Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Το μαμούνι και το λούπινο (παραμύθι)

Μπήκε ο Απρίλης και πάνω στο νησάκι τα πάντα έχουν πρασινίσει. Την τιμητική τους έχουν βέβαια τα λούπινα που γέμισαν όλα τα χωράφια και τις πλαγιές. Δεν έβγαλαν ακόμη λουλουδάκια μα άνοιξαν τα φυλλαράκια τους σαν ήλιοι πράσινοι κι απορροφούν με κέφι και μεράκι τις ακτίνες του άλλου του ήλιου, του μεγάλου, που τώρα την άνοιξη είναι πιο ήρεμος και μαλακός για τον μικρόκοσμο.
Τα μαμουνάκια, αγνώστου πατρός κι αγνώστου ονόματος, ξεχύνονται από το πουθενά και κάνουν τις πρώτες βολτίτσες του χρόνου, μπας και υπάρξουν κι εκείνα τα κακόμοιρα, μπας και δώσουν λίγο χρώμα στην άνοιξη. Το πράσινο, θαρρούν, είναι μουντό και μονότονο. Θέλει ο κόσμος και κόκκινο και μαύρο και γρι και ροζ.
Την αποφράδα εκείνη μέρα το δικό μας το μαμούνι βρήκε έναν προορισμό. Στο κέντρο του λούπινου.
-Δες μας, κόσμε, τι όμορφα που ταιριάζουμε! καυχιόταν με καμάρι. Κείνο έχει τις ρίζες και το πράσινο και τη βέβαιη ύπαρξη κι εγώ έχω τα φτεράκια μου και τις πιο αρμονικές αποχρώσεις. Καμάρωσέ μας! Είμαστε το πιο όμορφο σύνολο.
Μα το λούπινο, παιδάκια, είχε άλλη γνώμη.
-Ήντα μου τσαμπουνάς καθισμένο στη ράχη μου! Δεν πας αλλού να βοσκήσεις. Πιο πέρα άμε! 
-Μπα, μιλάς και καριώτικα, τρομάρα σου;  λέει το λούπινο τσατισμένο από το απροσδόκητο καλωσόρισμα.
-Πώς να μη μιλώ; Εμένα που με βλέπεις με 'χανε για σωτήρα τους οι Καριώτες μια φορά κι έναν καιρό. Ηκόβαν τον καρπό μου, για να ξέρεις, και ησώθηκαν από την πείνα. Είναι συντοπίτες μου και μου χρωστούν ευγνωμοσύνη μεγάλη. Κι εσύ έρχεσαι άξαφνα από το πουθενά την ώρα που 'λεα κι εγώ να μαζέψω λίγο ήλιο και να κάμω κι άλλα φυλλαράκια. Με τόσο θράσος, ακάλεστο και τολμάς να ειρωνεύεσαι κιόλας!
-Α, ναι; Για πες μας τώρα πόσο οι Καριώτες σε σέβονται. Για πες αν κόβει κανείς τους καρπούς σου. Γιατί ένα πουλάκι μου 'πε πως τα φύλλα σου τόσο δηλητηριώδη είναι που μήτε τα κατσίκια δε τολμούν να τα μασήσουν. Κι αυτά τα φασολάκια που λες για καρπούς φέρνουν μεγάλη δυσπεψία στο στομάχι... Εκτός κι αν μου 'παν ψέματα, απάντησε με ειρωνεία το θρασύτατο μαμουνάκι.
-Ε, χμ, λοιπόν, είπε το λούπινο με χαμηλωμένες τις ακτινούλες των φύλλων του, αλήθεια είναι. Μα για να ξέρεις, αναθάρρησε, εγώ έχω τις ρίζες μου εδώ, σε τούτο το χωράφι, ούλοι με καμαρώνουν σαν περνούν κι όταν θα φτάσει η ώρα που θα βγάλω και τα λουλουδάκια μου, ούλοι θα χαίρονται. Θα φέρνουν και τα μικρά και θα βγάζουν φωτογραφίες.
-Α, ναι, μα θα φωνάζουν οι μανάδες "προσοχή μην πιάνετε τα φύλλα. έχουν δηλητήριο". Κι εγώ ετόλμησα να σ' αγγίξω άφοβα. Κι αντί για ευχαριστώ και μπράβο μου φυλάς την πιο μεγάλη αλαζονεία. Σου 'δωσα χρώμα και φτερά κι εσύ φωνάζεις για τον ήλιο που σου κρύβω.
-Εν πάση περιπτώσει, απάντησε το λούπινο. Και δίκιο να 'χεις μου χαλάς την ηρεμία. Κατάλαβέ με. Εγώ ξέρω πότε θα φυτρώσω, πότε θα βγάλω ανθάκια και πότε θα μαραθώ. Τα 'χω μελετημένα με ακρίβεια. Κι έρχεσαι τώρα εσύ να μου μιλάς για πετάγματα κι ένα σωρό ανόητες ιστορίες και να μου δείχνεις αδιάντροπα τα μαύρα και τα κόκκινα σου χρώματα, που εγώ δεν τα λογάριασα ποτέ. Άμε στο καλό, μ' εμποδίζεις ν' ανασάνω, δεν το καταλαβαίνεις;
Το μαμούνι μας το κατάλαβε. Άνοιξε τα φτεράκια που 'κρυβε και πήγε να βρει τ' ανώνυμα ξαδερφάκια του.
-Ε, δεν αρέσουν σ' όλους οι αντιθέσεις, σκέφτηκε.
Κι απόμεινε ένα ζευγάρι που δεν αγαπήθηκε ποτέ.
Μα εσείς να μην ακούσετε, παιδάκια, είναι όμορφες οι αντιθέσεις.
Και να, κόσμε, καμάρωσέ τες.



Δεν υπάρχουν σχόλια: