Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Τα δεκάξι Βαγγέλια




  Αρχίσαμε να ντυνόμαστε καμιά ώρα μετά το χτύπημα της καμπάνας. Μεγάλη Πέμπτη. Για ν’ ακούσουμε τα Δώδεκα Βαγγέλια.
  Έτσι κάναμε πάντα. Φροντίζαμε να πάμε στο όγδοο περίπου για να μη βαρεθούμε και πολύ. Ο Θεός να μας συγχωρέσει. Ε, και λίγη κουβεντούλα στο δρόμο και τα καλωσορίσματα στο προαύλιο, όσο να πεις, περνούσε η ώρα.
  Ύστερα ανάψαμε το κερί και πήραμε θέσεις. Οι γυναίκες πίσω, οι άντρες μπροστά, τα πιτσιρίκια πέρα δώθε. Και καλά ακούγαμε τα Ευαγγέλια, μα όλο και γυρνούσε ο νους μας στα πιο ευτελή, του τύπου «Πώς άσπρισε έτσι ο Γιώργης, μικρό παιδί…» ή «Πήρε κιλά η Κατερίνα φέτος…» και τα λοιπά  
  Σοβαροί όμως, κατά τ’ άλλα, και με περίσκεψη κι αφοσίωση…

  Βγαίνει ο παπάς κι αρχίζει το όγδοο, το ένατο, θα σας γελάσω, ένα από τα τελευταία πάντως, σίγουρα. Στα πρώτα λόγια μια ανησυχία άρχισε να διαφαίνεται στα μάτια των γιαγιάδων που κάθονταν παραπίσω. Κάτι μουρμουρητά, κάτι περίεργες κινήσεις, κάτι κοιτάγματα. Εμείς, οι ανίδεοι, στον κόσμο μας. Η παπαδιά παίρνει χαμπάρι, κοκκινίζει και σπάζοντας το πρωτόκολλο βάζει μια φωνή από το βάθος. Μια σταλιά η εκκλησία.
- Παπά, παπά…
Εκείνος απτόητος, δεν της ρίχνει ούτε ματιά.
-Παπά, το πες αυτό…
Σταματάει εκείνος την ανάγνωση για δευτερόλεπτα.
-Σσσσσς, ησυχία…
Κι ύστερα πιο χαμηλόφωνα…
-Εν το ‘πα…
Οι γυναίκες όλες κοιτούν την παπαδιά, νιώθει πως πρέπει να ορθώσει ανάστημα.
-Το πες σου λέω, τ’ άλλο τώρα.
-Τη δουλειά σου εσύ…
Και συνεχίζει σα να μην τρέχει τίποτα.
Οι γυναίκες της χαϊδεύουν τον ώμο..
-Ας τονε, ένα ακόμα, ε βλάφτει…
Το λέει. Ύστερα το επόμενο και ξανά…Κάποια επανάληψη του τρίτου, του δέκατου, θα σας γελάσω πάλι.
  Η παπαδιά στα πρόθυρα υστερίας. Ήτανε κι η μόνη που μπορούσε να μιλήσει. Βαρύ το χρέος της.
-Παπάαααα… μουρμουρούσε τώρα. Παπάααα, α βαρεθεί ο κόσμος…
Καμιά ανταπόκριση.

Αργά τη νύχτα αρχίσαμε να φεύγουμε ένας-ένας με τρόπο χαμογελώντας. Ξέραμε πόσο καλό παπά είχαμε, απλά τα χρόνια περνούν ανελέητα για όλους.
Το άλλο πρωί έκανε όλη η γειτονιά τον απολογισμό της βραδιάς.
-Πόσα να ‘τανε; Η Καίτη λέει δεκατέσσερα.
-Σιγά μην ήτανε δεκατέσσερα. Δεκαοχτώ ήτανε και βάλε.
-Βρε, όχι και δεκαοχτώ, τα παραλέτε…
Στο στόλισμα του επιταφίου βγήκε ο μέσος όρος.

-Δεκάξι ήτανε. Ε λέτε να ‘μαστε καλά κι απέκειο, μπορεί και να μας συχωρέσει ο Θεούλης πιο εύκολα. Άσε που α χουμε κουμπάνια και για του χρόνου…

3 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

Πολύ καλό και τρυφερό!Δε βαριέσαι,πληθωρικός ο παππούλης.Και φαίνεται πως του άρεσε τόσο που δεν ήθελε να τελειώσουν!
Πέρασα να αφήσω ένα "Χριστός Ανέστη"!Και του χρόνου!

Το Φαουδι είπε...

Όμορφη ιστορία!! Κάτι ήξερε ο γέροντας και είπε να τα επαναλάβει για όσους δεν έδειξαν την απαραίτητη προσύλωση την πρώτη φορά!

Τηρίματα είπε...

Καλησπέρα, Γωγώ! Αληθώς ο Κύριος!
Και σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη. Σε πεθύμησα κάπως...

Χρόνια πολλά, Φαουδάκι!Περνούσα από το νησί σου προχτές και σε θυμήθηκα...

Λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι ο παπάς, ο καημένος, είχε αρχίσει να ξεχνά.
Απλά δεν ήθελε ούτε να το παραδεχτεί, ούτε να τα παρατήσει. Κι εμείς δε θέλαμε να του το θυμίζουμε και να τον φέρνουμε σε δύσκολη θέση... Μετράγαμε απλώς.

(Άγιος άνθρωπος και πολύ καλός ιερέας...)