Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το "Βόρης" και οι δώδεκα μέρες



Μόνο μια φράση της γιαγιάς είχα στο μυαλό μου, καθώς έψαχνα την ιστορία του πλοίου:
-Δώδεκα μέρες ήκαμε ο πάππους σας στο πέλαγος. Ναύτη τον πήρανε από τη Βηρυτό που ‘μασταν πρόσφυγες. Τον είχαμε για χαμένο... Μισοπεθαμένος βγήκε στη Βραζιλία μες σε μια βάρκα... Αλλά τα κατάφερε. Έτσι να παλεύετε κι εσείς, να μην τα παρατάτε ποτέ...
Έτσι απλά. Τον παππού μου, τον Αντώνη το Σπέη,  δεν τον γνώρισα κι εκείνη έφυγε από κοντά μας χωρίς να μας πει ποτέ τι στο καλό ήθελε εκείνη η βάρκα στη μέση του Ατλαντικού.
-«Βόρης» το λέγανε το βαπόρι, το θυμάμαι σίγουρα, μου λέει η μάνα μου που ευτυχώς έχει γερό μνημονικό. Το βούλιαξαν οι Γερμανοί. Δώδεκα μέρες πάλευαν με τα κύματα. Τους κράτησαν ζωντανούς κάτι χάπια, μάλλον βιταμίνες, που υπήρχαν στο πλοίο. Αυτό ξέρω.
Αρχίζω να το ψάχνω. Στις ελληνικές πηγές αναζήτησης αναφέρεται με το όνομα αυτό μόνο ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας. Ή μια ακτή στην Άνδρο. Επιμένω. Βρίσκω την ιστορία του σε αγγλικό site.
«Boris». Εμπορικό πλοίο. Nαυπηγήθηκε το 1917, στα χρόνια του Πρώτου πολέμου, στα ναυπηγεία Henderson, στην Αγγλία. Το έλεγαν τότε «War Heather». Το 1919 η πλοικτήτρια Glen & Co. το πούλησε στο Βέλγιο, στη Lloyd Royal Belge. Τώρα πια το έλεγαν «Menapier». To 1930 το πούλησαν σε μια άλλη εταιρία της Αμβέρσας, τη Cie Maritime Belge, κι αυτοί με τη σειρά τους σε μια ελληνική εταιρία με έδρα τη Σύρο το ’33. Τότε ονομάστηκε «Boris». Ξαναπουλήθηκε το ’35 σε μια άλλη εταιρία στον Πειραιά.
Μάχη του Ατλαντικού. Άλλες μάχες έχουν έναν τόπο, έναν χρόνο. Αυτή η μάχη κράτησε όλα τα χρόνια του Δεύτερου πολέμου. Σε όλο τον ωκεανό. Οι σύμμαχοι έφερναν τα εφόδια από την Αμερική με νηοπομπές εμπορικών πλοίων που συνοδεύονταν από πολεμικά. Οι Γερμανοί πάλευαν να τους εμποδίσουν με τα υποβρύχια. Βρίσκω τη λίστα με τα ναυάγια. Κάθε μέρα σχεδόν, χρόνια και χρόνια.
3 Ιουνίου 1943. Το «Boris» είχε φύγει από το Σάντος και πήγαινε στο Φρητάουν, στη Λιβερία μάλλον. Από κει θα πήγαινε στη Γροιλανδία και τελικά στο Μπέλφαστ, στην Ιρλανδία. Φορτωμένο βωξίτη, καστορέλαιο και ακατέργαστο βαμβάκι. Δεν έμελλε να φτάσει· τορπιλλίστηκε από ένα γερμανικό υποβρύχιο U-180. Βούλιαξε σε γεωγραφικό πλάτος 7 μοίρες και 14 λεπτά νότιο, γεωγραφικό μήκος 18 μοίρες και 41 λεπτά δυτικό. Βρίσκω το στίγμα στην υδρόγειο. Στη μέση του Ατλαντικού, ανάμεσα Βραζιλία και Αφρική. Πλήρωμα, 37 άτομα.
Δε γράφει ονόματα ή εθνικότητες.  Όλοι διασωθέντες.
Συγγενείς μας όλοι. Πρόσφυγες και αγωνιστές. Δεν έγιναν ήρωες. Ανώνυμοι νικητές υπήρξαν που κράτησαν από αυτή τη μάχη και τη συνάντησή τους με το θάνατο μόνο ένα μήνυμα αισιοδοξίας για τους απογόνους τους.
Οι δώδεκα μέρες στον ωκεανό δεν αναφέρονται πουθενά...
Συνεχίζουμε την πάλη με τα κύματα. Οι αντίπαλοι είναι σχεδόν οι ίδιοι. Εμείς σχεδόν πρόσφυγες και σχεδόν ναυαγοί. Διασωθέντες; Μακάρι...


(δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 11/4/14)

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Όκο!



Φωτογραφία: Άννα Κόχιλα

Κατέβηκε στο νησί καλά προετοιμασμένος. Είχε φίλους Ικαριώτες και φίλους που δεν είχαν ικαριακή καταγωγή, αλλά λάτρεψαν τον τόπο κι εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί πριν από χρόνια. Του είχαν μιλήσει επανειλημμένα για τα χαρακτηριστικά των κατοίκων, για την απέχθεια τους  στα ρολόγια, για την αλληλεγγύη, για τη φιλοξενία. Του είχαν πει και για τον παράξενο τρόπο με τον οποίο εκφράζονται όπως  π.χ. για το παρατεταμμένο «εεεεε», που μπορεί να σημαίνει «γεια, ήρθα» ή «ναι, όλα καλά», ήξερε το «άμε» και το «ήφαα», το «ά ‘ρτω» και το «ησκάρταρα». Μια χαρά θα τα πήγαινε.
Ο ίδιος ήταν τύπος που ξυπνούσε με την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν λίγες ώρες μετά από τη δύση του. Το άλλαξε. Μια βδομάδα πριν πάει στο νησί, άρχισε να κλείνει τις κουρτίνες τα πρωινά και να απολαμβάνει υπέροχους μεσημεριανούς ύπνους που έληγαν αρκετά μετά απ’ το ηλιοβασίλεμα.
Έτσι έκανε και κατά το πρώτο του εικοσιτετράωρο στο νησί. Κατά τις δέκα το βράδυ ετοιμάστηκε, πήρε το παπί του, ανέβηκε στο Χριστό, συνάντησε τα φιλαράκια του, γέλασε, ήπιε και γύρω στις τέσσερις το πρωί άρχισε να κατεβαίνει προς τον Αρμενιστή.

«Είχε αέρα και τον απολάμβανα, έτσι όπως με χτυπούσε στο πρόσωπο και μου έπαιρνε τα μαλλιά προς τα πίσω. Συναντώ ένα μηχανάκι που ανέβαινε. Ψιλοσταματά απέναντί μου κι ο οδηγός μου φωνάζει:
 -Όκο!!!

Μένω χάσκοντας. Αυτό το χαιρετισμό δεν μου τον είχε πει ποτέ κανείς. Δε δίνω σημασία.
Σε πέντε λεπτά άλλο μηχανάκι. Ο νεαρός που καθόταν στο πίσω κάθισμα γέρνει προς το μέρος μου, καθώς συναντιόμαστε και μου φωνάζει με δύναμη:
-Όκοoo!!!

Κάγκελο εγώ ξανά. Αμάν! Τι γίνεται; Έτσι θα χαιρετάνε τα βράδια, φαίνεται. Πραγματικά ιδιαίτεροι άνθρωποι! Μα καθώς συνέχιζα να κατεβαίνω, θυμήθηκα πως κάπου είχα ακούσει ότι οι Καριώτες παρεξηγιούνται, όταν δεν τους χαιρετάς στο δρόμο, άσχετα αν τους γνωρίζεις ή όχι. Ωχ, θα με πέρασαν για ψηλομύτη...
Τους επόμενους τους συνάντησα  λίγο πριν από την τελευταία στροφή. Ήταν ένα αγροτικό με αρκετούς νεαρούς στην καρότσα που ανέβαινε κι αυτό. Κόβουμε ταχύτητα και οι δύο κι όλοι μαζί, εγώ και τα παιδιά κι ο οδηγός, λέμε με μια φωνή:
-Όκο!!!

Σα να παραξενεύτηκαν λίγο...
Φτάνοντας στην τελευταία στροφή είδα τους αστυνομικούς στο μπλόκο.»


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 19-3-2014

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Το παιδί στο μετρό



Μπήκα μαζί με τους πρώτους στο βαγόνι κι έριξα μια ματιά στην αποβάθρα. Καθόλου δεν τους είχα προσέξει κατά τη διάρκεια της αναμονής. Μια στιγμούλα μόνο ήταν.
Το παιδί θα κόντευε τα πενήντα, είχε ολοστρόγγυλο, γλυκό πρόσωπο, με μικρά μάτια, χωρίς ρυτίδες. Η μάνα εβδομήντα και κάτι. Κοντοκουρεμένη, με κάτασπρα μαλλιά. Το παιδί χαμογελούσε. Είχε περασμένο το αριστερό χέρι στον αγκώνα της μάνας που έκλεινε προς το στήθος και  το αγκάλιαζε προστατευτικά. Το δεξί του χέρι μόνο μπορούσε να κουνήσει.
Την κίνηση κυρίως πρόλαβα να δω. Σε δευτερόλεπτα. Της έπιανε το τσουλούφι που στεκόταν μπροστά στο πρόσωπο και της το γυρνούσε πίσω απ’ το αυτί. Τρυφερά, τόσο τρυφερά, όπως τα δεκαεξάχρονα αγόρια που σπρώχνουν τα μαλλιά της αγαπημένης στο πίσω μέρος του κεφαλιού για να φανεί το πρόσωπο και να τη φιλήσουν με άνεση. Όχι, λάθος, ήταν πιο τρυφερό ακόμη.
Η μάνα δεν το κοιτούσε στα μάτια. Κοιτούσε τους άλλους και χαμογελούσε περήφανη.
Ύστερα επιβιβάστηκαν σφιχτοδεμένοι στο διπλανό βαγόνι.








Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

στου Ξυλούρη




-Τον θαυμάζαμε από παιδιά τον αδερφό σας… της λέω με κάποιο δισταγμό.
Φοβόμουν να της εκφράσω ακριβώς τα συναισθήματά μου, γιατί κάποτε μια φίλη -αρκετά επιφυλακτική με όλους- μου είχε πει πως βάζει πολύ εύκολα τα κλάματα κι έπειτα ζητά ν’ αγοράσουν διάφορα ενθύμια απ’ το σπίτι.

 Μα η αδερφή του Νίκου του Ξυλούρη στην κάτω πλατεία των Ανωγείων δε μου ζήτησε τίποτα. Ήθελε μόνο να δώσει. Ήταν περήφανη και αυθόρμητη. Είχε τακτοποιημένο το πατρικό κι ανοιχτό σε όλους. Φορούσε μαύρα, όπως οι περισσότεροι στο χωριό, μα ήταν χαμογελαστή και περιποιημένη. Πήρε τη ρακή και έβαλε στο ποτήρι. Αμέσως μετά άνοιξε ένα βαζάκι με τυράκια και μου πρόσφερε.
 Ένας ηλικιωμένος ήρθε και κάθισε στην παρέα.

-Κι από πού έρχεστε;
-Από την Ικαρία.

 (Ποτέ δεν ξεκινάω από Ικαρία για κάπου εκτός από την Αθήνα, αλλά και ποτέ δεν μπορώ να πω ότι έρχομαι απ’ αλλού. Το ‘χω για προδοσία.)

-Αχ, από κει… Επήγαινε ο αδερφός μου με τα δυο του τα κοπέλια σαν ήτανε μικρά.
-Εεε; Δεν το ‘ξερα…
-Μα πάω κι εγώ για μπάνια στα Θέρμα. Κάθε χρόνο. Αμέ. Να…
Μου δείχνει έναν τουριστικό οδηγό του νησιού.
-Είναι ωραία. Πολύ ωραία. Πράσινο, νερά…  Κι οι άνθρωποι ωραίοι. Φιλόξενοι, σαν εμάς. Μόνο που γρουσουζεύουνε.
-Οι Ικαριώτες; Όχι, καλέ. Είμαστε καλόκαρδοι όλοι. Κι αγαπάμε τον τόπο μας και μονοιασμένοι είμαστε και…
Ο ηλικιωμένος διακόπτει την κουβέντα και τη μαλώνει κουνώντας το ραβδί.
-Μην της το λες, μωρέ. Στενοχωριέται, δε βλέπεις;
-Και γιάντα να μην το πω; Αφού γρουσουζεύουνε, θα το ξέρει και κείνη.
-Να σας πω την αλήθεια, δεν το νομίζω. Θα ‘γινε παρεξήγηση… λέω μουδιασμένα.
-Ίντα παρεξήγηση; Αφού βάζουνε τα σκουπίδια τους μες το δρόμο. Πλυντήρια χαλασμένα, αυτοκίνητα παλιά, σωροί με μπάζα… Πήρα και τηλέφωνο κι ήρθανε και τους είπανε να τα μαζέψουνε, μ’ αυτοί πράμα.
-Αααα, τέτοια γρουσουζιά…. Έτσι το λέτε. Αυτό, ναι…
-Να τους επείς να μη γρουσουζεύουνε, γιατί είν’ ωραίος ο τόπος και τονε χαλούνε. Α τους το πεις;
-Α τους το πω…

Η Ζουμπουλιά νοιάστηκε


Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο φιλαλήθης

φωτογραφία: opsikarias.blogspot.gr

Νύχτωσε χωρίς να το καταλάβει. Είχε πάει στα μέρη του Αγίου, το χωριό του όμως ήταν από την «άλλη πάντα» και το πέρασμα απ’ το Κακό Καταβασίδι ήταν αδύνατο βραδιάτικα. Πάει στην πλατεία της Πλαγιάς, το τελευταίο χωριό πριν απ’ το πέρασμα, δένει το γαϊδουράκι του σ’ ένα δέντρο και μπαίνει στον καφενέ.
-Καλώς τονε! Ηνυχτώθηκες βρε συ; Α ξωμείνεις στο χωριό μας;
-Ε, άμα βρεθεί στρώμα...
-Εδώ, σε μένα, δήλωσε επιτακτικά ένας γνωστός του χωρικός κάνοντας τους άλλους να μαζευτούν. Κάτσε να πούμε καμιά κουβέντα και πάμε μετά να σου στρώσω στο πυργάρι. Κρασάκι;
-Ναι, του απαντά ο ντροπαλός έφηβος.
-Για πες...
-Τι να πω;
-Τα νέα απ’ έσω. Εν ήγινε τίποτα στο χωριό σου;
-Όχι, τα ίδια.
-Αααα, τα ίδια... Στον Εύδηλο;
-Τα ίδια, εν ήκουσα κάτι.
-Στην Ξανθή; Στην Ακαμάτρα;
-Τα ίδια.
-Όφου... Για πες μωρέ καμιά ψευτιά να περάσει η ώρα.
-Α, ψευτιές εγώ δε λέω ποτές, του απαντά ο νεαρός που όντως απεχθανόταν τα ψέματα από μικρός.
-Μάλιστα...
-.................

Στον καφενέ μια πληκτικότατη σιγή. Ο ένας κοιτούσε τον άλλον κι όλοι μαζί τον τοίχο. Ώσπου ο χωρικός βάζει τις φωνές.
-Ωχ, Παναγία μου, ο Θεός το φύλαξε το παιδί!!! Τι ήταν αύτο δά το πράμα, ηνετρίχιασα...
-Ήντα ‘γινε; ρωτούνε με ένα στόμα οι υπόλοιποι πελάτες του καφενέ.
-Ηπήε να πνιγεί το παιδάκι, ήπεσε μες τη θάλασσα και ηβούτηξε ένας από την Περαμαριά και το ‘βγαλε μισοπνιγμένο.
-Τι λες; Ποιο παιδί; συνεχίζουν οι πελάτες.
-Του τάδε.
-Α, τον ξέρω, που ‘χει κουνιάδο το Γιώργη, λέει ένας. Ηκάμαμε μαζί στο στρατό. Για λέγε.
-Ε, τι να λέμε τώρα.... Ήτανε δυομισάρικο. Ήρθε χολοσκασμένη η μάνα του....
-Α η Μαριγούλα... Ναι, πείτε βρε παιδιά, που η αδερφή της έχει παντρευτεί τον τάδε αφ’ το Χρυσόστομο...
-Ναι αυτή, κι ηλιποθυμούσε κι ήπεφτε στα πόδια του αθρώπου που το ΄σωσε...
-Ποιος ήτονε;
-Αγούγεται έτσι.
-Α, κατάλαβα, θα ‘τονε ο Φάνης που ξέρει και κολυμπά καλά. Βρε, να τον εδείτε πώς κολυμπάει αύτος δά ο άθρωπος.

Και πώς κολυμπά με τα χέρια έτσι κι έτσι και πώς ήτανε η γιαγιά του μικρού συμπεθέρα με τη Μαριώ του Γιάννη και πώς έγινε το συμπεθεριό και να ‘χουνε γίνει όλοι στο καφενείο μια κεφάτη παρέα γύρω από το τραπέζι με τον λαλίστατο κύριο και τον φιλαλήθη σιωπηλό νέο.
Περνάει καμιά ώρα με σταυροκοπήματα, μνήμες απ’ το στρατό, ξεχασμένες συγγένειες... Η πλήξη ήταν πια παρελθόν.
Κι έρχεται η κρίσιμη ερώτηση.
-Πότε ήγινε το περιστατικό;
-Σήμερις το πρωί.
-Και συ πώς το ‘μαθες;
-Να, ο νεαρός ετούτος μου το ‘πε τώρα δά..

«Εν ητόλμησα να πω κουβέντα, παιδάκι μου, μα κείνο το βράδυ αφ’ τη ντροπή μου ήμαθα, που λες, πως το Κακό Καταβασίδι περνιέται και με σκότος...»



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 5-2-2014
 

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ανάθεμά τους για τσιγάρους!



Ο Κώστας κάθεται στον πάγκο έξω από τον καφενέ του στον Άγιο Πολύκαρπο. Είναι και ψιλικατζίδικο. Ο ανιψιός αγουροξυπνημένος του ζητά τσιγάρα κι εκείνος  προσπαθεί για πολλοστή φορά να τον αποτρέψει. Πάντα εξοργίζεται με την παραγγελιά, όποιος και να την κάμει. Γι’ αυτό και τα τσιγάρα είναι κρυμμένα στην αμπάρα, μπας και δε μπούνε στον πειρασμό οι πελάτες. Δε θέλει τέτοιο κέρδος…
-Ανάθεμά τους για τσιγάρους! 'Iντα τους θέλεις; Εν ηκατάλαβες πως είναι διαολεμένα πράματα; Μονάχα οι ηλίθιοι καπνίζουνε ακόμα! Κι  ίντα θαρρείς; Πώς εν ηκάπνισα ποτές; Χα! Μωρέ σαν και του λόγου σου ήμουνα. Και χειρότερος μη σου πω… Μα τον εθυμάσαι τον πάππου μου τον Κωσταντή; Ε θα τον εθυμάσαι, αγέννητο ήσουνα. Μου ‘πε μιαν ιστορία. Για άκου την κι εσύ, να δω τι α καταλάβεις. Μου λέει το λοιπόν ο πάππους μου μια μέρα που ηφούμαρα μαγκιώρικα στην αυλή του πατρικού:
«Είχα κάποτες, παιδί μου, φιλία με τον τσιγάρο. Τον ηποθούσα, που εν ημπορείς να καταλάβεις. Και τσιγάρο ν’ αγοράσεις εν είχε τότες. Μονάχα καπνό που τον ήπαιρες με το κιλό αφ’ τον Άγιο. Ηξέμεινα αποβραδίς. Το πρωί πάω στον κήπο και πολεμώ με την τσάπα να κάμω τα καρίκια. Εκεδά στα μισά με πιάνει ο πόθος. Νταλκάς, όχι αστεία. Ηπήα να σκάσω. Παρατώ την τσάπα και το καρίκιασμα και παίρω το μονοπάτι. Αφ’ τις Ράχες ίσαμε τον Άγιο Κήρυκο. Χιλιόμετρα, όχι αστεία. Ρεματιές, γκρέμνια, ανηφόρες… Εν ησυναντούσες άθρωπο συνήθως. Μα ηπέτυχα ένανε που ήρχουνταν πίσω με κάτι τσουβάγια φορτωμένος. Μεσάσταχα ήμουνα. Μήτε «γεια σου» μήτε «καλημέρα» ημπορούσα να πω αφ’ τον νταλκά. Σα να ‘χα μπροστά μου ένα σωτήρα, πώς να σου το πω, το Θεό τον ίδιο… Παρακαλετά του ζητώ τσιγάρο. Είχε στρίψει ένανε και μου τον εδίνει. Και σα να μου φάνηκε πως με λυπήθηκε κομμάτι… (Καθόλου ε μου ‘ρεσε αυτό, μα ύστερις το σκέφτηκα.)
Κεινηδά την ώρα ηπήρα τον τσιγάρο περιχαρής και τον ήναψα - κείνος ήφυε γρήγορα σα φοβισμένος- κι ηπόμεινα εις τον Αθέρα, απάνω εις σ’ έναν άτσαχα μονάχος να φουμάρω και να με δέρει ο αέρας. Κι εκεδά στα μισά του τσιγάρου, ημονολοούσα χτυπώντας την κεφαλήν μου με τις παλάμες: «Ήλεα, Κωσταντή, πως κάτι έχεις μες σε κεινοδά το καύκαλο, μα να που εν έχεις τίποτα… Βρε ντιπ! Ηπαράτησες τη δουλειά σου και το σπίτι σου και γυρίζεις τον τόπο για φούμα. Ντιπ για ντιπ!» Του δίνω μια του τσιγάρου και τονε σβηώ απάνω εις την πέτρα. Παλικαρίσα! Και γυρνώ στο κηπάρι σουρουπωμένος και εν τον ηξανάπιασα στα χέρια μου. Ποτές! Αυτοδά ήτονε.»  

Ε, κι εγώ, ανιψιέ, τον ήκουσα. Μα ξέρεις τι α πει «τον ήκουσα»; Τον ήνιωσα στις φλέβες μου… Και τον ήκοψα τον τσιγάρο μαχαίρι… Κάμε το ίδιο. Άκουσές με και α βρεις λυτρωμό…

Και κάτι ακόμη μου ‘πε στο τέλος που ε θα το ξεχάσω όσο ζω:
«Το φίλο που σου κάμνει καλό, εχετόνε για πάντα. Το φίλο που σου κάμνει κακό, άστονε να πάει στ’ ανάθεμα…»



Δημοσιεύτηκε στο ikariamag 9-1-2014

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Πεθερά σε στύλο




"... ναι, που λες, ο βασικός εχθρός τους είναι οι γέροι, κυρίως οι πολύ γέροι, όπως η πεθερά μου, να πούμε. Έκλεισε τα ενενήντα φέτος. Τους ρήμαξε, τους ήπιε το αίμα. Σαράντα χρόνια συναπτά, κάθε μήνα ντάγκα ντάγκα η συνταξούλα. Άκου με, αν μπορούσανε θα την εκτελούσαν στα τρία μέτρα. Αλλά δεν μπορούνε... Κι έτσι πάνε να τη στείλουνε με καρδιά, οι μαλάκες. Στα ογδόντα εννιά, που λες, της έρχεται της γριούλας η προειδοποίηση και καλά ότι θα κοπεί η σύνταξη, αν δεν πάει βεβαίωση σε μια βδομάδα ότι δεν εργάζεται. Τρέμει η γυναικούλα, έχει και το πάρκινσον "Τι να κάνω, λεβέντη μου, σάματι εργάστηκα ποτέ; Του πεθερού σου του μακαρίτη τη σύνταξη παίρνω, και τι βεβαίωση είναι αυτή τώρα, πού να πάω, τι να πω;" και τα λοιπά και τα λοιπά.

Και "φορτώνω" και πάω στο ταμείο.
-Τι ζητάτε, κύριοι;
-Βεβαίωση ότι δεν εργάζεται.
-Μα η δικιά μου εργάζεται.
-Σε ποιο τομέα;
-Στο στύλο, φίλε. Να τη δεις τη πεθερά μεσάνυχτα στο μπαράκι να σπάει μεσούλα τσίκι τσίκι και να γίνεται κάτω ο κακός χαμός. Λεφτά, φίλε, τις νύχτες, λεφτά...
Και με κοιτάνε τα ζώα με ανοιχτό το στόμα...
-Τι κοιτάτε, ρε; Το '24 γεννηθείσα ρε, το '24 γεννηθείσα, άντε μην κατεβάσω τίποτα καντήλια πρωινιάτικα...
Και τη συμπλήρωσα τη βεβαίωση, κορίτσι μου... Τι να 'κανα; Επιμένανε και μετά το βρίσιμο του μισαώρου. Έπρεπε να πάω και στη δουλειά.

Και πάω να την κάνω και μου φωνάζει στην πόρτα η προϊσταμένη.
-Τι είναι αυτά που γράφετε εδώ, κύριε;

Εντάξει, είπαμε να τους κάνω το χατήρι, αλλά αυτοί θέλανε να πηγαίνω κάθε δυο χρόνια και καλά ότι είμαι η γριούλα και να δηλώνω ότι δεν εργάζεται...
Ε, κι εγώ συμπλήρωσα: "Δεν εργάστηκε ποτέ, δεν εργάζεται σήμερα και είναι βέβαιο ότι δε θα εργαστεί και στο μέλλον. ΤΟ '24 ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ, ΜΑΛΑΚΕΣ!!!"


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Δώρο μιας κακοκαιρίας


Την παρακολουθούσα μέρες. Ξεχώριζε για τη σπιρτάδα στο βλέμμα και το ζωηρότατο βάδισμα σε αντίθεση μ’ όλους τους άλλους που βρίσκονταν σ’ εκείνον τον υπόγειο χώρο.
Εκείνο το πρωινό κατάφερα να μάθω και το επώνυμο.
«Ταιριάζει…» σκέφτηκα πονηρά. Βέβαιη για την επιτυχία την πλησίασα με θάρρος.
-Έχετε σχέση με Ικαρία;  
-Ναι, έχω, είναι ο άντρας μου από κει.
-Εσείς δεν είστε; Σα να έχετε κάτι από το κέφι μας.
-Όχι, αλλά την αγαπώ την Ικαρία πολύ. Ε, πες πως είμαι. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Πηγαίνω με λαχτάρα όσο πιο συχνά μπορώ...

Της είπα κι εγώ τα δικά μου, ανταλλάξαμε πληροφορίες για κοινούς γνωστούς κι από τότε κάθε μέρα ψάχναμε με το βλέμμα η μια την άλλη. Ήταν αρκετά μεγαλύτερή μου, μα με περισσότερη χαρά και διάθεση για πειράγματα.
-Μόλις τελειώσω από δω, θα πάω κάτω με τον άντρα μου. Λέμε να κάτσουμε όλο το Νοέμβρη.
-Μα θα είναι ερημιά στο Καρκινάγρι τώρα.
-Τι λες καλέ; Ποτέ δεν είναι ερημιά εκεί! Άκου να δεις πώς «την πάτησα» μ’ αυτό το μέρος. Με πήγε στο χωριό ο άντρας μου πριν παντρευτούμε. Είχε κάνει μια φοβερή κακοκαιρία το χειμώνα του ’67 -όπως πριν λίγα χρόνια- κι είχε κατεβάσει τα χώματα από τις πλαγιές δημιουργώντας μια εντυπωσιακή παραλία. Με το που βλέπω εκείνο τ’ απίθανο χωριό με την απέραντη αμμουδιά, του λέω δίχως δισταγμό το «ναι». Αποφάσισα ποια θα είναι η πατρίδα μου από δω και πέρα.  Την άλλη χρονιά κατάλαβα πως το σκηνικό ήτανε στημένο…
-Απογοητευτήκατε;
-Όχι βέβαια, δε μ’ ένοιαζαν πια οι αμμουδιές. Είχα γνωρίσει εκεί σπουδαιότερα πράγματα. Κυρίως γνώρισα ανθρώπους. Αυτό το δώρο μου έκανε ο  «κακός καιρός», όπως τον λέτε. Ανθρώπους έξυπνους, αγαπητούς, με σπάνια αίσθηση του χιούμορ και μ’ ανοιχτές αγκαλιές κι ας ήμουν «ξένη». Μ’ έβαλαν στα σπίτια τους και στις καρδιές τους. Κατάλαβα τι πάει να πει «παρέα». Όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Μου έμαθαν να διασκεδάζω με τα πάντα. Και με τα σημαντικά και με τ’ ασήμαντα. Και στα ευχάριστα και στα μη. Και τώρα, στις δύσκολες ώρες, είμαι πανέτοιμη. Φέρνω στο νου μου τα πειράγματά τους και γελώ. Να, πριν έρθεις, σκεφτόμουν την πρώτη μέρα που μπήκα στο καφενείο του χωριού.
-Τι έγινε;
-Πριν τριάντα χρόνια περίπου… Εγώ, ο μελλοντικός σύζυγός μου κι ο καφετζής στο ένα τραπέζι. Σε ένα άλλο τρεις άντρες συζητούν ακουμπισμένοι στον τοίχο κοιτάζοντας κάπου στο βάθος. Πού και πού στρέφουν το κεφάλι ο ένας στον άλλο αλλά με το σώμα ακινητοποιημένο πάνω στα ντουβάρια. Εγώ έχω απορροφηθεί από τις ιστορίες που μας διηγείται ο καφετζής. Κάποια στιγμή σηκώνονται οι άντρες κι  έρχονται προς το τραπέζι μας.
-Τι χρωστάμε;
-Είκοσι δραχμές για το κρασί και τριάντα για τον ασβέστη, τους λέει.
Χαμογελάνε, του δίνουν τις είκοσι και πάνε αργά προς την πόρτα.
Εκείνος σηκώνεται να μαζέψει.
-Έχει και μάντρα οικοδομών; ψιθυρίζω στον αρραβωνιαστικό μου.
-Εεε; Ποιος;
-Ο καφετζής, για τον ασβέστη καλέ.
-Χα, χα. Για κοίτα λίγο τις πλάτες τους. Γι’ αυτό τον ασβέστη λέει ο άνθρωπος.

-Ε, μου πήρε λίγο χρόνο, για να σας καταλάβω… Εσύ πότε θα ‘ρθεις από τα μέρη μας; με ρωτά γελώντας και μου κλείνει με τσαχπινιά το μάτι.



 Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 4-11-13

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Ησάστισε


φωτό από εδώ

  Αγνοώ αν η αφηρημάδα αποτελεί ένα ακόμη μυστικό της μακροζωίας, αλλά σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό του είδους μας. Μια σαστισμάρα την έχουμε όλοι. Από τον ταξιτζή που ξεχνά το δρομολόγιο, από τον υδραυλικό που ξεχνά τη σύνδεση, από τον σερβιτόρο που ξεχνά την παραγγελία. Οι εκφράσεις: «να που ησάστισα καλά καλά…» ή «αύτη δα ‘ναι σαστισμένη εντελώς» ή «α που να σαστίσεις», είναι στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.
Φέτος, εκτός από τη δική μου σαστιμάρα που με εκπλήσσει ανησυχητικά, παρατήρησα ότι το χαρακτηριστικό αυτό είναι κολλητικό.
Τουρίστρια που περιμένει ώρα πολλή στην ουρά της Alpha φτάνει στο ταμείο και βγάζει τα έγγραφα. Η υπάλληλος της λέει:
-Αυτά είναι για την Αγροτική.
-Κι εδώ τι είναι;
-Αlpha.
-A, είδα το Α και μπερδεύτηκα…
-Ησαστίσατε,
της λέει για να την παρηγορήσει η επόμενη στην ουρά και της χτυπά φιλικά τον ώμο.
Ωστόσο την ίδια ημέρα διαπίστωσα πως όση προσπάθεια κι αν καταβάλλουν οι ξένοι η δική μας σαστισμάρα είναι πρωταθλήτρια! Πάω στο συνεργείο για ενδέκατη φορά και βάλε, καθώς ο μηχανικός ησάστιζε καιρό και δεν έκανε την παραγγελία για τ’ ανταλλακτικά. Κι είχε σαστίσει επίσης και δε με έπαιρνε τηλέφωνο, πριν πάω, για να μου πει πως ησάστισε.
Επιτέλους, τα ανταλλακτικά ήρθαν. Περιμένω με ανυπομονησία να τελειώσει με τον προηγούμενο πελάτη, μα όταν έρχεται η ώρα για ν’ ασχοληθεί με το δικό μου αμάξι, λόγω του θάρρους της γνωριμίας μας, μου λέει:
-Α κάμεις λίγο υπομονή να τσιμπήσω κάτι; Είμαι αφ το πρωί θεονήστικος.
-Α κάμω.
-Να, κάμε και καφέ, εδωνά τα ‘χει ούλα…

Ξέρω καλά τα κατατόπια. Πιάνω το πλαστικό ποτηράκι απ’ τη σακούλα που κρέμεται στον τοίχο, βρίσκω ανάμεσα στα διάφορα που βρίσκονται στο τραπέζι ένα κουταλάκι με μισό τουλάχιστον κιλό ξεραμένης ζάχαρης και καφέ που αναμίχθηκαν εδώ και χρόνια, ανακατεύω το χθες με το σήμερα και φτιάχνω ένα φραπεδάκι παραδόξως ωραιότατο. Τα καλοσυνάτα μαστόρια του συνεργείου κάθονται μαζί μας κι αρχίζουν την κουβέντα για πανηγύρια κλπ.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αρχιμάστορας τσιμπά παραπέρα γαλήνιος το κολατσιό του κι έτσι το σηκώνει ένα από τα καλοσυνάτα.
-Εεεεε… Αααα… Αμέ, λέει, πότε θα είναι έτοιμο το Polo; απευθυνόμενος στον αρχιμάστορα.
-Εν έχουμε Polo στο μαγαζί, απαντά εκείνος. Τρώει άλλη μια μπουκιά εν τω μεταξύ.
-Εν έχουμε Polo, απαντά ήρεμα ο καλοσυνάτος.
Περνάνε δυο δευτερόλεπτα, κάτι φωνές ακούγονται από το τηλέφωνο, βάζει το χέρι στο ακουστικό και ξαναλέει στον γαλήνιο.
-Λέει πως έχουμε και παραέχουμε, εδώ και πέντε μέρες.
Εκείνος σταματά τη μάσα και μας κοιτάζει με αγωνία.
-Εεεε;;; Μπας;;; Για μισό…
Σηκώνεται, ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό του συνεργείου- που δεν είναι δα και τόσο μεγάλο- και μετά βγαίνει έξω. Επιστρέφει, έπειτα από αρκετά λεπτά αναζήτησης στον προαύλιο χώρο και στα περίχωρα ακόμη. Είναι γαλήνιος ξανά.
-Ουφ, και τρόμαξα. Εν έχουμε. Είναι βέβαιο, πε του.
-Εν έχουμε, το ψάξαμε το μαγαζί ούλο… Μη σου πω και το χωριό… Εεεε;;;
Βάζει ξανά το χέρι στο ακουστικό.
-Αδύνατον λέει. Έχουμε και ν’ αφήσουμε τα σάπια.
-Ποιος είναι, για ρώτα… Ο αρχιμάστορας ξανά ανήσυχος.
-Ποια είσαι; Αααα… Είναι η τάδε.
-Ουφ… ξαναρχίζει ο αρχιμάστορας τη μάσα ανακουφισμένος. Να που ησάστισε. Πε της πως εν έχει το Polο εδώ και δέκα χρόνια…
Έχει Hyundai Atos!


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27-09-13

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Η μνήμη του μετανάστη


photo: pentapostagma.gr


O Θωμάς, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν στην πατρίδα του, κατέβηκε πριν χρόνια απ’ το καράβι κι άρχισε να περπατά στο δρόμο. Είχε μαζί του τα ρούχα που φορούσε. Κανέναν δεν ήξερε. Τώρα πώς και αποφάσισε να αποβιβαστεί στο λιμάνι του Αγίου στη Νικαριά, δεν το μάθαμε. Ξέρουμε πως τον μάζεψε ο οδηγός του λεωφορείου που εκτελούσε το δρομολόγιο Άγιος Κήρυκος- Εύδηλος. Τον βρήκε στο βουνό να περπατά στο λίλιρο αποκαρδιωμένος.
-Πού πας;
-Ντεν ξέρω.
-Έλα.
Ξεκίνησε να δουλεύει στα χωράφια του οδηγού. Καθάρισμα, όργωμα, τέτοια. Σε λίγους μήνες γνώριζε τους πάντες. Τα παρατσούκλια, τις ελιές τους, τ’ αμπέλια τους. Εργαζόταν πάντα με χαρά. Έμαθε και τη γλώσσα σε ασύλληπτο χρόνο.
Με τους Αλβανούς τότε δεν τα ‘χανε καλά οι πιότεροι. Τους έπαιρναν τις δουλειές κι είχαν κι ένα παράξενο θράσος που ξένιζε τους ντόπιους. Ήταν η πρώτη φουρνιά, όπως λένε. Η σκάρτη. Και το Θωμά τον κοιτούσαν κάπως, μα έκαναν υπομονή, καθότι φιλοξενούμενος.
Ένα πρωί, μετά από μήνες, πάει τον καφενέ του Δημητρού. Γνωρίζονταν πια καλά.
-Θα μου κάνεις καφέ;
-Να σου κάμω.
Πάνω που του τον σερβίρει, έρχεται η αστυνομία. Παράνομος. «Λαθρομετανάστης». Τον παίρνουν. Πάει ο Θωμάς… Με χειροπέδες.
«Και περνούν πολλοί μήνες, μπορεί και χρόνος…» μου αφηγείται ο Δημητρός που είναι ευαίσθητος πολύ με τους μετανάστες, καθότι μετανάστης κι ο ίδιος στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
«…Και νά σου ο Θωμάς, ξαφνικά, στην πόρτα του καφενέ! Φιλιά, αγκαλιές, καλωσορίσματα… Δεν τον ρωτάω πολλά, να μην τονε συγχύσω.
-Θα μου κάνεις καφέ; με ρωτάει.
-Να σου κάμω.
Τον πίνει και φωνάζει για το λογαριασμό.
-Τρία ευρώ, του λέω.
-Έξι.
-Τρία, βρε συ. Ηξέχασες πόσο κάνει;
-Έξι σου λέω. Δε θυμάσαι; Τον άλλο που σου παράγγειλα και με πήρανε; Δεν πρόλαβα να σου τα δώσω τότε και το ‘χω βάρος.
Τ’ ακούς;
Και μου ‘δωκε έξι ο Θωμάς…»


Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 9-10-13