κάτω και τ' άφηνες να γεμίζει. Το νερό έτρεχε ανάλογα με τη θερμοκρασία, πότε γρήγορα και πότε σε αργό ρυθμό.                                         

Το κουβάλημα του νερού ήταν αρμοδιότητα των παιδιών και των εφήβων. Το καλοκαίρι μαζευόμαστε παρέες παρέες στην πλατεία, στο "Καμπί", και παίρναμε το μονοπάτι προς τα κάτω. Ντουσεμές με πέτρινα σκαλάκια πού και πού. Ήτανε περιποιημένο καθώς αποτελούσε κομμάτι από το δρόμο για την Ακαμάτρα που παλιότερα ήταν η μητρόπολη, ας πούμε, της περιοχής.
Κατηφορίζαμε με μια ανάσα, τρέχοντας σχεδόν. 
Κι ύστερα φτάναμε στον ωραιότερο παιδότοπο που μπορείς να φανταστείς. Μέναμε εκεί για ώρες. 
Οι γέροι στην πλατεία έβρισκαν την ησυχία τους. Ύστερα από ώρα ανησυχούσαν για την τόση ηρεμία και ρωτούσαν τους γονείς με αγωνία τάχα. 
-Βρε, που ηπήανε τα μικρά;
-Στο ρυάκι. Τα στείλαμε για νερό. Θα 'χουνε ξελογιαστεί...   
Κανείς δεν ανησυχούσε στ' αλήθεια. Ήμασταν δικαιολογημένα.
 Το ρυάκι, βλέπετε, είχε πάντα δροσιά, μυρωδιές υπέροχες και γωνιές αγαπημένες. 
Είχε παγκάκι, για να ξεκουραζόμαστε, την πέτρινη πλάκα της γεφυρούλας. 
Είχε πλατάνια με χοντρά κλωνάρια για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε με ευκολία. 
Και με αφύσικα μεγάλους κορμούς για να μπορούν άφοβα να κρύβονται οι παιδικοί έρωτες και να χαράζουν τα αρχικά τους. 
Προς τα πάνω είχε και και βράχια μυτερά κι απότομα για τα κατορθώματα των φιλόδοξων νεαρών.
Είχε και χρώματα ζωηρά για μας κάνουν να νιώθουμε πάντα χαρούμενα. Όχι μόνο το έντονο πράσινο από τα φυλλώματα των δέντρων ή από τα βρίχα που έπνιγαν τον τόπο, όχι μόνο το κίτρινο του ήλιου που ξεπρόβαλλε πού και πού ίσα για να φωτίζει το μέρος, μα και το έντονο πορτοκαλί ή το κόκκινο. Κείνο βέβαια, ήθελε να παίξεις λίγο πριν να τ' απολαύσεις.                                           Έπρεπε να ψάξεις για ένα λεπτό, μακρύ ξυλαράκι κι αφού τ' ανακάλυπτες κάτω από τα ξερά φύλλα, να τεντώσεις το κορμί και ν' αρχίσεις με δαύτο να χαϊδεύεις τον κισσό που αγκάλιαζε ολόθερμα το βράχο πάνω από την πηγή. Χιλιάδες πεταλούδες, αόρατες μέχρι τότε, ξύπναγαν από το βαθύ ύπνο, άνοιγαν τα φτεράκια τους και σου αποκάλυπταν με χαρά τις πολύχρωμες κοιλίτσες τους. Τα πιο μικρά γέλαγαν και τις κυνηγούσαν, οι έφηβοι τις χάζευαν με χαμόγελο.

Ανήμερα των Αγίων Πάντων ο παιδότοπος ετούτος άλλαζε χρήση. Γίνονταν η σάλα για τους επισκέπτες. Το Σταματάκι, ένας γέρος με παιδική καρδιά, εξ ου και το υποκοριστικό, έφερνε μια σκούπα από ανάμματα και καθάριζε το μέρος από τα ξερά φύλλα. Έφερνε κι έναν κουβά μ' ασβέστη κι άσπριζε τη δεξαμενή και τη βρυσούλα. Οι πανηγυριώτες, που έρχονταν με τα πόδια τότε, αφού έπιναν μπόλικο ζουμί και μπόλικο κρασί, πήγαιναν με στρωσίδια και κουρελούδες και έπαιρναν εκεί το μεσημεριανό τους υπνάκο. Να ' χουν κουράγιο για τη συνέχεια.

Εμείς όμως οι χωριανοί δεν τό 'βραμε το κουράγιο. Ν' αντισταθούμε στους εργολάβους, τους δήμους, τα συμφέροντα, τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Σαν είδε τη μπουλτόζα τρόμαξε το ρυάκι, το κακόμοιρο, κι από τότε βγάζει μόνο δάκρυα-σταγόνες. Τρόμαξα κι εγώ από των ανθρώπων τη βλακεία κι από τη δική μου την ανημποριά κι έκαμα χρόνια να κατηφορίσω προς τα κει. 
                                                                            
Όποτε περάσεις τυχαία, θυμήσου και σβήσε τη μηχανή. Κλείσε τα μάτια, μη δεις τη μισοθαμμένη βρύση και τα χαλάσματα ή κοίτα προς τα πάνω στα φυλλώματα. Θα δεις να πεταρίζουν τα πρώτα μας όνειρα κι οι πιο όμορφες αναμνήσεις. Θα τις γνωρίσεις. Έχουν πολύχρωμες κοιλίτσες και είναι ξύπνιες πάντοτε. Γέλασε ή κυνήγα τες σαν παιδάκι μικρό. Πού ξέρεις, μπορεί και να πιάσεις κάποια στον αέρα.






4 σχόλια:

ikaros68 είπε...

etsi opos ta les apla kai alithina me evales se mia xronomixani kai me estiles sto riaki mas. anarotieme ean akoma aftos o platanos zi kai ean akoma exi xaragmena ta arxika apo tous protous mas erotes . Se kalosou me ekanes kai dakrisa.

Τηρίματα είπε...

Υπάρχει.Και τα ονόματα. Μόνο
που ο κλώνος που σκαρφαλώνατε έχει ακουμπήσει στο έδαφος, η σκεπή της βρυσούλας έπεσε φέτος, και τα σκαλοπάτια χώθηκαν. Φτιάχνουμε ένα σύλλογο, μπας και τα φτιάξουμε κάπως. Άντε, να 'ρχεστε οι ξενιτεμένοι και να μη μας κάνετε παράπονα...

ikaros68 είπε...

ax vre mikro , ti orea pou ta grafis. apo tote pou mporo kai thimame esi panda isoun gia emena to gelasto pedi. panda evgeniko kai kalosinato kai panda me ena plati xamogelo pou tis nixtes fotize to kampi. kai akoma kai tora afto to plati xamogelo to metafernis mesa apo ta graptasou se afti tin isteroselida kai mas dinis pali afto to fos pou toso pothimisame kai agapisame. giafto eisai panda stin kardiamou

Τηρίματα είπε...

Αχ, σ΄ευχαριστώ τόσο πολύ... Χαίρομαι που με θυμάσαι έτσι. Δε θα ανταποδώσω, γιατί έχω κοκκινίσει λιγάκι...
Να ξέρεις μόνο ότι κάποια βράδια καλοκαιρινά, στο Καμπί, στο ρυάκι, στη δεξαμενή, σ΄όλα τα μέρη, που απόμειναν μονάχα πια, αντηχούν ακόμη τα γέλια μας, δυνατά όπως τότε... Και συ ολοζώντανος εκεί μας λες ακόμη αστεία με τον πιο παραστατικό τρόπο και σκαρφίζεσαι τις πιο τρελές ιδέες για να περνάμε όσο πιο όμορφα γίνεται.

Γιατί είμαστε ακόμη εκεί που σεργιανά η ψυχή μας, ούτε οι χώρες του κόσμου, ούτε η ξενιτιά έχουν δα τόσο μεγάλη σημασία...