Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Τα μάγια του καφέ



   Στις καφετέριες προτιμώ το νες. Το ίδιο και στο σπίτι στην Αθήνα. Μα στο νησί δε χαλάω την παρέα. Ελληνικός καφές πάντα. Στην αυλή συνήθως. Βάζουμε τα φλιτζανάκια στο τραπέζι κι η θεία με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει μας σερβίρει. Πίνουμε αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, σπανίως της χώρας κι ακόμη πιο σπάνια τα προσωπικά μας. Τα τελευταία θα …αποκαλυφθούν έτσι κι αλλιώς στο τέλος. Όταν θα ‘ναι η ώρα για «τη μοίρα». Περιστρέφουμε με αργές κινήσεις το φλιτζάνι αδειάζοντας το σερμπέτι στο πιατάκι. Περιμένουμε ώσπου να στεγνώσει κουβεντιάζοντας ξανά. Μετά η θεία παίρνει ένα ένα τα αναποδογυρισμένα φλιτζάνια, παρατηρεί με προσοχή τα  καφετιά σχήματα που έχουν δημιουργηθεί και επιδεικνύει τη …μαντική της τέχνη. Οι άντρες συνήθως μας περιπαίζουν.

-Μην ξεχάσεις το «σταράτο», συμβουλεύει ο θείος τη γυναίκα του γελώντας. Και την «επιτυχία»…
Εκείνη κάνει πως θυμώνει.
-Να μην ανακατεύεσαι, τον μαλώνει και βάζει το δάχτυλο στα χείλη για να επικρατήσει η απαιτούμενη σιωπή που δίνει στη διαδικασία έναν κάπως επίσημο χαρακτήρα. Κανείς μας δεν έχει αγωνία. Χαλαρά περιμένουμε ν’ ακούσουμε το καθημερινό μας παραμύθι.
-Έχεις ένα μεγάλο Π. Ξέρεις κανέναν Πέτρο, Παύλο; Παναγιώτη; Όχι; Α, τότε θα ‘ναι πόρτα. Ναι, μια μεγάλη πόρτα. Επιτυχία. Πω πω… τεράστια! Τώρα, κοντά. Βλέπεις; Είναι πάνω πάνω, στο χείλος. Αν δε με πιστεύεις, δηλαδή… Θάλασσα δεν έχεις. Το σπίτι σου καθαρό. Αμάν! Ένας εχθρός, Παναγία μου, για δε τονε. Εδώ, εδώ πάνω… Πού πού να’χει ανάγκασμα! Κάτσε να ρίξουμε λίγο νερό. Ανακάτεψέ το ξανά. Ωραία. Καθάρισε. Όχι που θα τον αφήναμε… Ένα δώρο θα σου δώσουν. Βρε, τι ένα, πολλά πακέτα, να, κοντά στον πάτο. Θα περιμένεις λίγες μέρες. Κοίτα κι εδώ. Μια παρέα μεγάλη. Πού θα πας, μωρή; Σε καμιά πανήγυρη; Άχου, θα περάσεις ωραία... Να κι ένα σταράτο πρόσωπο! Τον βλέπεις; Εκείνος σε σκέφτεται από μακριά. Ωχ, γύρω του έχει έννοιες, σκοτούρες. Κοίτα τον κύκλο. Μα να, από δω ανοίγει. Θα φύγουνε γρήγορα και θα ησυχάσει. Όλα καλά! Ωραίο φλιτζάνι! Για να δω και το δικό σου, Μαρινάκι…
Όλοι εγκαταλείπουμε την αυλή χαμογελώντας. Οι εχθροί έχουν διαλυθεί με τις στάλες του νερού. Οι έννοιες έχουν χαθεί από το μικρό άνοιγμα του κύκλου από κατακάθι ελληνικού καφέ. Τόσο απλά. Όλο και κάποιο σταράτο πρόσωπο μας σκέφτεται. Όλο και μια μεγάλη παρέα μας περιμένει. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Κάπως έτσι ίσως να ζούμε και πιότερο, που λένε κι οι έρευνες. Δεν οφείλεται στο χαρμάνι. Είναι που φτιάχνουμε τη μοίρα μας όπως μας αρέσει… Με κουβέντα κι ονειροπολήματα.


(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 28-3-2013)

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Λιθινομούσαινα


photo: Καριώτες πρόσφυγες επιστρέφουν στον τόπο τους. Στο βάθος το Καραβόσταμο.

Η ηρωίδα μας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Λιθί της Χίου. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έκανε οικογένεια, εκεί γέρασε. Όλα με δυσκολίες.  Ό,τι εμείς φέρνουμε στο μυαλό μας και τρέμουμε με τη σκέψη τους και μόνο, εκείνη τα ‘ζησε ένα ένα. Στερήσεις, πολέμους, κακουχίες, αποχωρισμούς… Χήρεψε νωρίς. Τα παιδιά της, μόλις στάθηκαν στα πόδια τους, την αποχαιρέτησαν. Αμερική. Δεν γύρισαν ποτέ… Όχι μόνο τα παιδιά, μα και πολλοί συγγενείς, φίλοι, γειτόνοι. Έμεινε μόνη σχεδόν στο χωριό. Κλείστηκε στους τέσσερις τοίχους αποκαρδιωμένη. Η μοίρα όμως είχε αφήσει κι υπόλοιπο. Ξεσπά ο δεύτερος παγκόσμιος. Έρχονται οι κατακτητές. Δεν απομένει μήτε σπόρος μήτε ζωντανό. Κατεβαίνει στη Χώρα, μαθαίνει για τη βάρκα, μπαίνει. Σαν υπνωτισμένη. Από τη Μικρά Ασία στη Βηρυτό.
Εκεί τη γνώρισε. Μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο. Μια τυραννισμένη γυναίκα όπως κι εκείνη. Την έλεγαν Μαρίκα και η καταγωγή της ήταν από το Καραβόσταμο της Νικαριάς. Η Μαρίκα είχε μαζί και τα μωρά. Και μια καλοσύνη που δεν είχε ξανασυναντήσει σε άνθρωπο. Η δικιά μας η ηρωίδα κόντευε να ξεχάσει τ’ όνομά της κι ούτε που την ένοιαζε. Έτσι που ‘χε γίνει μια μάζα με τους ξεριζωμένους Καριώτες αποδέχτηκε τον προσδιορισμό που την έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ήταν πια η Λιθινομούσαινα. Μια  «ξένη» που γρήγορα εγίνηκε δικός τους άνθρωπος. Γνώρισε τα έθιμα των Ικαριωτών, δανείστηκε το κέφι τους και τη ζωντάνια τους, πήγε σε γάμους και γλέντια που έγιναν στην ξένη χώρα, χόρεψε το «τούτη η γης που την πατούμε….», αγάπησε κι αγαπήθηκε από την αρχή. Με τη Μαρίκα φίλες και αδερφές. Κόρη και μάνα. Τα παιδιά της ‘γίναν τα εγγόνια που δεν είδε ποτέ από κοντά. Το ξενοδοχείο που τους φιλοξενούσε, ένα από τα καλύτερα της πόλης, γίνηκε το σπίτι της. Είχανε δική τους φουφού, τσάι ζεστό, κατσαρολικά γυαλισμένα, στρωσίδια καθαρά. Κι αγάπη. Ο ένας με τον άλλο και κυρίως η Μαρίκα, τα παιδιά κι η Λιθινομούσαινα. Μια γροθιά. Τόση ανέλπιστη χαρά μες τη δυστυχία… Σε χώρα του εξωτερικού, στο «Παρίσι της Ανατολής», για δες, με φίλους και δικούς, με γέλια και φωνές.
Μα κείνοι οι άτιμοι οι Καριώτες ησυχασμό δεν είχανε. Τους έτρωγε η νοσταλγία. Και μόλις κάμανε να φύγουν οι ξένοι, ακόμη δεν τα ‘χανε μαζέψει καλά καλά, πήγανε μια και δυο στην 9η Μεραρχία. Να παραπονεθούνε όλοι μαζί που ακόμη δεν είχε κανονιστεί το δρομολόγιο για το νησί.
Έμαθε για τη διαμαρτυρία, την κυρίευσε μια οργή πρωτόγνωρη, γύριζε όλη μέρα στους δρόμους της πόλης, τους πολύβουους, τους αρωματισμένους με ζωή και μπαχάρια. Σκεφτόταν τη σιωπή που την καρτερούσε πίσω. Το βραδάκι πήγε στο δωμάτιο με την τελευταία ελπίδα στη φιλενάδα που της είχε υποσχεθεί πως δε θα την αφήσει ποτέ ξανά μόνη. Σκύβει στο αυτί της καθώς λαγοκοιμότανε περιμένοντάς την.
-Πήγες κι εσύ, Μαρίκα, στην 9η;
-Πήγα.
 Ξαπλώνει, δεν κλείνει μάτι όλη νύχτα και την άλλη μέρα της απευθύνει την τελευταία κουβέντα.
-Μια τρύπα στο νερό κάματε, Μαρίκα. Να πάτε όπου θέλετε, εγώ θα μείνω εδώ να κάμω την προσφυγιά μου. Θα κάμω την προσφυγιά μου σαν άνθρωπος. Τ’ ακούς;
Το ίδιο έλεγε σ’ όλους από κει κι έπειτα. Λένε πως ήταν η μόνη που έκλαιγε όταν έφευγαν.  Η Μαρίκα δεν την είδε καν. Έβλεπε μόνο το γιαλό του Καραβοστάμου, τα σπίτια τα έρημα που θα ξαναγέμιζαν ζωή. Χαιρετούσε το όμορφο μέλλον. Δεν χωρούσε μέσα της καμιά θλίψη τώρα πια, όπως πριν δε χωρούσε καμιά χαρά. Δεν είδε ποτέ την προσφυγιά αλλιώς...

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12-3-2013 με τον τίτλο "Η προσφυγιά αλλιώς")

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Δυσκολονόητος ο κόσμος πια, παιδί μου

  Της μίλησα για την παλιά φωτογραφία από το '34 με τα ξυπόλητα παιδάκια του χωριού και το δάσκαλό τους.
-Δημοσιεύτηκε στο ίντερνετ, που λες, και την είδε ένας Ιταλός και μου 'γραψε ένα συγκινητικό μήνυμα. Αναγνώρισε τη μάνα του, που 'χει πεθάνει πια. Ήτανε η κόρη του Αλέξη, τη θυμάσαι... Άλλη φωτογραφία δεν έχει από τα παιδικά της χρόνια. Έμαθα πως είχατε πολύ καλές σχέσεις, οικογενειακές. Μήπως κρατούσε καμιά ο αδερφός σου; Η μάνα σου;
-Μα εχτές κιόλας μου 'φερε ο γαμπρός μου κάτι μουχλιασμένες από την υγρασία. "Του 'κοψε" και ενώ πέταξε τα πάντα σχεδόν από το σπίτι, αυτές τις έβαλε σε μια σακούλα και μου τις έφερε. Για να δούμε... Ο γιος της Αθηνάς θα 'ναι, ε;
Και βγάζει μια νάυλον σακούλα σούπερ μάρκετ, αραδιάζει πάνω στο τραπέζι καμιά εκατοστή ασπρόμαυρες κι αρχινά την αναζήτηση. Έγινε ένα τρομερό ταξίδι. Αδύνατο να σας το περιγράψω. Γάμοι ανθρώπων πεθαμένων από χρόνια, γλέντια, συναθροίσεις συγγενών, μωρά με ναυτικές στολές, στρατιώτες από τον Α' παγκόσμιο, άλλοι από τις μάχες στην Αφρική, κοπελίτσες στο Παρίσι με απίστευτα φορέματα, οικογενειακές από την Αλεξάνδρεια, εύποροι συμπατριώτες με κουστούμι και γραβάτα, κοπελίτσες ανύπαντρες που μετανάστευσαν για να γίνουν υπηρέτριες κι όμως πόζαραν με τόσο μεγαλοπρεπές ύφος μπροστά στο στημένο σκηνικό με τις κολωνίτσες και τις τεράστιες γλάστρες που έβαζαν για φόντο οι φωτογράφοι της εποχής... Ανάμεσά τους, πράγματι, βρισκόταν και του Ιταλού η μάνα, η Αθηνά, μια όμορφη νεαρή της εποχής, συνήθως με την αδερφή της, την Αδαμαντία, αργότερα με τη φαμίλια της στο Τορίνο.
-Δυο τρεις είναι αρκετές της λέω, θα του τις στείλω να χαρεί. Αλλά θα 'θελα και τις υπόλοιπες, φτιάχνω ένα αρχείο, θα τις περάσω στον υπολογιστή και θα σου τις φέρω.
Είδα ότι το τελευταίο της φάνηκε κάπως παράξενο. Δεν είπε τίποτα αποθαρρυντικό πάντως.
Την άλλη μέρα ξαναπάω αφού έχω συνδέσει το scanner. Εκείνη έχει αφιερώσει κι άλλο χρόνο.
-Ήρθε κι ο Χρήστος που τη θυμόταν καλά την Αθηνά. Βρήκαμε κι άλλες. Κοίτα, σου τις έχω βάλει στο φάκελο να του τις στείλεις, να χαρεί ο άνθρωπος.
-Α, σ' ευχαριστώ, αλλά θα μου δώσεις και τη σακούλα; Αύριο το πρωί θα σου τις φέρω.
Πάλι το ίδιο ύφος. Ευτυχώς, μου 'χε εμπιστοσύνη. Τις παίρνω, τις αντιγράφω, της επιστρέφω τη σακούλα.
Περνάνε δυο ώρες. Τηλέφωνο.
-Έλα, η Μαρίκα είμαι, κάτι ξέχασες, πετάξου σπίτι για ένα λεπτό.
Πάω, πάλι ο ίδιος φάκελος.
-Ξέχασες τις φωτογραφίες του ανθρώπου.
-Μα τις αντέγραψα. Θα του τις στείλω, μην ανησυχείς.
-Και πώς θα στείλεις κάτι που δεν κρατάς, παιδάκι μου; Αφού είναι εδώ, στο φάκελο.
Τη χάιδεψα στον ώμο.
-Μην ανησυχείς, στέλονται κι αλλιώς τώρα τα πράγματα...
Σκέφτηκε για λίγο.
-Ε, μπορεί να 'ναι δύσκολο να το νοήσω εγώ, παιδάκι μου. Αλλά άμα στέλνονται αλλιώς να του πεις τότε πως η μάνα μου πολύ την αγαπούσε τη δικιά του, κι εκείνη, μη θαρρείς, σα μάνα την είχε, γιατί, βλέπεις, είχε μείνει ορφανό από μωρό. Και να του πεις πως η μάνα του σαν ήτονε κοπελούδι αγαπούσε τον αδερφό μου κι εκείνος το ίδιο και πολύ στεναχωρήθηκε που έφυγε για την Ιταλία. Α, και να του πεις πως η μάνα του μας έστελνε συχνά δώρα. Πες του και για κείνο το φουστάνι, το πρώτο μου, που το 'χα ράψει με ύφασμα που μας έστειλε εκείνη από το Τορίνο. Να του δείξεις και τη φωτογραφία που το φορώ. Και να πεις να 'ρθει και να μας δει, γιατί πολύ θα χαρώ να τονε δω. Και χαιρετισμούς να του πεις από τη Μαρίκα. Κι ας μη με ξέρει. Και πως η μάνα μου έχει πεθάνει χρόνια. Το ίδιο κι η αδερφή μου η Αργυρώ, που ήτανε, να του πεις, οι καλύτερες φιλενάδες με τη μάνα του.

-Ναι...θα του τα πω. Μείνε ήσυχη, καλή μου...
 

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Λίγη άμμο μοναχά


Τώρα εγώ, γιατί χαίρομαι με τόσο ήλιο; Με τα μεσημέρια που κρατούν περισσότερο, με τα "τραπεζάκια έξω", που λέει και ο γνωστός τραγουδοποιός, με το μεγάλωμα του δυόσμου στη γλάστρα, με το φως που κάνει ωραιότερη τη φτηνή μου κουρτίνα, με τις δεκαοχτούρες που τραγουδούν τα πρωινά... Συνήθεια, πες το. Μια αφέλεια, αλλά βάλε τα μαζί της, αν μπορείς. Δεν έμαθα να συνδυάζω το Μάρτη με νέα μέτρα, με περικοπές, με χαράτσια, με φόβο... Δε μπορώ... Πάντα ένα βήμα ακόμη θα είναι μέχρι το καλοκαίρι. Παραλία, ξενοιασιά κι ανέμελα παιδάκια... Κι όσο τα βλέπω με τα ματάκια τους ορθάνοιχτα για ζωή και με τα χέρια τους ορθάνοιχτα για αγκαλιές τόσο και παίρνω θάρρος. Και μια χούφτα άμμο να 'χα, τώρα, να τους τη ρίξω στις πατούσες και στις παλάμες και λίγο πιότερη, για να τα σκεπάσω ως το λαιμό και κείνα να γελάνε και να βγάζουμε φωτογραφίες και μετά να τα "ξεθάψω" για να πάμε μαζί ως την καντίνα να τους πάρω παγωτό. Κι αν δε μου φτάνουν τα λεφτά, να πάμε στα βράχια και να περπατήσουμε και να τα μαλώνω που δεν προσέχουν πού πατούν. Και να κάνουμε όνειρα, ακούγοντας το φλοίσβο. Και να τους λέω να μη φοβούνται τίποτα. Και κείνα να με πιστεύουν, λέει. Να γέρνουν το κεφαλάκι τους στον ώμο μου ή στα γυμνά μου πόδια. Και να τους χαϊδεύω τα μαλλιά....
 Κι ύστερα να 'ρθει ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Ένα καλοκαιρινό βραδάκι με γέλια και με μυρωδιές.Εκείνα να βάζουν τα καλά τους για τη βολτούλα με τους φίλους κι εγώ να ρίχνω νερό στην αυλή και να χαζεύω τις φραουλίτσες στη γλάστρα και τις ντοματούλες στον κήπο. Λέμε πως θα τις φυτέψουμε παρέα φέτος...
 Και θ' αφήσουμε το χειμώνα να πάει στο καλό... Κι άμα δεν του αρέσει να πάει στον αγύριστο.
Εγώ συνήθισα να χαίρομαι με τον ερχομό της Άνοιξης. Με την προσμονή του θέρους. Δε θα την καταθέσω τη χαρά μου σε κανένα απ' τα ταμεία τους!

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Για να με θυμάσαι


 Γύρω μου άσπρα κάγκελα και ένα δυο πραγματάκια με έντονα χρώματα. Κόκκινο, πράσινο πορτοκαλί, σκόρπια εδώ κι εκεί καρτερούν να μεγαλώσω λίγο ακόμη και να τα πάρω στα χέρια μου να τα παίξω. Εγώ ίσα που αντέχω ν' αγκαλιάσω τα καλώδια που με συνδέουν με κάτι μηχανήματα πάνω από την κούνια. Αυτά είναι μαύρα μα έχουν κάτι κόκκινες και πράσινες γραμμούλες που αλλάζουν σχήμα κάθε δευτερόλεπτο. Κάνω να βήξω ή να λαχανιάσω κι εκείνα βρουπ! Ανεβοκατεβαίνουν, αλλάζουν τους αριθμούς στο πάνω μέρος, καμιά φορά φωνάζουν κιόλας και τότε έρχονται οι άνθρωποι από το διάδρομο και με πασπατεύουν. Κάνω τότε πως κλείνω τα μάτια μου για να τους τρομάξω πιότερο μα κείνοι δε χαμπαριάζουν, με γυρνούν στο πλάι, με καλοσκεπάζουν με τη ροζ κουβερτούλα και χάνονται ξανά.
 Πιο πολύ διασκεδάζω όταν έρχονται κάτι κυρίες που δε φορούν άσπρα μα πολύχρωμα ρούχα σαν τα άχρηστα παιχνίδια στο πλάι μου. Κάνουν πως μ' αγαπούν και φοβούνται στ' αλήθεια όταν οι γραμμούλες ανεβοκατεβαίνουν. Στεναχωριούνται κι όταν δεν πίνω αρκετό γάλα και μια μ' αφήνουν απογοητευμένες στο σεντόνι μια με αρπάζουν ξανά με αποφασιστικότητα και μου χαιδεύουν το στόμα μου με το ρόγα του μπιμπερό. Έχει πολύ πλάκα. Κλείνω τα χείλη μου με πείσμα κι όταν με παραζορίζουν ρουφώ λίγο γάλα και το αφήνω να τρέξει έξω από το στόμα. Παράλληλα κάνω πως λαχανιάζω και τις χαζεύω στο μισοσκόταδο πώς χλωμιάζουν και καρδιοχτυπούν. Μου θυμίζει ο χτύπος τους τη δική μου την καρδιά. Τις καταλαβαίνω. Κάνω τότε πως τις αγαπώ κι εγώ και ηρεμούμε. Καμιά φορά τους χαμογελώ λίγο στραβά σα να 'τανε η δική μου η μαμά.
Παίζουμε λίγο ακόμη τη μαμά και κόρη κι ύστερα φεύγουν.
 Μένω ξανά με την καρδιά μου, το μόνο μου καλό παιχνίδι... Θα την ανοίξουν σε δυο μέρες να βρουν το πρόβλημα. Η δική μου η μαμά τίποτα δεν ξέρει. Μ' άφησε για να μην ανησυχεί. Δε με παίζει... Κι εγώ δεν ξέρω τίποτα... Τι να σου κάνω; Έκθετο, σαράντα ημερών στον προχειρουργικό θάλαμο είμαι. Σου γράφω μόνο για να με θυμάσαι, καλή μου κυριούλα, εθελόντρια...
Να με παίζεις πού και πού...

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Κοντότα;



 Τα ένσημα του ΙΚΑ δεν αρκούν πια. Του ΤΕΒΕ κοστίζουν πολύ και αρκετοί από τους γνωστούς, κλείνουν απογοητευμένοι τα βιβλία τους. Οι εισφορές στον ΟΓΑ αυξάνονται. Οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων δεν είναι πια μόνο σενάριο. Τα ιατρικά κέντρα θα γίνουν κι αυτά ευκολοχώνευτη τροφή μια και μασήθηκε τόσο καιρό στα δόντια του τέρατος. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσει το κακό, μα η αισιοδοξία αρχινά να καταντά αφέλεια καθώς το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης διογκώνεται μέρα με τη μέρα.

 Τα σκέφτομαι όλα τούτα κοιτάζοντας τα κιτάπια του παππού.
…ενεγράφην εις την  κοντότα του ιατρού Κ. Πουλιανού εις τας 9 Αυγούστου έτος 1921...

Ομολογώ ότι ιδέα δεν είχα τι σήμαινε η εγγραφή σε κοντότα. Την ανακαλύπτω στο υπέροχο ιστολόγιο του Σαραντάκου, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Αναφέρει: Η λέξη ετυμολογείται από το ιταλικό condotta (μίσθωση)(…) Κοντότα στα νεότερα χρόνια ήταν η συμφωνία ανάμεσα σε έναν επαγγελματία, συνήθως γιατρό, και στους κατοίκους ενός χωριού, κατά την οποία ο επαγγελματίας με εφάπαξ αμοιβή αναλάμβανε να παρέχει υπηρεσίες για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως για ένα χρόνο.(…) Η κοντότα έφτασε και στον εικοστό αιώνα. Στο Διαδίκτυο βρίσκει κανείς ένα βιβλίο για τη Μαρία Μητσιάλη (1895-1981), που υπηρέτησε ως γιατρός στους Παξούς με το σύστημα της κοντότας από το 1924 έως το 1968. Έπαιρνε από κάθε οικογένεια μισή, μία ή δυο ξέστες (δεκαεξάκιλα) λάδι το χρόνο.

Φαντάζομαι ότι κι εμείς θα δίναμε λάδι, αμύγδαλα ή σταφίδες, αν και πιθανολογώ ότι θα πληρώναμε ένα εφάπαξ χρηματικό ποσό. Δεν είμαι σίγουρη για την αμοιβή, πάντως σε άλλο χαρτάκι, μισοσβησμένο, ανακάλυψα ότι οι γιατροί του νησιού έδιναν τουλάχιστον κάποιου τύπου απόδειξη…

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Η νύχτα κι αν με ζώνει...


...Κι απόμειναν (ετσιδά, αντίκρυ ο ένας στον άλλο) και κοιτάζουνταν με μια τρυφεράδα έξαλλη, σα να συναντιότανε, πρώτη φορά, μονάχοι οι δυο τους, στο δρόμο της ευτυχίας. Κι έκατσε κείνος μα δεν είχε το νου του για δουλειά. Κάτι τραγούδαε μέσα του. Κάτι τραγούδαε:

Τώρα η νύχτα κι αν με ζώνει, τρισκότεινη
καρτερώ τον ήλιο
καρτερώ, ταχιά, το φως.
Φως. Φως. Σε στεριές και σε θάλασσες.
Κι ούτε σύγνεφα, εκεί ψηλά,
ούτε αντάρτες, δω κάτου.

Ήτουν ένα τραγούδι που το τραγούδαε συχνά ο πατέρας του- όντας τράβαε κουπί, ή όντας άλιευε, νυχτιάτικα, με το πυροφάνι. Κι ακόμα τούτο:

Με δέρνουν όλοι οι καιροί
-όλοι οι καιροί-
ο πουνέντης και η τραμουντάνα.
Μα χαρά μου εμένα ενάντια
να πηγαίνω στους καιρούς
-ενάντια στο ρέμα.

Ναι. Ναι. Έτσι. Το θυμότουνε καλά ο Πασχάλης. Και τράβηξε τώρα νοερά μια μεγάλη παύλα (σαν τη φωτεινή γραμμή που χαράζει στο γαλάζιο του ουρανού κάποιο πεφταστέρι) και μουρμούρισε:
"Ενάντια στο ρέμα!"





Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Από άλλο κόσμο...


 

 Η γλυκύτατη κυριούλα κάθισε αργά στο πίσω κάθισμα, αφού τακτοποίησε τη φούστα με τρόπο που να μην είναι τσαλακωμένη στο έβγα και τοποθέτησε την τεράστια μαύρη τσάντα στα γόνατα. Γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο και ατένιζε τις ασχήμιες της πόλης με χαμόγελο, λες κι έβλεπε κάνα λιβάδι με αγελαδίτσες να βόσκουν και παιδάκια να κυλιούνται στο χορτάρι.
 Ο ταξιτζής είναι σίγουρο πως δεν είχε καμιά πρόσβαση στον κόσμο της, μα ούτε και στον πραγματικό μάλλον. Προφανώς τον απασχολούσαν τόσα που είχε ξεχάσει το GPS ανοιχτό για κάποιον προορισμό που αναζητούσε πριν από ώρες. Και να πεις ότι δεν τον ενοχλούσε; Κάθε δυο και τρεις έριχνε κι από ένα μπινελίκι στην κοριτσίστικη φωνή που επέμενε ότι έπρεπε να στρίψει αριστερά κι έπειτα έκανε επαναυπολογισμό διαδρομής και πάλι επέμενε να συνεχίσει ευθεία και ξανά και ξανά.
-Δε μας χέζεις κι εσύ... Βρε, άντε παράτα μας... Καλά, λέγε, λέγε...

Κι όσο δεν έκανε την απλή κίνηση να πατήσει το κουμπάκι ακριβώς πάνω από το τιμόνι εκείνη συνέχιζε με τον ίδιο απαλό τόνο στη φωνή.
-Στην επόμενη στοφή, στρίψτε δεξιά.... Στρίψτε δεξιά... Επαναυπολογισμός διαδρομής... Σε τριάντα μέτρα στρίψτε αριστερά... Στρίψτε αριστερά...

 Εκείνος πήγε ευθεία βρίζοντας και μουρμουρώντας, βρήκε την είσοδο του σπιτιού της κυριούλας με μεγάλη ευκολία, τον πλήρωσε, της έδωσε τα ρέστα και πριν κλείσει την πόρτα του λέει με μαμαδίστικο ύφος:
-Την κοπέλα σου να την προσέχεις σε παρακαλώ, είναι τόσο ευγενική και την πληγώνεις που δεν την ακούς. Μη βλέπεις που κάνει τόσο υπομονή η καημενούλα, άνθρωπος είναι κι αυτή και κάποια φορά θα ξεσπάσει...

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ώρα για αντοχή

Καλώδια υψηλής αντοχής
Ενώ όλα βρίσκονται σε τέλεια σειρά, εσύ με τις αταξίες... Όπως τότε. Μαθήτρια.
Συνέπεια κι υπακοή και ξαφνικά το  θορυβώδες "όχι", η έκπληξη των καθηγητών,  το απρόσμενο σβήσιμο του πίνακα, η δύναμη που σου χάριζε ο σπόγγος, το tabula rasa που σε γοήτευε, το "πάμε πάλι απ' την αρχή" κι άλλα τέτοια ανόητα...
Κοιτάς με κατάπληξη το δεξί σου χέρι... Δυνατό, όπως τότε, αλλά ασυγκράτητο. Χτίζει, λύνει, επινοεί και γκρεμίζει και λαθαίνει με την ίδια ταχύτητα.

"Αλλάζεις το τοπίο όταν έρχεσαι" σου 'λεγε κάποτε ο πατέρας σου κι εσύ αγάπησες τις αλλαγές.
"Πάρε τη ζωή σου στα χέρια σου" σου 'λεγε κάποτε ο καλύτερος σου φίλος κι εσύ καμώθηκες να την πάρεις.
"Πίστεψε" σου 'λεγε μια παιδική σου φίλη. "Πίστεψε, κι όλα θα έρθουν όπως θες εσύ".  Κι εσύ πίστεψες.
"Αγάπησε βαθιά" σου ΄λεγε η ψυχούλα σου. Κι εσύ την άκουσες.

Κι ο πατέρας σε κοιτά έκπληκτος μαζεύοντας τα σκόρπια αντικείμενα που δεν ταίριασαν καλά στο καινούριο τοπίο που έφτιαξες.
Κι ο φίλος σου έχει χαθεί από χρόνια, χουχουλιασμένος στους συμβιβασμούς του...
Κι η Μαίρη πιστεύει πια πως πρέπει ν' αφήνεσαι στη μοίρα...
Κι η ψυχή σου αγαπά ακόμη.

Κι ο χρόνος ακολουθεί... Τη σειρά του. Μέρα με τη μέρα. Ετοιμάζει με φροντίδα και υπομονή  την τιμωρία που σου αξίζει...
Ρομαντική μου, καημενούλα φιλενάδα...  Ασυλλόγιστη...
"Άντεξε τώρα".  Για να σε δω...


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Στο χαιρέτιο



φωτό από εδώ
   
Δε χαιρετάμε απλά. Γυρνάμε τα σπίτια το βράδυ της γιορτής του αγίου Βασιλείου, λέμε τα κάλαντα, τρώμε και πίνουμε ως το πρωί. Καμιά φορά και ως το μεσημέρι της επομένης καθώς τα σπίτια είναι πολλά κι αν δεν πας σε όλα θα παρεξηγηθούν. Τη μέρα οι νοικοκυρές ετοιμάζουν μεζεδάκια, χοιρινό, κεφτεδάκια, μανίτες, σαλάτες, βολβούς, χορτόπιτες. Κατά τις εννιά βάζουν τα καλά τους τραπεζομάντηλα, τα καλά τους σερβίτσια, το κρασί στην κανάτα και περιμένουν. Όλη τη νύχτα. Παρέες με μικρά παιδιά, παρέες με εφήβους, με μεσήλικες, με γέροντες, άλλες ανάκατες. Το σύνθημα είναι το αναμμένο φως έξω από το σπίτι. Τα σπίτια που έχουν πένθος δεν ανάβουν φώτα. Φέτος είχε πολλά τέτοια, παρά τις φήμες για τη μακροζωία των Ικαριωτών. Έτσι κάτσαμε στο τζάκι και διηγούμασταν ιστορίες αστείες από περασμένα χαιρέτια.

«Μετά την πολύωρη πρέφα στο καφενείο του ο Δημητρός έπεσε κατά τις δώδεκα πτώμα στο κρεβάτι.
Την ώρα που τον παίρνει ο ύπνος ακούει το Θεοχάρη με την παρέα του και τα όργανα να λένε τα κάλαντα απ’ όξω και να φωνάζουνε…
-Τοίμασέ τον Γιωργία, τοίμασέ τονε…
Τους ακούει κι ανοίγει τα μισόκλειστα βλέφαρα.
-Ζούπα με γυναίκα, ζούπα με, να βουλιάξω στο κρεβάτι να χαθώ να μη μ’ έβρουνε…
Τον ήβρανε. Τον ‘τοιμάσανε.. Γυρνάγανε τα σπίτια ως την άλλη μέρα το μεσημέρι…»

«Ξενοχωρίτης στην πορεία προς το Γέροντος κατά τις πέντε το πρωί… Η ανηφόρα ατέλειωτη. Τα κουράγια λιγοστεύουν. Με τόσο κρασί και χορό και τραγούδι δεν μπορεί ούτε ανάσα να βγάλει. Έχουνε «χαιρετήσει» ήδη σε καμιά τριανταριά σπίτια. Έχουνε μείνει άλλα τόσα… Πιάνει τον έναν από το μπράτσο και τον απομονώνει από τους άλλους. Είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε απόγνωση.
-Αντώνη, φυγάδευσέ με, σε παρακαλώ, πες κάτι, δείξε μου ένα δρόμο να φύω κι εγώ α γίνω μια κάπνα. Μόνο να μου πεις από πού α κάμω…»

«Μπουζούκι και κιθάρα. Και χορωδία. Ετοιμάζονται για τη γύρα. Ανήμερα του αι-Βασίλη. Ένα μέλος της παρέας άμουσο εντελώς. Από τ’ απέσω….
-Λευτέρη, εδώ τον αι -Βασίλη τον ξεκινάμε με ρε, του λέει ο κιθαρίστας για να τον βάλει στο πνεύμα.
Κι ο Λευτέρης, μόλις μπήκαν στο πρώτο σπίτι όξω φωνή:
-Ρε Άγιος Βασίλης έρχεται, ρε και δε μας καταδέχεται, ρεεεεε από την Καισαρεία, ρε σεις αρχο, σεις αρχόντισσα κυρία…»