«Ποιοι, μπαμπά;»
«Ε, ποιοι… Εγώ και το Παριαράκι. Ητόλμαε άλλος;»
Φυλάω με προσοχή περίσσια τη φωτογραφία από το πανηγύρι της Ακαμάτρας, Δεκαπενταύγουστος του '46 του '47, θα σας γελάσω. Τα Γιαννάκια, ο Μιχαλιός, το Βασιλάκι κι η Λαμπία. Ο πατέρας μου με το μαλλί αφάνα κι οι άλλοι με μια φλόγα στα μάτια, με άσπρα πουκάμισα οι νεαροί, με φόρεμα κουμπωμένο ως το λαιμό η κοπελιά. Συχωρεμένοι πια οι περισσότεροι.
Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
Το Παριαράκι ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Βλέμμα μυστηριώδες και φυσιογνωμία που δεν ξεχνάς εύκολα.
Με τον πατέρα μου χωρίστηκαν νωρίς. Ο ένας με την ανανέωση, ο άλλος πιστός στα παλιά. Ένα «καλημέρα» κι ένα «καλησπέρα». Εμένα με συμπάθαγε πιότερο. Το καταλάβαινα όποτε τον συναντούσα.
Παράξενο. Δε θυμάμαι καμιά άλλη συνάντηση παρά μόνο εκείνες που εγώ κατέβαινα ή ανέβαινα το μονοπάτι τότε, τον αμαξωτό αργότερα, στο ίδιο πάντα σημείο. Στη βρύση. Εκείνος γέμιζε νερό ένα βαρέλι που ‘χε κόψει στα δυο και πότιζε τα μουλάρια του. Έξω από το σπίτι. Εγώ φορτωμένη με ζαρζαβατικά από τον κήπο ή ανάλαφρη για βόλτα και κουβεντούλα σιγοτραγουδώντας.
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
-Βρε, καλώς το … Για πού το ‘βαλες;
Με κοίταγε στα μάτια και μου χαμογελούσε πάντα. Όσο κι αν ήταν κατάκοπος απ΄ τα χιλιόμετρα που διένυε κάθε μέρα κουβαλώντας διάφορα απ’ το ‘να χωριό στο άλλο, απ’ τον αμαξωτό στο απομακρυσμένο σπίτι και πάει λέγοντας. Αγωγιάτης. Στα παιδικά μου μάτια όμως, ήρωας.
Γιατί; Όχι για τον ασύρματο... Για τον πιο περίεργο λόγο που θα μπορούσατε να φανταστείτε. Ήταν αυτός η παρηγόρια μου στα παιδικά μου χρόνια. Κάθε κουβέντα που γίνονταν στο σπίτι ή στην πλατεία κατέληγε πάντα στις καλομοίρες, τα φαντάσματα των Ικαριωτών.
Φοβόμασταν πριν κοιμηθούμε. Τρέμαμε τις καλομοίρες. Κι ας ήτονε καλές, όπως έλεγαν, και δεν έβλαφταν κανένα. Κι η μάνα μου, για να μας δώσει κουράγιο, ψιθύριζε: «Βρε, μην ακούτε, δεν υπάρχουν. Για ρώτα και το Παριαράκι που ‘χει γυρίσει όλες τις ράχες και τα βουνά και μεσάνυχτα και ξημέρωμα… Για ρώτα το, είδε ποτέ; Ε, δεν είδε…»
Την πίστευα τη μάνα μου και δεν τον ρώτησα ποτέ.
Η βρύση δεν υπάρχει πια. Το Παριαράκι έφυγε, τα μουλάρια πουλήθηκαν, η πλατεία άδειασε. Οι μύθοι και οι ψίθυροι κόπασαν.
Όταν περνώ από το μέρος εκείνο, όπου τον συναντούσα, προτιμώ να φαντάζομαι διαλόγους...
«Είδες ποτέ σου καλομοίρες; Υπάρχουνε;»
Μόνο που τώρα θα 'θελα να πει πως: «Ναι, υπάρχουνε στ’ αλήθεια! Τις είδα χτες το σούρουπο...»
Μπας έρθουν και μου κάνουν συντροφιά μες τη σιωπή που απλώθηκε τριγύρω...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου