Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Δεκαεξαύγουστος



 
Νωρίς νωρίς έπιασε τραπέζι στη Λαγκάδα. Όχι ό,τι κι ό,τι. Πρώτο τραπέζι πίστα. Στριμώχτηκε με τους χιλιάδες πανηγυριώτες, έβγαλε κι αυτός τις ιαχές του, εεεεε και εεεε και δώσ’ του ο χορός και δώσ’ του τα τσουγκρίσματα και να κι αυτή η παράξενη αίσθηση που διαφημίζουν τα site πανελλαδικώς και παγκοσμίως πως όλοι στο νησί γίνονται ένα, λένε, όταν χορεύουν τον Ικαριώτικο. Ξενοχωρίτες, ντόπιοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, γεροντάκια και πάει λέγοντας. Αλήθεια είναι! Κι ένα σβήσιμο του πόνου, ρε παιδί μου, του  κάθε πόνου, και του πιο δυνατού, έτσι απλά με το δεξί πόδι καθώς το χτυπούν στο χώμα σα να σβήνουν τσιγάρο, έτσι...
Τους έσβησε για τα καλά τους αναστεναγμούς του στη Λαγκάδα ως τ΄απόγευμα κι ύστερα πήγε στους Κουνιάδους. Την αφήνεις τη χαρά άμα την έβρεις; Δεν την αφήνεις... Πήγε κι είδε το ηλιοβασίλεμα, το ξακουστό, όρθιος κι αναμαλλιασμένος κι έτσι δα ακριβώς του φάνηκε πως ήταν κι ο ήλιος καθώς τον είδε για μια στιγμούλα να δύει ανάμεσα στις πλάτες των αλλοπαρμένων χορευτών. Κι έτσι τη χαιρέτησε την πρώτη μέρα στο νησί.

Μα ‘χε και νύχτα. Και τη νύχτα τον περιμένανε στην Ακαμάτρα. Και δώσ’ του ξανά οι ιαχές κι ο βιολιστής όρθιος κι φουντωμένος κι αυτός από τη χαρά του να μην τους αφήνει σε ησυχία. Και να σου κι ερχότανε κι άλλες παρέες κι άλλες και τελειωμό δεν είχανε μέχρι που ξημέρωσε.

Κι ήβγε ο ήλιος παράξενος, θαρρείς πως δεν κοιμήθηκε κι αυτός όλη τη νύχτα, θαρρείς πως χόρευε μαζί τους... Κουρασμένος ήτανε και ξενύχτης.
Πάλευε να φωτίσει τη Μεσαχτή και δεν κατάφερνε να επιβληθεί σε κανένα. Σκιές πηγαινοέρχονταν οι άνθρωποι. Κι όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στην άμμο βλέπει μια σκιά απ’ αυτές να τον πλησιάζει. Τον κοιτά καλά καλά και φεύγει.
Περνάνε δέκα λεπτά και ξανάρχεται η σκιά -αντρική ήτανε, τον είδε καλύτερα τώρα- με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι. Τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, πάει κάτι να του πει και φεύγει πάλι.
-Ένας τύπος μας κοιτάζει καλά καλά, λέει στο διπλανό του. Έχω αρχίσει και νευριάζω...
-Ε;; του απαντά ο άλλος και γυρνά πλευρό.
Περνάνε λίγα λεπτά, νάτος πάλι! Δεν κρατιέται, σηκώνεται πάνω.
-Ρε συ, με ξέρεις; Τι κοιτάς έτσι;
-Τιιι;
του απαντά η σκιά όντως απορημένη. Σε κοιτάζω; Εσένα;
-Εμένα ρε! Περνάς, με κοιτάς και φεύγεις. Μια ώρα τώρα αυτό κάνεις!
-Ωχ, αλήθεια;

Ξύνει το κεφάλι του και μετά τον πιάνει από τους ώμους σαν να ήταν έτοιμος να χορέψει ξανά Ικαριώτικο και του λέει με καθησυχαστική φωνή και συνομωτικό ύφος.
-Τι είχαμε χτες, φιλαράκο; Δεκαπενταύγουστο δεν είχαμε;
-Και;
-Πήγες σε κάνα πανηγύρι; Σ΄άρεσε;
-Τι σχέση έχει αυτό; Γιατί με κοιτάς, σε ρωτάω.
-Σε κοιτάω, φίλε, γιατί σήμερα έχουμε δεκάξι. Και γι’ αυτή τη μέρα δε θα σου ‘πε κανένας. Το δεκαεξαύγουστο, λοιπόν, σ’ αυτό το νησί υπολειτουργούμε, φίλε. Έχει κι αυτό την πλάκα του. Μόνο μη μου θυμώνεις, χαλάρωσε... Υπολειτουργούμε σήμερα, λέμεεε...Υπολειτουργούμε φουλ!


Τη φώναξε δυνατά την τελευταία φράση και οι άλλες σκιές μάλλον τον άκουσαν. Γιατί φάνηκε ένα σιγανό γελάκι από την μια άκρη της παραλίας ως την άλλη κι ανέβαινε ψηλά και πιο ψηλά... Και τη φώτισε. Και το ‘δε ο ήλιος, ντράπηκε που του ‘κλεψε τη θέση και ξάπλωσε ήσυχα ήσυχα στο βράχο απέναντι απ’ το εκκλησάκι...



Δημοσιεύτηκε στις 7-7-2014 στο ikariamag

Δεν υπάρχουν σχόλια: