Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ο πολυμήχανος

Είχε περίτεχνη τοιχοδομία εκείνο το κτήμα, το παρατημένο, το έρημο. Πλάι στο ρεματάκι.


 Το παρατηρούσα από χαμηλά εξερευνώντας την κοίτη και κοιτώντας πιο προσεκτικά παρατήρησα κάτι σαν είσοδο πάνω στο βράχο που ήταν στην άκρη του. Σπίτι; Ναι, ένα μικρό, τοσοδούλικο σπιτάκι λες και κατοικούσαν εκεί νάνοι. Πλησίασα με περιέργεια. Απείραχτο ήταν κι η στέγη του έστεκε γερή. Φυσικό ήταν καθώς το φάρδος της ήταν όσο μια πλάκα ικαριώτικη. Χωρούσε ένας άνθρωπος μονάχα κι αυτός με δυσκολία. Έμπαινες μέσα αφού πρώτα σκαρφάλωνες στο βράχο. Τι περίεργο! Ίσως να το έφτιαξε για τα παιδάκια του... ή να του άρεσε η θέα από ψηλά...



-Όχι, το 'καμε για ν' αποσκιάζει σαν έβρεχε. Και το 'καμε εκεί, γιατί μονάχα ο βράχος δεν μπορούσε να σκαφτεί και να φυτευτεί. Κι ήταν ακτήμονας σχεδόν. Μόνο εκείνο το χωράφι είχε. Έχτισε τους τοίχους για τα πεζούλια και μετά κουβάλησε χώμα με το τσουβάλι για να γίνει καλλιεργήσιμος ο τόπος. Ήτανε πολύ καλός χτίστης, ξακουστός. Μα ήτονε και πηλοποιός, είχε καμίνι στο Συκίδι κι έφτιαχνε χαστριά, πιθάρια και τσουκάλια. Και ασβεστοποιός, έκανε ασβεστοκάμινα σε διάφορα μέρη. Έμαθε την τέχνη σε γιους και γαμπρούς. Μα ήτονε και γιατρός...
-Εεεε; Γιατρός;
-Αμέ, άμα είχε κανείς ανεβασμένη πίεση και ηζοριζόταν, ηκινδύνευε δηλαδή να του 'ρθει κόλπος, όπως τα λέγαμε τότε τα εγκεφαλικά και τις ανακοπές, τον ηφώναζαν αυτό δα τον άνθρωπο απ' ούλα τα χωριά. Κείνος ήπαιρε τα ιατρικά του εργαλεία, δηλαδή ένα κέρατο ζώου κι ένα ξυραφάκι. Χάραζε το δέρμα του αρρώστου, πύρωνε το κέρατο, το ακουμπούσε πάνω στο δέρμα και στο στενό μέρος, που το 'χε τρυπήσει, ήβαζε το στόμα του και ρουφούσε, ήκανε δηλαδή την αφαίμαξη και ο ασθενής σωζότανε...

Καστή Γιώργο τον λέγανε. Πέθανε στην κατοχή  μα γεροντάκι πια. Να τη λες την ιστορία σαν περνάνε από την Πλατωπή οι πεζοπόροι και φωτογραφίζουν το κτήμα. Να τον θυμούνται. Ήτονε πολυμήχανος, να λες...



Δεν υπάρχουν σχόλια: