Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Ιστορίες της παραλίας...

tirimata- είναι αρχές Ιουλίου και ο κόσμος λιγοστός ακόμη...

Η παραλία είναι η Μεσαχτή.
Στα μέσα Αυγούστου.
Στην αριστερή μεριά.
Εκεί που κάποτε ήταν η πρώτη καντίνα.
Οι "πελάτες" ντόπιοι κάθε ηλικίας, Ραχιώτες κυρίως.  Μωρά, παππούδες, ξαδέρφια, πανηγυριώτες, μουσαφιραίοι, επαναπατρίζοντες διάφοροι... Το  κοινό τους χαρακτηριστικό -εκτός από τη καταγωγή- το πάθος τους για την παραλία ετούτη καθώς και η επιμονή τους να παραμένουν σ' αυτή ως το σούρουπο ή ως το βραδάκι καλύτερα.
 Έρχεσαι εσύ ο Ευδηλιώτης, ας πούμε, κατά τις εννιά στον Αρμενιστή φορώντας τα καλά σου, φτιαγμένος, χτενισμένος  έτοιμος για τη βραδινή έξοδο και καθώς περνάς τη Μεσαχτή διακρίνεις διάφορες φιγούρες μες το σκοτάδι να κουνούν έντονα τα χέρια τους ζητώντας σου να σταματήσεις για να τους μεταφέρεις ως στο χωριό.
Στην αρχή τους περνάς για γκρούβαλους, μετά ανακαλύπτεις ότι δε φορούν παράξενες μπέρτες, αλλά μπουρνούζια και πετσέτες πολύχρωμες δεμένες στη μέση, ότι δεν έχουν το μαλλί ράστα, απλά είναι μπλεγμένο από τις ατέλειωτες βουτιές και την πολύωρη έκθεση στον ήλιο και στο αλάτι. Ε, και μετά δε σου μένει παρά να τους συνηθίσεις και να πατήσεις φρένο...

Εκείνα που δε συνηθίζονται όμως είναι τα όσα καθημερινά συμβαίνουν στην παραλία τούτη. Σκηνές απείρου κάλλους, σκηνές χαλάρωσης μοναδικές και σκηνές γενικά απίστευτες.
Εγώ της Μεσαχτής θαμώνας δεν είμαι. Έχω όμως κάτι φιλαράκια, εντελώς Ράχες, που λέμε, οι οποίοι δεν ξεκολλάνε από κει εάν δε βγει το φεγγαράκι. Και πάλι βλέπουμε.
Δεν απολαμβάνουν μόνο, παρατηρούν συμπεριφορές, καταγράφουν στο μυαλό τους φράσεις διάφορες και χαρακτηριστικές ικαριακές κινήσεις κι έτσι το χειμώνα έχουμε κάτι να αναμασάμε
και να γελάμε, βεβαίως.
Ο σκοπός αυτός είναι, πρωτίστως...

Ας πούμε....

Αύγουστος και η γιαγιά έχει κατέβει με το εγγονάκι για μπάνιο. Κάθεται δίπλα σε μια ξαδέρφη της. Εκείνη επιμένει πως πρέπει η γιαγιά να βάλει αντηλιακό στο παιδί οπωσδήποτε. Η γιαγιά έχει πιάσει κουβέντα και βαριέται. Επιπλέον το θεωρεί περιττό.
 "Εν έχει ανάγκη....",  "Για δε το, έχει μαυρίσει βρε κιόλας....", "Βρε εν το πιάνει τίποτα αυτό....", "Πανάγκασμά ντο για μικρό, αφού ε κάθεται βρε να του βάλω..."
και άλλες διάφορες φράσεις χρησιμοποιεί μόνο και μόνο  για να αποφύγει το πασάλειμμα. Η ξαδέλφη επιμένει και μαζί της τάσσονται και οι υπόλοιποι συγγενείς. 
Τα φιλαράκια που σας λέω κάθονται δίπλα και παρακολουθούν με αγωνία την εξέλιξη του έργου.
 Σε κάποια στιγμή τα νεύρα της γιαγιάς τεντώνουν. Όσο μπορούν βέβαια να τεντώσουν τα νεύρα μιας Ικαριώτισσας...  Και προκειμένου να τους βουλώσει τα στόματα επιτέλους, σηκώνεται αποφασισμένη, βουτάει με μια απότομη κίνηση το μικρό, που αμέριμνο έπαιζε με κάτι κουβαδάκια, και κρατώντας το από το μπράτσο αρχίζει να το περιφέρει δεξιά κι αριστερά επιδεικνύοντάς το μπροστά σε όλους, συγγενείς και ξένους ενώ παράλληλα αναφωνεί: 
"Τό 'δατε μωρέ;", "Να, δείτε το....","Είναι το είδος του τέτοιο...", "Είναι το είδος του τέτοιο, λέω. Το 'καμε ο Θεός ετσεδά που εν το πιάνει ο ήλιος, σας λέω"
Οι γνωστοί κι οι άγνωστοι αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν προκειμένου να γλυτώσουν το παιδάκι από το μαρτύριο, αν και δεν έδειχνε να πολυκαταλαβαίνει τι συνέβη και γιατί ανήκει σε διαφορετικό είδος από τα υπόλοιπα παιδιά... Ευτυχώς... Γύρισε γρήγορα στα παιχνίδια του ξένοιαστο όπως και πριν. 
Η γιαγιά περήφανη που κατάφερε να τους πείσει όλους, γυρνά με αθώο ύφος στα φιλαράκια μου, γνωστοί από το χωριό, και τους λέει: 
"Εν ημπορούνε βρε να καταλάβουνε πως ο κάθε άνθρωπος έχει το είδος του. Εν είμαστε μαθές ούλοι το ίδιο...."

Μια άλλη μέρα, συγκεκριμένη αυτή τη φορά, 16 Αυγούστου, είχανε μαζευτεί οι πανηγυριώτες στην παραλία....

Είχανε έρθει εκείνο το καλοκαίρι και κάτι "ξένοι", φίλοι που τους αρέσει πολύ η Νικαριά,  και αφού ξενυχτήσανε καλά καλά στα πανηγύρια των Ραχών και όχι μόνο, πήγαν κατά το μεσημεράκι στην παραλία. Ετούτοι είναι του χορού, δεν είναι του ποτού τόσο πολύ. Συνήθως δηλαδή επιστρέφουν νηφάλιοι. Πάνε λοιπόν στη Μεσαχτή να την αράξουν αλλά κάτι "βρώμαγε" στην ατμόσφαιρα. Κορμιά περιφέρονταν δεξιά κι αριστερά, χωρίς σκοπό, χωρίς ομιλία, χωρίς βλέμμα συγκεκριμένο καλά καλά. 
-Όλοι, μας έλεγε μετά ο ένας από αυτούς, επικοινωνούσαν με νοήματα κάνοντας νωχελικές κινήσεις τις οποίες εμείς δεν καταλαβαίναμε. Γνωστοί περνούσαν από μπροστά μας και έδειχναν να μη μας γνωρίζουν, σα να μην είμαστε εκεί. Σκιαχτήκαμε....
-Βρε, μπας έγινε κάνα κακό κι είναι όλοι έτσι κι εμείς πού 'μαστε ξενοχωρίτες δεν τό 'χουμε μάθει ακόμα; αναρωτιόμασταν. Εκείνη την ώρα, παιδιά, περνάει από μπροστά μας ένας τύπος, πρώτη φορά τον έβλεπα, γυρνά, με πλησιάζει, με κοιτά επίμονα και μετά φεύγει.
-Αμάν, τι ήθελε πάλι αυτός; αναρωτιέμαι. Τον παρακολουθώ, πηγαίνει μέχρι τα μισά της παραλίας, γυρνά και περνά ξανά από μπροστά μας. Πάλι το ίδιο επίμονο βλέμμα. Κρατιέμαι και δε μιλάω.
Την τρίτη φορά όμως, σχεδόν μου "την έπεφτε", έτσι που με κοίταζε.... Φουντώνω....
-Ρε φίλε, θες κάτι; Με ξέρεις και με κοιτάς, ε; Με ξέρεις; Είσαι με τα καλά σου ή όχι;
Ο άνθρωπος κοντοστέκεται έντρομος και με κοιτά με γουρλωμένα μάτια αλλά με διαφορετικό βλέμμα από πριν. Σα νά 'τανε άλλος.
-Ρε φιλαράκο, εγώ σε κοιτώ; Πας καλά; Γιατί να σε κοιτώ; Σε ξέρω;
-Εσύ με κοιτάς, τρελός δεν είμαι. Πέρασες πολλές φορές από μπροστά μου, με κοίταζες καλά καλά κι έφευγες.
-Εγώ; Έλα Παναγία μου, ξαναπέρασα εγώ από δω και δε το θυμάμαι; αναρωτιόταν με αφοπλιστική ειλικρίνεια. 
Σε κάποια στιγμή παραιτείται από τις πολλές σκέψεις και με ρωτά:
-Να σου πω, στο πανηγύρι ηπήες εχτές;
-Πήγα, ε και λοιπόν;
-Αααα, λοιπόν κι εγώ πήγα κι όχι μόνο εγώ αλλά κι όλοι αυτοί που βλέπεις εδωνά.... Φίλε, γυρνά και μου λέει με μεγαλύτερη ένταση στη φωνή και πιάνοντας με από τον ώμο, δεν ξέρω αν τό 'χεις πάρει είδηση... Φίλε, υπολειτουργούμε φουλ.... άκρη δεν είναι για να βγάλουμε. Άμε κάμε το μπανάκι σου...

Ή αυτή η ιστορία....

Το κοριτσάκι κατέβηκε από το Χριστό μαζί με τον πατέρα του για μπάνιο. Είναι στην εφηβεία όμως και δε θέλει να κάτσει αριστερά αλλά να προχωρήσει προς την τρίτη καντίνα που συχνάζει η νεολαία. Ο πατέρας ανένδοτος. 
-Α κάμεις εδώ το μπανάκι σου κι ύστερα α πάμε όμορφα όμορφα σπίτι.
Παράλληλα αρχίζει τις επισκέψεις στις τριγύρω ομπρέλες καθώς από κάτω βρίσκονται χωριανοί, φίλοι και συγγενείς.
-Ήντα κάνετε; Καλά; Να εδώ να ήρτα με το μικρό για μπάνιο...
Το μικρό βέβαια είχε μουλαρώσει και για μπάνιο δεν έμπαινε, αλλά ο Ραχιώτης ανέμελος.
-Έμπα, είναι ζεστό, βρε. 
Κι ύστερα από λίγο πάλι....
-Α χάσεις τέτοια μέρα; Έμπα βρε, εσένα περιμένω, έλεγε αλλά η μικρή ανένδοτη. 
Πήγαινε μέχρι την άκρη, έβρεχε τα ποδαράκια της και γύρναγε πίσω με κατεβασμένα μούτρα.
Το σκηνικό κράτησε πολλές ώρες. Χωρίς ένταση, χωρίς φωνές, μοναχά η υπενθύμιση που και που.
-Βρε, έμπα... 
Κι ύστερα κουβέντα πάλι με τους συχωριανούς...
Ο ήλιος βασίλεψε, οι άνθρωποι άρχισαν τα μαζεύουν και ο πατέρας, ξαπλωμένος σε μια ψάθα δίπλα στα φιλαράκια μου, αποφασίζει να παίξει το τελευταίο του χαρτί.... Με δυνατή φωνή αυτή τη φορά.
-Είναι εκατόν τοις εκατό βέβαιο ότι α κάμεις σήμερα μπάνιο ή υπάρχει απλώς μιαν υπόνοιαν; 

Αχ, πόσο έχουμε γελάσει μ' αυτό... Χρόνια ολόκληρα...
Τώρα πια η φράση ακούγεται πολύ συχνά στην παρέα όταν κάποιος αργεί να πραγματοποιήσει κάποιο σκοπό.
"Είναι εκατόν τοις εκατό βέβαιο ότι α ............. ή υπάρχει απλώς μιαν υπόνοιαν;"


Επίσης έχουμε ανάγει σε παροιμιώδη τη φράση "υπολειτουργούμε φουλ" και τη λέμε κάθε φορά που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τι κάνουμε λόγω φόρτισης συνήθως ή καταχρήσεων σπανίως.

Τέλος, όταν πετύχουμε κάναν παράξενο άνθρωπο που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τις αντιδράσεις του ξεμπερδεύουμε με το γνωστό πια "είναι το είδος του τέτοιο" και όλα καλά.

(Δε διστάζουμε επίσης να το χρησιμοποιήσουμε και κάθε φορά που παρασυρόμαστε από  τον έντονο συναισθηματισμό και παρορμητισμό μας και κάνουμε πράγματα που δεν υπακούν σε καμία λογική του κόσμου ετούτου.
 "Μη με μαλώνετε, ρε παιδιά, είναι το είδος μου τέτοιο...")


Δεν υπάρχουν σχόλια: